Έντυπη Έκδοση

Η κρυφή γοητεία του αληθινού, εμπνευσμένου σινεμά

Ακόμη τρεις ταινίες σε επανέκδοση κάνουν και πάλι συναρπαστική τη νέα αυτή κινηματογραφική βδομάδα.

Ενας, όπως πάντα, ανατρεπτικός, χλευαστικός Μπουνιουέλ, με την ταινία «Η κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας» κι ένας λυρικός, πρωτοποριακός Γκοντάρ με την ταινία «Η περιφρόνηση». Ακολουθεί η απολαυστική κωμωδία «Ωραίος και σέξι» του Χέρμπερτ Ρος, σε σενάριο του Γούντι Αλεν, που δείχνει για ακόμη μία φορά το πόσο γεμάτη ευρηματικότητα και φαντασία ήταν, σε αντίθεση με τη σημερινή, η αμερικανική κωμωδία πριν από μερικές δεκαετίες. Το πρόγραμμα συμπληρώνεται με τη γαλλική αστυνομική κωμωδία «Ειδικότης μας το έγκλημα» του Πασκάλ Τομά.

Η κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας

Le charme discret de la bourgeoisie. Γαλλία, 1972. Σκηνοθεσία: Λουίς Μπουνιουέλ. Σενάριο: Λουίς Μπουνιουέλ, Ζαν-Κλοντ Καριέρ. Ηθοποιοί: Φερνάντο Ρέι, Πολ Φρανκέρ, Ντελφίν Σερίγκ, Μπουλ Οζιέ, Στεφάν Οντράν, Ζαν-Πιερ Κασέλ, Μισέλ Πικολί. 102'

*****

Η αστική τάξη, η εκκλησία, ο στρατός, η τρομοκρατία βρίσκονται στο στόχαστρο του Μπουνιουέλ σ' αυτή τη μαύρη, ανατρεπτική, σουρεαλιστική κωμωδία, σε επανέκδοση. Χαρείτε την!

Η αστική τάξη ήταν πάντα στο στόχαστρο του μεγάλου σουρεαλιστή σκηνοθέτη Λουίς Μπουνιουέλ. Από την εποχή της «Χρυσής εποχής» μέχρι τις κατοπινές ταινίες του, «Βιριδιάνα», «Τριστάνα», «Ο εξολοθρευτής άγγελος», «Το φάντασμα της ελευθερίας», για ν' αναφέρω μερικές από τις πιο σημαντικές του, ο μεγάλος αυτός δημιουργός δεν έπαψε, με εικόνες συχνά σοκ, με σαρκαστικό, απελευθερωτικό χιούμορ και με ιστορίες που ανατρέπουν με τρόπο απολαυστικό και πρωτότυπο κάθε ιδέα ρεαλισμού, να μας δίνει αξέχαστα αριστουργήματα, ταινίες-σταθμούς στην ιστορία του κινηματογράφου.

Στην «Κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας» (Οσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας, 1972) ο Μπουνιουέλ μάς παρουσιάζει μιαν άλλη πλευρά του κόσμου που κατέγραφε στον «Εξολοθρευτή άγγελο». Εκεί μια ομάδα ανθρώπων της μεγαλοαστικής τάξης έφταναν για ένα δείπνο, για να βρεθούν έγκλειστοι και να οδηγηθούν σε ακρότητες και πλήρη κατάρρευση του οικοδομήματος της οργανωμένης κοινωνίας τους. Στην «Κρυφή γοητεία» οι μεγαλοαστοί του παρευρίσκονται σ' ένα δείπνο, που δεν μπορούν να ολοκληρώσουν, εξαιτίας διάφορων καταστροφικών επεισοδίων που τους διακόπτουν: άφιξη σε λάθος ημερομηνία, ο ξαφνικός θάνατος του εστιάτορα που τους φιλοξενεί, επίθεση από τρομοκράτες τριτοκοσμικής χώρας της Λατινικής Αμερικής, επεμβάσεις του στρατού και της αστυνομίας, ακόμη και τα όνειρα και οι εφιάλτες των συνδαιτυμόνων.

Οπως και στον «Εξολοθρευτή άγγελο», η ιστορία στον Μπουνιουέλ δεν έχει καμιά ιδιαίτερη σημασία. Αντίθετα, εκείνο που τον ενδιαφέρει είναι τα διάφορα, διανθισμένα με το γνωστό μπουνιουελικό χιούμορ, επεισόδια, που τις πιο πολλές φορές ακολουθούν μια σουρεαλιστική λογική: όπως εκείνες με τον πρέσβη που είναι ντίλερ κοκαΐνης ή τον επίσκοπο που πιάνει δουλειά ως κηπουρός ή ακόμη τη σκηνή με τους συνδαιτυμόνες που κάθονται στο τραπέζι για να δειπνήσουν, για ν' ανακαλύψουν ξαφνικά πως βρίσκονται πάνω σε σκηνή θεάτρου.

Οι σκηνές μπορεί να μοιάζουν αυθαίρετες, πίσω τους όμως κρύβεται μια λογική, η λογική της ανατροπής, του ξεσκεπάσματος της κοινωνικής καταπίεσης, του παραλογισμού μιας χωρίς καμιά κρυφή γοητεία κοινωνίας, καθώς και της εκμετάλλευσης του ατόμου από κυνικούς πολιτικούς, αδηφάγους καπιταλιστές και μια βουτηγμένη στην υποκρισία εκκλησία. Με άλλα λόγια, μια ανεπανάληπτη, σουρεαλιστική, μαύρη κωμωδία, σε επανέκδοση.

