Έντυπη Έκδοση

Οικονομία

Αναλύσεις

  • Ψευτοδιλήμματα και πολιτική βούληση

    «Πού θα βρούμε τα λεφτά;» Σε αυτό το ερώτημα αναλώθηκε μεγάλο μέρος της προεκλογικής εκστρατείας. Ετέθη και ένα συνακόλουθο δεύτερο ερώτημα: «Πείτε μας συγκεκριμένα μέτρα και όχι θεωρίες». Ομως και τα δύο αυτά ερωτήματα αποτελούν ψευτοδιλήμματα: το κυρίαρχο ζήτημα είναι η κατεύθυνση και οι προτεραιότητες της οικονομικής (και κοινωνικής) πολιτικής.

    Δύο είναι οι πιθανές επιλογές: Θα κινηθούμε στη σφαίρα της δημοσιονομικής πειθαρχίας και εξυγίανσης ως αναγκαίο προαπαιτούμενο της αποτελεσματικής λειτουργίας της οικονομίας (νεο-φιλελεύθερη άποψη) ή θα λειτουργήσουμε στο πλαίσιο του νεο-κεϊνσιανού (μετα-κεϊνσιανού) προτύπου;

    Στην πρώτη περίπτωση, προτεραιότητά μας είναι η καταπολέμηση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και στον στόχο αυτό θα «υποτάξουμε» όλες τις λοιπές διαστάσεις της οικονομικής πολιτικής. Στη δεύτερη περίπτωση, απόλυτη προτεραιότητά μας αποτελεί η ανάπτυξη (και η συνακόλουθη μείωση της ανεργίας), οπότε θα «προσαρμοστούν» αναλόγως όλες οι λοιπές διαστάσεις (ακόμη και η δημοσιονομική πειθαρχία) της οικονομικο-κοινωνικής πολιτικής που θα κληθούν να υπηρετήσουν τις ανάγκες της οικονομικής ανάπτυξης.

    Σε κάθε περίπτωση, η δημοσιονομική πολιτική περιορίζεται στην ισοζύγιση των εξόδων προς τα έσοδα του κράτους και μόνον εμμέσως έχει επιπτώσεις στη συνολική οικονομική λειτουργία. Επισημαίνεται ότι στον κρατικό προϋπολογισμό τα διαχειριζόμενα ποσά ανέρχονται σε 65 περίπου δισ. ευρώ, ενώ το ΑΕΠ (δηλαδή ο ετησίως παραγόμενος -και καταγραφόμενος και φορολογούμενος- πλούτος) υπολογίζεται στα 260-280 δισ. ευρώ περίπου.

    Εννοείται ότι, ανάλογα με τις προτεραιότητες που θέτουμε, θα (ανα)προσαρμοστεί και ο κρατικός προϋπολογισμός. Εδώ, καλούμαστε να απαντήσουμε σε δύο τουλάχιστον προκαταρκτικά ερωτήματα:

    Από ποιες πηγές θα αντλήσουμε τα φορολογικά και λοιπά έσοδα του Δημοσίου; Ποιους και σε ποιον βαθμό θα φορολογήσουμε; Σήμερα, τα έσοδα του προϋπολογισμού προέρχονται, κυρίως, από έμμεσους φόρους (35 δισ. ευρώ), ενώ οι άμεσοι φόροι υπολείπονται ουσιωδώς (27 δισ. ευρώ), σ' αντίθεση με την πρακτική των λοιπών χωρών-μελών της Ε.Ε. Θα παραμείνουμε σ' αυτήν την επιλογή ή θα αντιστρέψουμε τη σχέση άμεσων-έμμεσων φόρων; Ακόμη, θα εξακολουθήσουμε να τηρούμε την αναλογία άμεσων φόρων προερχόμενων από φυσικά πρόσωπα (15 δισ. ευρώ) και προερχόμενων από νομικά πρόσωπα (περιλαμβανομένων και των επιχειρήσεων του Δημοσίου, που ανέρχονται σε 4,5 δισ. ευρώ) ή θα διαφοροποιήσουμε και τη σχέση αυτή; Ως συμπέρασμα μπορεί να συναχθεί ότι υπάρχει ευρύτατο πεδίο ανακαθορισμού των πηγών προέλευσης των εσόδων του κράτους.

