Έντυπη Έκδοση

Σ' έναν δρόμο

Ο τρόπος που βαδίζει, γυναίκα περασμένα τα πενήντα και μοιάζει με κοριτσάκι που παίζει μόνο στον δρόμο, που δεν πηγαίνει πουθενά, προχωρεί τόσο αργά, λες και είναι μέσα σε κάποιο δάσος και ο χρόνος πλάι της, ένας σιωπηλός συνοδοιπόρος, σαν να θέλει, κι όλο ν' αναβάλλει, να απολογηθεί για κάτι που δεν έφταιξε.

Αγουρο είναι το κορμί της, αγορίστικο, σαν σταματημένο στην εφηβεία, μα όταν συναντάει κανέναν μοιάζει σαν γέροντας, νομίζεις πως για αιώνες περιπλανιέται στους δρόμους. Παιδιά δεν έχει, δεν έχει λόγο να βιάζεται. Οταν γυρνάει σπίτι βαστάει σακούλες, το κορμί της τότε μοιάζει με ζυγαριά. Δασκάλα ξένης γλώσσας είναι και της αρέσουν τα παλιά πράγματα. Μέσα σ' έναν φάκελο φυλάγει κειμήλια οικογενειακά: γράμματα, φωτογραφίες, συμβόλαια αγοραπωλησιών, προικοσύμφωνα. Βγάζει τα γράμματα και τα κρατά απαλά ανάμεσα στις ρώγες λες και είναι φίνα κι ευπαθή μαντίλια, στο φως μοιάζουν διάφανα, γυαλίζουν. Τα διαβάζει: κοίτα πώς επικοινωνούσε τότε ο κόσμος, σκέφτεται με θαυμασμό - αγάπη τυλιγμένη σε αραχνοΰφαντους γραφικούς χαρακτήρες και πού και πού, μικρές ακουαρέλες δακρύων. Σε μια κάρτα γαμήλια αργοπορεί, κοιτά κάτι καφέ λεκέδες, μοιάζουν σαν πουλάκια που κοιτούν τα ονόματα των νεόνυμφων, οι άκρες της είναι άγριες, λες και τις ροκάνισαν δόντια μικρά πλασμάτων που δεν γεννήθηκαν.

«Σε ζηλεύω!», είπε κάποτε, ξεπερνώντας έναν παλιό δισταγμό, σε κάποιον, «εσύ, ό,τι κάνεις έχει νόημα, γιατί θα μείνει». «Εσύ, όμως, είσαι τόσο καλή», ήθελε να της πει αυτός, «κι αυτό είναι το πιο πολύ», μα ντράπηκε. «Κι εσύ κάνεις κάτι που 'χει μεγάλη αξία. Είσαι καλή δασκάλα, και είμαι βέβαιος πως χρόνια μετά τα παιδιά θα σε θυμούνται και θα μιλούν για σένα γλυκά», της είπε τελικά. Ηταν συγγραφέας και νόμισε πως του 'λεγε για τα γραπτά. «Δεν είναι το ίδιο», απάντησε. «Μιλούν αλλιώς για σένα τα φιλημένα στόματα».

Είναι μέρες όμως που ελπίζει, και περιμένει, και όταν κοιμάται χαϊδεύει τα μάτια που κρύβουν βλαστούς και μικροσκοπικά φύλλα και μπουμπούκια σαν κλειστά εμβρύων στόματα. Και σκαρφαλώνει, σκαρφαλώνει στα νέα κλαριά που μέσα της κυοφορούνται, καθώς την καρδιά της η στέρηση δεν την έκλεισε, κι ας την κουράζει που σαν κλωνί όλο μάτια απλώνει φύλλα, μπουμπούκια, κλαριά, και κοιτάει, όλο κοιτάει κάτι που δεν πρόσεξε την τελευταία φορά σ' έναν δρόμο χιλιοπερπατημένο, όπως σε όνειρο που κοιμάσαι και ξανακοιμάσαι για να δεις τη συνέχειά του, κι ο δρόμος όλο κόβεται, αλλά κάθε τόσο νέο κομμάτι έχει προστεθεί.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Η ηθική του Κακού
Ταύτιση με την Κόρη των Αθηνών
Σπέρματα Δημουλά*
Οιδίπους Τύραννος με κουνημένη γκαρνταρόμπα
Ακραίες μορφές θρησκευτικής πίστης
Στην περιπέτεια ενός αινίγματος
Ψάχνοντας τον πολιτισμό που δεν υπάρχει
Η σχέση άρρενος και θήλειας αρχής
Αισθητική του εφήμερου
Γράμμα από την Κερατέα
«Ο αρχαιολογικός χώρος του Οβριοκάστρου Κερατέας»
Αφανής αναγνώστης
Ενα λανθάνον επιτήδευμα
Από τις 4:00 στις 6:00
Ζητιανεύοντας την επιτυχία στο τραγούδι
Ενας κιθαρίστας που έφερε πολλά είδη μουσικής πιο κοντά
Άλλες ειδήσεις
Σ' έναν δρόμο
«ΧΩΡΙΣ ΔΙΑΒΑΤΗΡΙΟ» στον Πειραιά
Οταν ο ζωγράφος Ρόθκο γίνεται θεατρική πράξη
Περί αβάσταχτης ερημιάς, γραφής και λοιπών αδιεξόδων
Το κύμα
Στον βρόντο
Ο Πειραιάς στην πρώτη γραμμή
Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα