Έντυπη Έκδοση

Η χειμερία νάρκη των φυλάκων στη σίκαλη

Ο «Φύλακας» είναι από τα βιβλία που ξαναδιαβάζω ανά δεκαπενταετία και τα συνδέει στην αντίληψή μου το γεγονός ότι είναι οραματικά, αλλά το όραμά τους είναι σταθερά ακατανόητο και διαφεύγει, αφήνοντας ίχνη από την μπογιά του στα τετράγωνα που κυκλώνουν τις διαισθήσεις τους πρωτότοκοι με βεβαρημένο προγενετικό ιστορικό, τετράγωνα που πέφτει πάνω τους βαριά η αντηλιά του Ντε Κίρικο και στη σκιά της χιονίζει όπως σε μια κρυστάλλινη σφαίρα που προφυλάσσει ένα διάφανο τριαντάφυλλο που στα πέταλά του διπλώνονται οι πηχυαίοι τίτλοι των εφημερίδων, οι τυφλοί που περνάνε αβοήθητοι τις διαβάσεις, σκεφτικοί σκύλοι, εύθυμοι νεαροί εμποροϋπάλληλοι λίγο πριν από το σχόλασμα μιας ημιαργίας, διαδηλώσεις κατά του νομοσχεδίου για τα αφροδίσια και πλείστα άλλα εποχικά, υποκειμενικά, αμετάδοτα, κουλτουριάρικα και υπερευαίσθητα που αφορούν ελάχιστους σε κάθε γενιά και που δεν θα ήθελα να τα υπερασπιστώ παραπάνω, γιατί είναι τόσο επισφαλής η φύση τους που κάθε αναφορά σε αυτά είναι νεκρολογία για φαντάσματα, που ποτέ δεν γίνονται συλλογικά βιώματα.

Γιατί δεν μιλάς για παραψυχολογία μέρα μεσημέρι την ώρα που στριμώχνονται οι πελάτες μπροστά στην ταμειακή με τους λογαριασμούς των ΔΕΚΟ στα χέρια και με καινούργια κινητά.

Στο αποκαλυπτικό όραμα του Σάλιντζερ, οι μικροαστοί πέφτουν από αφράτα ζαχαροπλαστικά σύννεφα όπως οι κουστουμαρισμένοι του Μαγκρίτ, μόνο που τώρα εκτός από τριμμένα κουστούμια φοράνε και στολές ράγκμπι, χαχόλικες ξεχειλωμένες ζακέτες, φουστάνια τύπου Λόρα Ασλεϊ και ό,τι εμπριμέ παραπέμπει στον αμερικανικό νότο, το κουάκερ και το σπιράλ, φοράνε κολεγιακά φούτερ, κουρίκουλουμ βίτε, ψυχωσικά μακιγιάζ σαν πίνακες του Μουνκ, και όλους τους καφέδες, τα αναψυκτικά και τα ντόνατς που καταναλώνονται στους σταθμούς των υπεραστικών λεωφορείων. Ομως όχι, ο Σάλιντζερ δεν είναι Κέρουακ και, όπως κάπου είχα διαβάσει, δεν τους πήγαινε και ιδιαίτερα τους μπίτνικς. Ο Κέρουακ θα έκανε σίγουρα αυτή την κορδέλα όπως στους «Υποχθόνιους» να παρατήσει την κοπέλα σύξυλη για να γυρίσει στη γραφομηχανή και να περιγράψει σε λέξεις την ηδονή ενός ραντεβού στα όρθια, ο Σάλιντζερ ψύχραιμα δεν θα πήγαινε καν στο ραντεβού, αλλά θα το περιέγραφε και θα έπαιρνε την κοπέλα από ένα θάλαμο να της προτείνει να συναντηθούνε ύστερα από πέντε μήνες σε ένα σταντ εφημερίδων, μιας άλλης πόλης. Παρεμπιπτόντως, ξέρω μόνο δύο που δεν εμφανίστηκαν την ημέρα του γάμου τους στην εκκλησία, ο ένας ήταν ο Κίρκεγκορ, ο άλλος ήταν ο Σέιμουρ Γκλας, ο μεγάλος αδελφός του αδειούχου αεροπόρου ήρωα στο «Ψηλά σηκώστε τη σκεπή μαστόροι» του Σάλιντζερ. Κάποιοι μικροπρεπείς που χαρακτηρίζουν τον Σάλιντζερ ήρωα-συγγραφέα του ενός βιβλίου προφανώς δεν έχουν συγγράψει καταπληκτικά διηγήματα, όπως το προαναφερθέν, και μάλλον δεν θα έχουν διαβάσει ούτε τα «Ρέστα» του Ταχτσή για να δουν πόσο Ελληνοαμερικανός ήταν ο Ταχτσής στο γράψιμό του και μάλλον απίθανο να μην είχε διαβάσει Σάλιντζερ, εντελώς απίθανο.