    Αρκεί, βέβαια, τα έσοδα να εισπράττονται. Επισημαίνεται ότι νέα (προ μηνός) έκθεση του ΟΟΣΑ υπολογίζει σε 65 δισ. ευρώ ετησίως το ύψος της παραοικονομίας στην Ελλάδα, με συνέπεια την ετήσια απώλεια 15-17 δισ. ευρώ εσόδων του κρατικού προϋπολογισμού, που ισοδυναμούν με το 25% περίπου των σημερινών συνολικών εσόδων του προϋπολογισμού.

    Πού θα κατευθυνθούν οι κρατικές δαπάνες; Σε ποιες κατηγορίες δαπανών θα δοθεί προτεραιότητα; Είναι θέμα πολιτικής βούλησης και προσαρμογής στις προτεραιότητες της οικονομικής πολιτικής. Θα προτιμηθούν οι αναπτυξιακές επιλογές (στις οποίες περιλαμβάνεται και η στήριξη των μεσοκατώτερων εισοδηματικών στρωμάτων, που με τη σειρά της δημιουργεί πρόσθετη αγοραστική δύναμη και αντίστοιχη ζήτηση) ή θα επικρατήσουν στενά και άκαμπτα δημοσιονομικά κριτήρια;

    Τα ετήσια πλεονάσματα του κρατικού προϋπολογισμού προκύπτουν κυρίως από τέσσερις αλληλεξαρτώμενες πηγές (πέραν της παραγωγικότητας): τη μείωση των δαπανών, την αύξηση των φόρων, την αποτελεσματική καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και τον δανεισμό. Ο κατά περίπτωση και αναλόγως της εκάστοτε συγκυρίας συνδυασμός των πηγών αυτών έχει τεράστιες δυνατότητες εναλλακτικών προσεγγίσεων, ενώ η τελική επιλογή αποτελεί και πάλι ζήτημα πολιτικής βούλησης.

    Βέβαια, ακόμη και αν δεχθούμε ότι υπάρχουν τα απαιτούμενα χρήματα (ή μπορούν να υπάρξουν με την αλλαγή των προτεραιοτήτων της πολιτικής), μπορεί να προβληθεί η ένσταση ότι τα χρήματα χρειάζονται άμεσα αφού -εκτός άλλων αναγκών- μας περιμένει και η Ε.Ε. και οφείλουμε να καταθέσουμε, σε ασφυκτικές προθεσμίες, συγκεκριμένο πρόγραμμα μείωσης των ελλειμμάτων.

    Νομίζω ότι η απάντηση μπορεί να προέλθει από δύο κατευθύνσεις:

    * Σε επίπεδο Ε.Ε. τα πάντα είναι θέμα διαπραγμάτευσης: εξαρτάται από το πόσο πειστικό θα είναι το πρόγραμμα μείωσης των ελλειμμάτων που θα καταθέσουμε, με δεδομένο, μάλιστα, ότι 20 από τις 27 χώρες μέλη παρουσιάζουν αντίστοιχα με τα ελληνικά ελλείμματα.

    * Σε επίπεδο ελληνικής οικονομίας, πηγές άντλησης εσόδων μπορεί να προκύψουν τόσο από την αξιοποίηση των (αναξιοποίητων μέχρι σήμερα κοινοτικών κονδυλίων του ΕΣΠΑ) όσο και από την αξιοποίηση της δυνατότητας έκδοσης ομολόγων, με τα οποία το κράτος μπορεί να εξοφλήσει τις οφειλές του προς κατασκευαστές, νοσοκομεία, ασφαλιστικά ταμεία κ.λπ.

    Βέβαια, στην περίπτωση έκδοσης ομολόγων θα χρειαστεί προηγούμενη παρέμβαση, ώστε να μειωθεί η «λαιμαργία» των τραπεζών και να αποφευχθεί η εφαρμογή υψηλών επιτοκίων προεξόφλησης των ομολόγων που θα εκδοθούν (μπορεί να φθάσουν και μέχρι τα 20 δισ. ευρώ).

    Ειδικότερα όμως στο θέμα της λειτουργίας των τραπεζών (καθώς και σε συγκεκριμένα άλλα θέματα, π.χ. στην αντιμετώπιση της ανεργίας μέσω του ΟΑΕΔ), ίσως έφθασε ο καιρός να αφαιρεθούν ειδικές λειτουργίες από το κράτος και να παραχωρηθούν στην κοινωνία και στους εκπροσώπους της, τους κοινωνικούς εταίρους (ίδρυση κοινής αναπτυξιακού χαρακτήρα τράπεζας, με δυνατότητες χαμηλότοκων παρεμβάσεων, μεταβίβαση των εκτελεστικών εξουσιών του ΟΑΕΔ στους κοινωνικούς εταίρους κ.λπ.).

