Έντυπη Έκδοση

Η από μηχανής φαντασία ή Μούσα

Τα δύο νέα βιβλία του Τάκη Σιμώτα

Τάκης Σιμώτας

Περί φαντασίας

Τόμος Α'

Φασματογονία - Φαντασιολογία

σ. 489, 21 ευρώ

Τόμος Β'

Φαντασιώσεις - Πολιτικές, επιστημονικές, φιλοσοφικές

εκδόσεις Αγρα, σ. 208, 13 ευρώ

Οι περισσότεροι εξ ημών θα διατείνονταν αυθόρμητα πως δημιουργικό είναι ό,τι δεν επιτρέπει την εκμηχάνισή του. Ωστόσο, προσεκτικότερες παρατηρήσεις του «μαύρου κουτιού» ονόματι «δημιουργική φαντασία», ή «δημιουργικό υποκείμενο», έχουν αναδείξει περίτρανα ότι κάθε καινοτομία ενέχει μηχανικές ρουτίνες που μας διαφεύγουν, όπως άλλωστε κάθε τι ασυνείδητο.

Ο Τάκης Σιμώτας, με το νέο του βιβλίο, αναλαμβάνει να ρίξει φως στο «μαύρο κουτί» της φαντασίας, κι έτσι να σχολιάσει αυτοαναφορικά και τη γέννηση του δικού του «δημιουργήματος», καθιστώντας εαυτόν τον πρώτο «κριτικό» αναγνώστη του έργου του.

Ο τρόπος γραφής αυτού του βιβλίου μάς παραπέμπει ευθύς εξαρχής στην ιδιάζουσα φιγούρα μιας αυτοαναλυόμενης χειρονομίας, η οποία θα μπορούσε, για παράδειγμα, να τυποποιηθεί μέσω ενός μαθηματικού αλγόριθμου ή να αναπαρασταθεί μέσω της γραφικής τέχνης του Ολλανδού Escher και των παράδοξων αυτοαναφορικών του σχημάτων (όπως, λόγου χάριν, εκείνο όπου απεικονίζεται ένα χέρι που σχεδιάζει τον εαυτό του να σχεδιάζει). «Συμβαίνει έτσι ο ψυχισμός να αντικρίζει τον κόσμο που τον αντικρίζει»: πρόκειται για μία από τις πολλές φραστικές εκδοχές αυτού του «παράξενου βρόχου», ο οποίος συνιστά την κατασκευαστική αρχή του έργου του Σιμώτα.

Το στοχαστικό αυτό μοτίβο είναι γνωστό εδώ και τουλάχιστον δύο αιώνες. Ο Καντ, στην Κριτική της κριτικής δύναμης, πραγματευόμενος το θέμα της δημιουργικής φαντασίας, όρισε το «πνεύμα» ως «ένα παιχνίδι που συντηρείται αφ' εαυτού και ενισχύει το ίδιο τις δυνάμεις του», δίνοντας έτσι λαβή για την κατανόηση της δημιουργικότητας ως αποτελέσματος μιας εξελικτικής αυτοοργάνωσης. Στο μεγαλόπνοο έργο του Σιμώτα αυτό δεν ισχύει μόνο για την ανθρώπινη φαντασία, αλλά και για το ίδιο «το σύμπαν που αυτοσχεδιάζει και αυτοσχεδιάζεται (...) χωρίς να υπακούει σε κανένα σχέδιο». Η δημιουργικότητα συνιστά για τον Σιμώτα ένα φαινόμενο απρόβλεπτης ανάδυσης μορφών και ειδών, η τάξη των οποίων, ενώ εξαρτάται από τα γεγονότα ενός κατώτερου επιπέδου οργάνωσης, δεν μπορεί ούτε να εξηγηθεί απ' αυτό ούτε να αναχθεί σ' αυτό. Τόσο το κοσμικό όσο και το ζωικό ή το ψυχικό γίγνεσθαι αποτελούν «καθολικές μηχανές αυθυπαρξίας».

Η έμφαση που δίνει ο Σιμώτας στο θέμα της αυτοοργάνωσης του Σύμπαντος, του νευρικού συστήματος και της δημιουργικής φαντασίας, παραπέμπει ευθέως στην υποβάθμιση που έχουν υποστεί οι έννοιες της πλάσης και του πλάστη από τις νέες θετικές επιστήμες. Αναφέρομαι ενδεικτικά: στον λόγο των φυσικών επιστημών περί ενεργειακών πεδίων και κβαντικών διακυμάνσεων, που βρίσκονται στην καταγωγή των μορφών και των ειδών· σ' εκείνον της οικονομικής επιστήμης περί αυτορυθμιζόμενων αγορών· της κυβερνητικής περί αυτοελεγχόμενων, αυτόματων μηχανών· τέλος, στον λόγο της φράκταλ γεωμετρίας της φύσης περί αναδιπλούμενου χάους.