Εμένα τον «Φύλακα» μου τον έκανε δώρο η Ευτυχία, έξι χρόνια μεγαλύτερή μου, αντί αφιέρωσης είχε σημειώσει τρία άστρα στη σελίδα πριν από τον τίτλο, δεν ξέρω τι μασονικό ήταν αυτό, όλοι οι φανατικοί του Σάλιντζερ, και έγινα πάραυτα από αυτούς, σημειολογούν ανεξιχνίαστα. Μου τον έβαλε στο χέρι η Ευτυχία, όπως τρία χρόνια μετά μια συμμαθήτριά μου από το Μικτό Κολωνού, που άκουγε μόνο Τιμ Μπάκλεϊ και ασήκωτες μπαλάντες, σε ένα όνειρο μου έβαλε στο χέρι ένα περιστέρι και μου είπε «Καλά και συ ακόμα πίστεψες ότι πέθανα!» -όνειρο που είδα τρία χρόνια περίπου μετά τον θάνατό της σε τροχαίο. Και η Ευτυχία δεν άντεξε για πολύ να είναι καθηγήτρια Αγγλικών, άνοιξε η πλατεία Βικτωρίας, τα ταρό και η Αναΐς Νιν και την κατάπιαν.

Στο δικό μου περιβάλλον τουλάχιστον ο «Φύλακας» δεν είχε καθόλου πέραση, φανατικοί του Ντοστογιέφσκι που ακόμα δεν είχαν αποφασίσει αν ο Κούντερα ήταν συγγραφέας και μετά το «Αστείο», άνθρωποι που ο «Φύλακας» θα τους είχε ξεγράψει με την καλημέρα, αλλά εμένα ήταν οι κολλητοί μου, μια που καιροφυλακτούσε και ο Τέρλες του Μούζιλ, παίζοντας Σούμαν και τον κύκλο του CNS πίσω από την τζαμόπορτα που χώριζε τα τασάκια, διάβαζαν τον «Φύλακα» σαν να διαβάζαν σήμερα Πάολο Κοέλιο ή δεν ξέρω και μου τον επεστρέφαν με ύφος κουλ και εμβρόντητο, σαν μην είχα ακόμα εμπεδώσει για ποιους λόγους ασκούσε πολεμική ο Μαρξ στον Φόιερμπαχ. Ηταν φυσικό, αυτοί μου οι φίλοι έπρεπε να ζήσουν σαράντα χρόνια ξεφτιλισμένη μεταπολίτευση, να δούνε τα παιδιά τους να πηγαίνουν σχολείο με κινητά με ρινγκ τόουνς του Μαζωνάκη και οθόνη τον Μπομπ τον Σφουγγαράκη για να καταλάβουν. Ακόμα και πέρσι που έκανα το πείραμα και έδωσα τον «Φύλακα» σε έναν τριάντα και κάτι περίεργο συνθέτη, που έβγαζε ραβδώσεις στην επιδερμίδα αν του μιλούσες για Σαββόπουλο και Θεοδωράκη, και αυτός ακόμα με ρώταγε στραβωμένος, τι στο καλό είχε αυτό το βιβλίο και μου άρεσε... Ο Φύλακας όμως με προετοίμασε για πρωινά ολόκληρα σε καφέ πολυκαταστημάτων να κοιτάζω τις κάρτες που μου στέλνανε φίλοι από Γαλλία και Γερμανία, να ματαιώνω το γουίκ εντ στην Υδρα και την Εύβοια για να πάω στον Ναυτικό Ομιλο της Βουλιαγμένης με τη συγκοινωνία να πιω μόνος μου κρασί χειμώνα, μεσημέρι. Ο Φύλακας με προετοίμασε για την κατάργηση του εισπράκτορα στα λεωφορεία και την αντικατάστασή