  • Τις πταίει για τη μη ανταγωνιστικότητα

    Η χαμηλή ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας καταγράφεται στις εκθέσεις όλων των διεθνών οργανισμών εδώ και πολλά χρόνια.

    Χαμηλή ανταγωνιστικότητα σημαίνει ότι, ανεξαρτήτως του συνδυασμού κεφαλαίου και εργασίας που χρησιμοποιείται στην παραγωγή, η οικονομία δεν μπορεί να παραγάγει αρκετά προϊόντα και υπηρεσίες σε ποιότητα και τιμή που να μπορούν να διατηρήσουν ή να κερδίσουν αγορές διεθνώς, αλλά και να καλύπτουν τη συνολική εγχώρια ζήτηση.

    Από την άλλη, η παραγωγικότητα της εργασίας μετριέται σαν λόγος της εργασίας προς το ΑΕΠ, δηλαδή της συνολικής ζήτησης ως προς τη χρήση του συντελεστή εργασία - είτε του αριθμού των εργαζομένων είτε ορθότερα των συνολικών ωρών εργασίας. Φυσικός «τροφοδότης» της ταχείας ανάπτυξης της συνολικής ζήτησης (ΑΕΠ) είναι η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας. Για μια σειρά ετών μέχρι και το 2008, ΑΕΠ και παραγωγικότητα της εργασίας κινούνταν παράλληλα σε ετήσιους αυξητικούς ρυθμούς. Το ΑΕΠ σε +3-4% και η παραγωγικότητα σε +2-2,5%. Πώς συμβιβάζονται όλα αυτά με τη συνεχή, διαχρονική υποχώρηση της ανταγωνιστικότητας της εγχώριας παραγωγής που καταγράφουν οι διεθνείς οργανισμοί;

    Αυτό μπορεί να εξηγηθεί, κοιτώντας πρώτα απ' όλα την κατάσταση στην απασχόληση. Εάν η συνολική ζήτηση (ΑΕΠ) αυξάνεται -για παράδειγμα- περισσότερο από την απασχόληση, ο δείκτης της παραγωγικότητας της εργασίας μπορεί να ανέρχεται, αφού η παραγωγικότητα μετριέται ως ΑΕΠ/Απασχόληση!

    Η χαμηλή ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, από την άλλη, έχει ως συνέπεια το χαμηλό ποσοστό απασχόλησης και τις χαμηλές αμοιβές. Πράγματι, το ποσοστό των απασχολούμενων στο σύνολο του εργατικού δυναμικού είναι χαμηλό, 60% (6 στους 10 ενεργούς πολίτες δουλεύουν) περίπου, ενώ σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες πλησιάζει το 70%. Επίσης, στη μεγάλη πλειονότητά τους οι μισθωτοί λαμβάνουν αμοιβές συγκεντρωμένες σε στενό εύρος από χαμηλά μισθολογικά κλιμάκια.

    Από τα παραπάνω συνάγεται ότι το ύψος των μισθών της εγχώριας παραγωγής δεν μπορεί να είναι πηγή των προβλημάτων της οικονομίας, ειδικά σε συνδυασμό με την τόσο χαμηλή απασχόληση του συντελεστή μισθωτή εργασία στην Ελλάδα.

    Ποιος είναι τότε ο παράγοντας εκείνος που οδηγεί στη χαμηλή ανταγωνιστική επίδοση; Ο σωστός διαχωρισμός της έννοιας της ανταγωνιστικότητας από αυτήν της παραγωγικότητας της εργασίας μάς επιτρέπει να διαγνώσουμε τη χαμηλή ανταγωνιστικότητα ως μια επιπλέον -παράδοξη κι αυτή- «πηγή» λανθάνουσας ή εικονικής αύξησης της παραγωγικότητας, η οποία οφείλεται στην τεχνητή αύξηση της ζήτησης (ΑΕΠ), από τη μια, και στη χαμηλή απασχόληση, από την άλλη.