Ο όγκος του βιβλίου με υποχρεώνει να επιχειρήσω μια συνεκδοχική παρουσίαση του περιεχομένου του, την οποία εξάλλου προσφέρει ο ίδιος ο συγγραφέας μέσω της εναρκτήριας «παραβολής του πιθήκου».

Ολα ξεκινούν με ένα σκάνδαλο. Ενας πίθηκος, που έχει μπροστά του μια γραφομηχανή, χτυπά στα κουτουρού τον πρώτο στίχο της Ιλιάδας. Το σκάνδαλο έχει τη μορφή ναρκισσιστικού πλήγματος, με τη φροϋδική έννοια: το ποιητικό έργο, που είναι αποτέλεσμα μιας τεχνικής του λόγου, μπορεί να παραχθεί μακροπρόθεσμα και από τη φύση. Μια τέτοια σύγκριση είναι δυνατή γιατί τόσο ο πίθηκος όσο και ο Ομηρος, αλλά και η γραφομηχανή, προέκυψαν κατά την εξέλιξη ενός τυχαίου παιχνιδιού με γενετικές πληροφορίες. Αν και από στατιστικής άποψης η πιθανότητα συγγραφής της Ιλιάδας από τα χέρια πιθήκων είναι απειροελάχιστη, το απίθανο (το οποίο για τον Ομηρο μπορεί να ήταν υπόθεση 30 ετών, όμως, χωρίς τη βοήθεια της Μούσας, η οποία λειτουργεί ως επιταχυντής ποιητικών στοιχείων -δηλαδή σημαινόντων-, ποιος ξέρει πόσο θα διαρκούσε) λαμβάνει εντούτοις χώρα, έστω μακροπρόθεσμα. Ωστόσο, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Παράγεται το ίδιο κείμενο. Ποιος θα μπορούσε εντέλει να υποβληθεί σε ένα τεστ Τούρινγκ, και να περάσει με επιτυχία, διακρίνοντας με σαφή κριτήρια το έργο της φύσης από εκείνο του πολιτισμού, την τάξη τού Είναι από εκείνη του Νου;

Σε τι διαφέρει, επομένως, η ανθρώπινη νοημοσύνη από το υποτιθέμενο «ένστικτο» του ζώου; Θέτω τη λέξη «ένστικτο» εντός εισαγωγικών, διότι για τον Σιμώτα η «ενστικτώδης μέριμνα της ζωής», δηλαδή οι στρατιές των πιθήκων που απαιτούνται για να πληκτρολογήσουν την Ιλιάδα, είναι επίσης γραφομηχανές που τις πληκτρολογούν άλλοι δακτυλογράφοι-πίθηκοι, που είναι με τη σειρά τους γραφομηχανές γι' άλλους δακτυλογράφους... και πάει λέγοντας. Με άλλα λόγια, που είναι τα λόγια του ίδιου του συγγραφέα:

Εφόσον η μορφοπλασία [και άρα η φαντασία - δική μου η επεξήγηση] διανύει διάφορα τεχνολογικά στάδια, τα επιτεύγματα του κάθε σταδίου, έχοντας χτιστεί με τα «τούβλα» του προηγούμενου, γίνονται με τη σειρά τους «τούβλα», με τα οποία χτίζονται τα αριστουργήματα του επόμενου σταδίου. Ετσι ώστε, αρχής γενομένης από τα στοιχειώδη σωματίδια του big bang και μέχρι τους γαλαξίες του Σύμπαντος και τα ζωικά είδη και τους ανθρώπους, η κάθε Ιλιάδα να είναι χτισμένη με τις Ιλιάδες (με τα προομηρικά έπη) όλων των προηγηθέντων σταδίων. Και όπως είπαμε, όλα αυτά γίνονται με τα στοιχειώδη (σωματίδια) άτομα του Λεύκιππου και του Δημόκριτου, τα οποία πάλι παραπέμπουν κατευθείαν στους πεσσούς (κυλινδρικά πιόνια ή πούλια) του Ηράκλειτου, στα ζάρια του Αϊνστάιν, στις ψηφίδες των ψηφιδωτών και στα κομματάκια με τα οποία συναρμολογούμε τα παζλ.