του από λογοτεχνίζοντες ελεγκτές που έχουν διαβάσει το Ελληνικό Σύνταγμα, με προετοίμασε ακόμα και για το ενδεχόμενο να μην αρέσει στην ανιψιά μου το «Αβαταρ» και να θέλει να φύγουμε αλλά να κρατήσει τα γυαλιά του 3d, για να δει αν όλα έξω από το σινεμά έχουν τις ιδιότητες της ταινίας και ένα σωρό άλλα, που αν δεν υπήρχε το όραμα του Σάλιντζερ, λέω, θα είχα διαγάγει τόσο μόνος μου σε αυτή την πόλη, πιθανά όσο και κείνος στο ερημητήριό του στο χωριό του Κονέκτικατ που διάλεξε για διάδρομο προσγείωσης -και τέρμα και ο βουδισμός και τέρμα και οι μηνύσεις που τον κρατάγανε ζωντανό. Επεσε στον θάνατο, όπως τα παιδιά στον γκρεμό εκεί που τελειώνει το χωράφι με τη σίκαλη, έχοντας γράψει ένα πολύ κακό βιβλίο, όπως λένε οι ειδικές γλώσσες, που δεν εξέδωσε και που φυλάγεται σε θυρίδα. Σαν να φυλάς ένα γάντι του μπέιζ μπολ, ένα εικοσάρικο της χούντας και ένα γλειμμένο καλαμάκι από μαλλί της γριάς κρυμμένα σε ένα κούφωμα. Ο Φύλακας με είχε προεδοποιήσει σχετικά και με αυτό, πως ότι δεν φαίνεται να έχει μέλλον αφήνεται ανοιχτό στο ενδεχόμενο μιας άλλης ζωής που πέθανε στη γέννα, ρίχνοντας τη σκιά της στην αριστερή φτέρνα αυτής της ζωής. Τέλος, αν δεν είχα διαβάσει το βιβλίο που μου χάρισε η Ευτυχία, με τόση σιγουριά για την επιλογή της, δεν θα είχα γράψει τον «Τούρκο στο Παρίσι», το «Ετσι κι αλλοιώς», το «Εφάπαξ» ή θα τα είχα γράψει αλλιώς, δηλαδή δεν θα τα είχα γράψει αυτά και μερικούς ακόμα στίχους, που ακόμα τώρα οι δικοί μου αναρωτιούνται αν θέλουν να πουν κάτι.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Πρόσωπα
ΖΥΡΑΝΝΑ των παθών και των θρύλων
Η Ανοιξη του Μίλαν Κούντερα
Ο ιδρυτής της εφημερίδας «Frankfurter Zeitung»
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Ο εφιαλτικός κανόνας
Πολιτικές του ηθικού
Η μαγεία του μικρού
Οι συνταγματάρχες, η περιπέτεια της γνώσης και ο Θεός
«Ναυτικά μακό και Corydrane Καλλιγραφίες»
Δέντρο που φυλλορροεί;
Ηθικολόγος της αρμονίας
Μυθιστορηματική αξιοποίηση μιας παρωχημένης εποχής
Ποίηση πεζών κι αποκομμάτων
Τα άνθη της πτώσης
Πρόσωπα
ΖΥΡΑΝΝΑ των παθών και των θρύλων
Η Ανοιξη του Μίλαν Κούντερα
Η χειμερία νάρκη των φυλάκων στη σίκαλη
Ο ιδρυτής της εφημερίδας «Frankfurter Zeitung»
Από τις 4:00 στις 6:00
Τρώγοντας έρχονται οι εμπνεύσεις
Πάντα πιστός φίλος των μπλουζ