    Στη χώρα μας, δεν έχουμε «πραγματική» αύξηση της παραγωγικότητας η οποία να οδηγεί στην άνοδο της απασχόλησης και των αποδοχών, ειδικά της μισθωτής εργασίας. Γι' αυτό και ενδεχόμενη μείωση των αποδοχών των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας μπορεί πρόσκαιρα μόνο να αντισταθμίσει τη συνεχή χειροτέρευση της ανταγωνιστικής θέσης της χώρας. Πιο συγκεκριμένα, η αύξηση της ζήτησης δεν χρειάστηκε ως προαπαιτούμενο την άνοδο της εγχώριας απασχόλησης, γιατί παράγοντες όπως το χαμηλό κόστος του χρήματος, οι κοινοτικές μεταβιβάσεις, οι εισροές από ναυτιλία, τουρισμό και κτηματαγορά εξασφάλισαν από μόνοι τους ισχυρή αύξηση του ΑΕΠ (ζήτηση).

    Ετσι, φτάνουμε στο τέλος της ημέρας να καταγράφεται αυξημένο ΑΕΠ, χωρίς αυτό να βασίζεται σε ανάλογη πραγματική αύξηση της εγχώριας παραγωγής και απασχόλησης. Ιδιαιτέρως όσον αφορά την απασχόληση, ο ρυθμός αύξησής της τα τελευταία έτη παραμένει αρκετά χαμηλότερος από εκείνον του ΑΕΠ.

    Σε φυσιολογικές συνθήκες, η συνολική ζήτηση της οικονομίας, και άρα το ΑΕΠ, αυξάνουν όταν αυξάνουν τα εισοδήματα των νοικοκυριών, μέσα από την αύξηση των μελών των νοικοκυριών που εργάζονται ή/και την αύξηση των εισοδημάτων όσων ήδη εργάζονται. Από τα διαθέσιμα στοιχεία, στην ελληνική περίπτωση δεν συνέβη, τουλάχιστον σε εκτεταμένο βαθμό, κάτι τέτοιο, ενώ η εγχώρια παραγωγή, παρά τις κάποιες εξαγωγικές της επιτυχίες, φαίνεται να έχασε μερίδια στις αγορές. Εξ ου και η επιδεινούμενη ανταγωνιστικότητα που καταγράφεται στους διεθνείς οργανισμούς.

    Μια παρένθεση στο σημείο αυτό για τις εκθέσεις των οργανισμών αυτών: Οι οργανισμοί αυτοί δημοσιεύουν δείκτες και προχωρούν μηχανιστικά στην προσαρμογή κάποιων συνταγών για την οικονομική σταθεροποίηση. Για παράδειγμα, «Εχετε έλλειμμα και χρέος; Κόψτε το». Δεν αναλύουν με ακαδημαϊκή επάρκεια, δεν τεκμηριώνουν, δεν μπαίνουν βαθιά στα ζητήματα και τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής οικονομίας. Ευπρόσδεκτη η συνεισφορά και η γνώμη τους, αλλά εγκυρότητα που να βασίζεται σε αναλυτική δεινότητα δεν είναι πάντα κατοχυρωμένη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η -πρόχειρη σε τεκμηρίωση και ανάλυση- τελευταία έκθεση του ΟΟΣΑ.

    Η απάντηση στο ερώτημα «Τι φταίει για τη χαμηλή ανταγωνιστικότητα;» έχει να κάνει περισσότερο με τα αρνητικά κίνητρα που αντιμετωπίζει η επιχειρηματικότητα -των νέων ανθρώπων κυρίως- και τα διοικητικά κόστη. Εχει να κάνει ιδιαιτέρως με τις εκτεταμένες και άκαμπτες διοικητικές παρεμβάσεις στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, τη γραφειοκρατία και τη νομική ασάφεια, τη γενίκευση της ατυπίας και της εθνικής ανομίας και αναρχίας που επικρατούν στην Ελλάδα του σήμερα.

    Γενικότερα, η χώρα αντιμετωπίζει μεγάλα θεσμικά προβλήματα, εξαιτίας όχι μόνο του γενικού επιπέδου ανάπτυξής της, αλλά κυρίως της εκτεταμένης επέμβασης -στην κατασκευή και λειτουργία της οργάνωσης των οικονομικών θεσμών- ισχυρών επιμέρους συμφερόντων που για ίδιον συμφέρον βρίσκονται στα χαρακώματα εναντίον των προοδευτικών αλλαγών που θα άνοιγαν το παιχνίδι και θα δημιουργούσαν ευκαιρίες στον ευρύτερο πληθυσμό.

  • Η ακρίβεια ως «εν δυνάμει ευκαιρία»

    Η ακρίβεια είναι ένα παγκόσμιο φαινόμενο που σχετίζεται με την επιβίωση, κυρίως στις αναπτυσσόμενες χώρες, και τον τρόπο ζωής στις αναπτυγμένες χώρες.