Ποια επιστημονικά μοντέλα για τη δομή του κόσμου και του εαυτού έχει κατά νου ο Σιμώτας, καθώς συντάσσει αυτές τις γραμμές; Και τι είδους φαντασία είναι αυτή που συνθέτει την πρωταρχική σκηνή της δυτικής λογοτεχνίας;

Οσον αφορά το πρώτο ερώτημα, έχω να επισημάνω ότι παραδοσιακά διακρίνουμε δύο τουλάχιστον κυρίαρχα μοντέλα: το μοντέλο της κυματοειδούς μορφής, σύμφωνα με το οποίο το πραγματικό δομείται από συμβάντα (κύματα), καθώς κι εκείνο της αστρικής σκόνης, κατά το οποίο το πραγματικό δομείται από σωματίδια. Το πρώτο είναι το ηρακλείτειο σύμπαν· το δεύτερο, το δημοκρίτειο. Στην πορεία του δυτικού πολιτισμού τα δύο αυτά μοντέλα αποδείχτηκαν ως διαφορετικές απλώς προοπτικές που εφαρμόζονται πάνω στην ίδια πραγματικότητα. Αυτή την πραγματικότητα των σωματιδίων, των ψηφίδων, των ατόμων και των εικονοστοιχείων, στην οποία κατέληξε η αποδομημένη πλέον μεταφυσική, αναλαμβάνει να συνθέσει η νέα τεχνική ύπαρξη με τη βοήθεια των ηλεκτρονικών Μουσών: των υπολογιστών.

Οσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, που συνδέεται άμεσα με το πρώτο, θέλω να υποστηρίξω την άποψη ότι ο Σιμώτας εισάγει στη θέση της ανορθολογικής ρομαντικής φαντασίας -που αποτελεί εκκοσμικευμένη μορφή της θεολογικής έννοιας της εκ του μηδενός δημιουργίας- ό,τι θα ονόμαζα «τεχνοφαντασία». Η τεχνοφαντασία παράγει μορφές μέσω μιας τυχαίας επιλογής και σύνθεσης στοιχείων από ένα πεπερασμένο, καίτοι τεράστιο, αποθεματικό (η φαινομενολογία θα μιλούσε εδώ για έναν «ορίζοντα παράδοσης»). Μ' αυτή την έννοια, η Ιλιάδα δεν συνιστά παρά μια μορφή βαθμιαίας πύκνωσης στοιχείων, που οδηγεί αλγοριθμικά -ή, στη γλώσσα του Σιμώτα, με «αναρίθμητα βηματάκια»- στη μεγαλειώδη σύνθεση. Αξίζει να διαβάσει κανείς πώς ο Σιμώτας σφυρηλατεί φιλοσοφικά τα ρομαντικά ιδανικά και πώς, εντέλει, τα διαλύει εις τα εξ ων συνετέθησαν:

Την Ιλιάδα δεν την έγραψε ο Ομηρος αλλά η Μούσα, δηλαδή ο αρχαϊκός πολιτισμός, που σώρευε μικροεπινοήσεις στα προομηρικά έπη. Το «ποτήρι» γέμισε κάποια στιγμή ώς απάνω και αμέσως μετά ξεχείλισε, μόλις ο Ομηρος πρόσθεσε και την ελάχιστη επινόησή του, με αποτέλεσμα να προκύψει η Ιλιάδα (το ξεχείλισμα) που αποδίδουμε σε έναν Ομηρο που αμφιβάλλω πάρα πολύ αν ο ίδιος απέδιδε τίποτα στον εαυτό του, και δη «Την» Ιλιάδα, που έγινε στη συνέχεια η αλφαβήτα της εγκυκλίου παιδείας, επομένως και ο πνευματικός τυφλοσούρτης της κλασικής Ελλάδας.

Ο Ομηρος, αποφαίνεται με ασίγαστο χιούμορ ο Σιμώτας, είναι λοιπόν «όμηρος της Μούσας» και, μπροστά της, «σχεδόν ένας πίθηκος». Η Μνημοσύνη «διατρέχει», σαν μηχανή αναζήτησης, όλο το επονομαζόμενο «χάος» της προομηρικής παράδοσης, σκανάροντας «εν ριπή οφθαλμού» τους ιστότοπους με τους ωραιότερους στίχους, τους οποίους και ανασύρει στην επιφάνεια εργασίας της «λευκής» ομηρικής σελίδας (ας μην ξεχνάμε και τον δαίμονα του Μάξγουελ, την άλλη Μούσα της αρνητικής εντροπίας).