    Ο ρόλος των διεθνών οργανισμών και των εθνικών κυβερνήσεων είναι καθοριστικός στην αποτελεσματική αντιμετώπιση του φαινομένου, στις αναπτυσσόμενες χώρες. Και επειδή ακριβώς σε μια παγκοσμιοποιημένη οικονομία όλα είναι αλληλένδετα, καθοριστικός κρίνεται και ο ρόλος τους στην αντιμετώπιση του φαινομένου και στις αναπτυγμένες χώρες. Στην περίπτωση όμως των αναπτυγμένων χωρών και προηγμένων κοινωνιών καθοριστικός είναι και ο ρόλος των πολιτών σε ατομικό επίπεδο.

    Ο Paul Krugman, σε άρθρο του στους «New York Times» (2008), συγκρίνει τον αστικό τρόπο ζωής στις ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις με αυτόν στις αμερικανικές και τον συνδέει με τη χρήση του αυτοκινήτου στην καθημερινότητα των πολιτών και το κόστος του πετρελαίου και της βενζίνης.

    Το συμπέρασμά του είναι ότι ένας μακροπρόθεσμα βιώσιμος τρόπος, για τους κατοίκους των αμερικανικών μεγαλουπόλεων, αντιμετώπισης της ακρίβειας που σχετίζεται με τις υψηλές τιμές της ενέργειας είναι ν' αναθεωρήσουν το πώς και πού ζουν. Μια τέτοια απόφαση δεν είναι εύκολη ούτε άμεσα πραγματοποιήσιμη, αλλά, αν πιστέψει κανείς ότι η ενεργειακή κρίση θα είναι μακροχρόνια, τότε ίσως μια τέτοια απόφαση είναι επιτεύξιμη και κρίνεται ως στρατηγικής σημασίας.

    Αν δανειστούμε λοιπόν μερικές βασικές έννοιες από τον χώρο του μάνατζμεντ και της στρατηγικής, αξιόλογες αλλαγές στον τρόπο ζωής θεωρούνται στρατηγικής σημασίας, γιατί εκπονούνται σε βάθος χρόνου και αποτελούν βάση αλλαγής του πώς ορίζουμε την ευμάρειά μας.

    Παράλληλα, σ' έναν δυναμικά εξελισσόμενο κόσμο πρέπει να είμαστε σε θέση να μετατρέπουμε τις «απειλές» και τις «αδυναμίες» σε «ευκαιρίες» και «πλεονεκτήματα» αντίστοιχα.

    Στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτό ακριβώς προτείνει ο Krugman: Το ενεργειακό κόστος πρέπει να κάνει αφ' ενός τους ευρωπαίους πολίτες να εκτιμήσουν τον αστικό τρόπο ζωής τους, όπως αυτός οργανώνεται σε γειτονιές, και, αφ' ετέρου τους αμερικανούς πολίτες να τον αναθεωρήσουν και να τον επανασχεδιάσουν. Στο άρθρο του υπογραμμίζει «Ι have seen the future, and it works», στέλνοντας ένα μήνυμα αισιοδοξίας.

    Ο καθορισμός της ευημερίας είναι συνάρτηση παραγόντων κόστους και ποιότητας. Μια έρευνα που πραγματοποιήθηκε στη Δανία, σχετικά με τον ορισμό της φτώχειας («The Copenhagen Post», 2008) αναφέρει ότι κάποιος θεωρείται φτωχός στη Δανία αν το μηνιαίο εισόδημά του είναι λιγότερο από 11.194 κορόνες (περίπου 1.500 ευρώ). Παράλληλα, η έρευνα παρουσιάζει και ποιοτικά χαρακτηριστικά της φτώχειας, συνδέοντας το εισόδημα με τον τρόπο ζωής.

    Για παράδειγμα, αν κάποιος είναι σε θέση να επιβαρυνθεί το κόστος ενός κινητού τηλεφώνου, αν μπορεί να κάνει διακοπές μία φορά τον χρόνο στο εξωτερικό, τότε θα μπορεί να θεωρηθεί ότι ζει πάνω από το όριο φτώχειας. Πρόσφατες ανάλογες έρευνες που πραγματοποιούνται στην Ελλάδα αναφέρονται στη συρρίκνωση των εισοδημάτων των νοικοκυριών και στις ποιοτικές αλλαγές του τρόπου ζωής που επιφέρουν στον μέσο Ελληνα, όπως για παράδειγμα λιγότερες ετήσιες διακοπές.