Προς επίρρωση όσων υποστηρίζει ο Σιμώτας, ανατρέχω στο νιτσεϊκό κείμενο με τίτλο «Ο Ομηρος και η κλασική φιλολογία» (1869), όπου ο νεαρός τότε Νίτσε αποφαινόταν, με σοβαρότητα γηραιού σχεδόν φιλολόγου, τα εξής: «Πιστεύουμε μεν σε έναν μεγάλο ποιητή της Οδύσσειας και της Ιλιάδας, όχι όμως στον Ομηρο ως αυτόν τον ποιητή». Ο Νίτσε θεωρεί το όνομα του Ομήρου ως απλή «αισθητική κρίση» της εποχής της ηρωικής ποίησης, και την απόδοση των επών στον Ομηρο ως ανάγκη της ίδιας εποχής να συμπυκνώσει την ποιητική της εμπειρία σε μια, όπως γράφει χαρακτηριστικά, «υλική ενικότητα» (stoffliche Singularitat). Σημειωτέον ότι τον όρο singularity χρησιμοποιεί και ο αστροφυσικός Στίβεν Χόκινγκ για τις μαύρες τρύπες του Διαστήματος, οι οποίες αποτελούν ακραίες μορφές πύκνωσης της ύλης.

Αυτό που πρέπει να γίνει κατανοητό, εφόσον βέβαια δεχόμαστε τη φυσικο-στατιστική ορολογία του Σιμώτα, είναι ότι η Ιλιάδα δεν είναι το αποτέλεσμα της φαντασίας ενός δημιουργικού υποκειμένου, αλλά το αποτέλεσμα μιας στατιστικά απίθανης σώρευσης στοιχείων σε μια δεδομένη χρονική στιγμή· ή, με όρους της «μαστορικής» τού Λεβί-Στρος, «το αποτέλεσμα όλων των ευκαιριών που παρουσιάστηκαν για την ανανέωση ή τον εμπλουτισμό του αποθέματος ή τη συντήρησή του με τα υπολείμματα προηγούμενων κατασκευών και διαλύσεων». Γίνεται σαφές ότι το επονομαζόμενο «δημιουργικό υποκείμενο», αφ' ης στιγμής εξοπλιστεί με χαρτί, μολύβι, σβηστήρι και υποβληθεί σε αυστηρή πειθαρχία, μεταμορφώνεται σε μια πρωτόγονη μηχανή Τούρινγκ, που συντάσσει και αναδιατάσσει με κομψούς αλγόριθμους τις κατακερματισμένες μορφές (ψηφίδες) του εαυτού και του κόσμου.

Το 1973 ο Τάκης Σιμώτας εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη δημοσιότητα με το βιβλίο Η κρίση της επικής συνείδησης. Εκεί, γίνεται λόγος για το «δειλό και πρόστυχο χέρι» που χειρίζεται τις «σατανικές μηχανές» και αφαιρεί τη ζωή από τους γενναίους σαμουράι πολεμιστές με ένα επιστημονικό αντικείμενο: το τουφέκι. Σήμερα, το ίδιο χέρι χειρίζεται την, τεχνικά υλοποιημένη πλέον, μηχανή Τούρινγκ: τον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Είναι το χέρι του Σιμώτα που δίνει τη χαριστική βολή στη φαντασία της ρομαντικής ύπαρξης. Το μόνο που ακούγεται από τα σωθικά του μαύρου κουτιού είναι ο «λειτουργικός», λευκός θόρυβος, που η φαντασία κάποτε προσπάθησε να τον συγκαλύψει με τις ωραίες της μορφές.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Προς δόξαν της οικογένειας
Ποιητής του παγκόσμιου θεάτρου
Τα θεία δώρα της ζωής
Τα πάντα είναι τραγούδι
Τέσσερις διαφορετικές εκδοχές της ίδιας αθωότητας
Ταξίδι στον χρόνο
Το πρώτο σκαλοπάτι
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Προς δόξαν της οικογένειας
Ποιητής του παγκόσμιου θεάτρου
Τα θεία δώρα της ζωής
Η από μηχανής φαντασία ή Μούσα
Τα πάντα είναι τραγούδι
Τέσσερις διαφορετικές εκδοχές της ίδιας αθωότητας
Ταξίδι στον χρόνο
Το πρώτο σκαλοπάτι
Ποίηση
Οταν το ποίημα δεν χάνεται
Συνέντευξη: Τζοάνα Καβένα
Εσωτερικό ταξίδι σε αναζήτηση νοήματος
Ανδρέας Κάλβος
Οταν ο ποιητής έσπειρεν παντού την χαράν με την θλίψη
Από τις 4:00 στις 6:00
Τραγούδια που περιγράφουν ιστορίες
Ο βασιλιάς της 12χορδης κιθάρας
Μουσική
Τα εκ «συρραφής» ρεμπέτικα, των ρεμπέτικων καταγωγή
Μεταφρασμένη λογοτεχνία
Το βάρος και η χάρη των λέξεων
Μετάφραση: μια δημιουργική ανάγνωση
Συνέντευξη: Νίκος Κουνενής
Το γέλιο απάντηση στο γελοίο
Άλλες ειδήσεις
Τηλεφώνημα από την Ανατολική Ακτή των ΗΠΑ
Αντω τι, Μούσα, προς μέσον λάλησον