    Το ερώτημα που τίθεται λοιπόν και αποτελεί πρόκληση για τον καθένα από εμάς είναι να αναλογιστούμε πώς εμείς ατομικά ως νοικοκυριά μπορούμε να αντιδράσουμε στις νέες αυτές συνθήκες και πώς θα μπορούσαμε να μετατρέψουμε «την απειλή» της ακρίβειας σε «εν δυνάμει ευκαιρία».

    Αυτό αναπόφευκτα σημαίνει επαναπροσδιορισμό της ποιότητας ζωής μας βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα, όπως για παράδειγμα αλλαγή των καθημερινών καταναλωτικών συνηθειών μας, που συνήθως ταυτίζονται με αλόγιστες αγορές ποσοτήτων που δεν χρειαζόμαστε.

    Το Euromonitor International (2008) αποτυπώνει τις τάσεις στην αλλαγή του τρόπου ζωής που έχει φέρει η παγκόσμια οικονομική κρίση ως LOHAS (lifestyles of health and sustainability) and LOVOS (lifestyles of voluntary simplicity). Θεωρεί δε ότι το LOVOS σχετίζεται μ' έναν μακροπρόθεσμο τρόπο ζωής, στηριζόμενο στον ορθολογισμό και την απλοποίηση των αναγκών μας, που δεν σημαίνει απαραίτητα επιδείνωση του επιπέδου διαβίωσής μας.

    Ο δε ρόλος του κράτους σε μια τέτοια απόφαση είναι σημαντικός και καθοριστικός, γιατί τέτοιου είδους στρατηγικές αλλαγές πρέπει να στηρίζονται από ισχυρές υποδομές και θεσμούς.

    Αλλαγή τρόπου ζωής σημαίνει αλλαγή τρόπου σκέψης και ο επαναπροσδιορισμός του τρόπου ζωής μας ίσως να μην είναι και τόσο απειλητικός, αν ληφθεί ως μια στρατηγική απόφαση, όπως μας προτρέπει και ο Van Morrison στην τελευταία του συλλογή «keep it simple»...

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Οικονομία
Άλλα θέματα στην κατηγορία Οικονομία της έντυπης έκδοσης
ΠΑΣΟΚ
Το βάρος στις κρατικές τράπεζες
Αγορές
Να βγει κανείς ή να μην βγει, ιδού η απορία
Οι αναλυτές της Citi
Η αβεβαιότητα επιστρέφει στους δείκτες
Πιστωτική συρρίκνωση
Ελπιδοφόρα deals «ψήθηκαν» στο Λονδίνο
Ετοιμάζουν την επόμενη φούσκα
Χρηματιστήριο Αθηνών
Φθινοπωρινό ράλι θέλουν οι αναλυτές
Γρίφος ο Οκτώβριος
Ο πονοκέφαλος του νέου πρωθυπουργού
Ζητείται... ζεστό χρήμα μέχρι το τέλος του χρόνου
Εκθεση της Κομισιόν
Κομισιόν: Οι κυβερνητικές επιλογές όξυναν την κρίση
Προβλέψεις ΙΟΒΕ
Μαύρο φθινόπωρο για τη βιομηχανία
Ευρωπαϊκή Ένωση
Συμμαχία στην Ε.Ε. για ελαστικότερα κριτήρια
Δημόσιο χρέος
Ακριβότερος ο δανεισμός για το ελληνικό Δημόσιο
Ασφαλιστικά Ταμεία
Κουβάρι χρεών πνίγει τα ταμεία
Λουκέτο ΑΣΠΙΣ
Τι πρέπει να προσέξουν όσοι έχουν συμβόλαια ζωής στην Ασπίς Πρόνοια
Ζητούνται στρατηγικοί επενδυτές στον «όμιλο»
Οφειλές 32 εκατ. ευρώ στην Aspis Holdings
Κυπριακό ενδιαφέρον για την Commercial Value
Olympic Air
Ρελάνς με Μακεδονικές Αερογραμμές
Επιχειρήσεις
Μέτωπα από το χθες
Νέο σαφάρι για τις υπερτιμολογήσεις
Μένουν εδώ μόνο τα... γραφεία
Παραδοσιακά πράσινο επιχειρείν
Προσωρινά σημεία πώλησης με αβάντες
Στη Βουλγαρία
Διεθνή
Το στοίχημα της κεντροαριστεράς στην Ιαπωνία
Ευρωπαϊκός εμφύλιος για τα σκληρά μέτρα
Εργασία-λάστιχο η «απάντηση» στην ανεργία