Η περιφρόνηση

Le mepris. Γαλλία, 1963. Σκηνοθεσία-σενάριο: Ζαν-Λικ Γκοντάρ. Ηθοποιοί: Μπριζίτ Μπαρντό, Μισέλ Πικολί, Τζακ Πάλανς, Φριτς Λανγκ, Τζόρτζια Μολ. 103'

*****

Με αφορμή την κρίση στις σχέσεις ενός παντρεμένου ζευγαριού, με φόντο το γύρισμα στο πανέμορφο Κάπρι μιας ταινίας για τον Ομηρο, ο Γκοντάρ έφτιαξε την πιο όμορφη, πιο συναρπαστική, ταυτόχρονα μελαγχολική, ταινία του. Με ένα έξοχο καστ. Σε επανέκδοση.

Ξαναβλέποντας σήμερα την «Περιφρόνηση» ανακαλύπτεις πόσο η ταινία αυτή -όπως και «Ο τρελός Πιερό»- πενήντα σχεδόν χρόνια από το γύρισμά της δεν έχει καθόλου ξεπεραστεί. Βασισμένη σ' ένα μυθιστόρημα του Αλμπέρτο Μοράβια («Ενα φάντασμα το μεσημέρι»), η ταινία καταπιάνεται με την ιστορία ενός υπό διάλυση γάμου, στη διάρκεια των υποτιθέμενων γυρισμάτων μιας ταινίας για την Οδύσσεια και τον Ομηρο από τον διάσημο Γερμανό σκηνοθέτη Φριτς Λανγκ.

Αφορμή για το «τρομερό παιδί» της νουβέλ βαγκ να φτιάξει και μια ταινία πάνω στον ίδιο τον κινηματογράφο, χρησιμοποιώντας μερικά από τα «ιερά τέρατα» του σινεμά: τη «σεξοβόμβα» σταρ της εποχής και εμβληματική εκπρόσωπο μιας λαϊκής κουλτούρας, Μπριζίτ Μπαρντό, στον ρόλο της συζύγου που αρχίζει να περιφρονεί τον σεναριογράφο άντρα της όταν ανακαλύπτει πως αυτός υποβιβάζει τα ιδανικά και τις αξίες του. Τον Μισέλ Πικολί, στον ρόλο του Γάλλου θεατρικού συγγραφέα/ σεναριογράφου συζύγου. Τον Τζακ Πάλανς, στον ρόλο του παραγωγού που προσπαθεί με κάθε τρόπο να εκμεταλλευτεί τους άλλους για να φτιάξει την ταινία του, συνδυασμό, όπως πιστεύει (στην πραγματικότητα έκτρωμα), ανάμεσα στον εμπορικό και τον καλλιτεχνικό κινηματογράφο. Και τον διάσημο Γερμανό σκηνοθέτη (έναν από τους αγαπημένους σκηνοθέτες του Γκοντάρ) Φριτς Λανγκ, στον ρόλο του σκηνοθέτη που θέλει να αποδώσει κινηματογραφικά την ομορφιά της αρχαίας Ελλάδας - μια πρώτη αναφορά της αγάπης του Γκοντάρ για τη χώρα μας και την κουλτούρα της που οδήγησε στο γνωστό ξέσπασμά του, με την υποστήριξή του στην οικονομική μας κρίση, στο φετινό Φεστιβάλ των Κανών.

Ο ίδιος ο κινηματογράφος είναι στο επίκεντρο της ταινίας. Ο Γκοντάρ καυτηριάζει τους παραγωγούς εμπορικών δήθεν ταινιών, που μοναδικός τους στόχος είναι η με οποιονδήποτε τρόπο απόκτηση χρήματος. Ενώ, παράλληλα, εξετάζει τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο καλλιτέχνης/δημιουργός και τις παραχωρήσεις που αυτός αναγκάζεται συχνά να κάνει, χάνοντας σταδιακά τα οποιαδήποτε ιδανικά και την αξιοπρέπειά του. Από τις πιο ωραίες και πιο χαρακτηριστικές σκηνές είναι εκείνη με τον Φριτς Λανγκ να προτείνει στον παραγωγό μια ταινία που συγκρίνει τις ιδέες και τα ιδανικά της αρχαίας Ελλάδας με τις ξεπεσμένες αξίες του σύγχρονου κόσμου μας, κάτι που απορρίπτει ο παραγωγός, ο οποίος θέλει να γυρίσει μια εμπορική, μπλοκ-μπάστερ ταινία, διανθισμένη με πολλά γυμνά (ήδη η πρώτη σκηνή της γυμνής Μπαρντό είναι σκηνή που ο παραγωγός της ταινίας ανάγκασε τον Γκοντάρ να γυρίσει).

Ο Γκοντάρ συνδυάζει με τρόπο κινηματογραφικά έξοχο τον Μοράβια με τον Ομηρο και το σινεμά με την πραγματική ζωή, για να φτιάξει μια ταινία γύρω από τις εύθραυστες σχέσεις του ζευγαριού αλλά και το θέμα της ευθύνης και της αξιοπρέπειας του καλλιτέχνη. Ανατρέπει, όπως πάντα, τους κανόνες της κινηματογραφικής γλώσσας για να φτιάξει μια ταινία όπου τα πάντα, φωτογραφία (του Ραούλ Κουτάρ), κινήσεις της κάμερας, μουσική (του Ζορζ Ντελρίκ), ήχοι, φυσικοί χώροι (εκείνοι της Ρώμης και ιδιαίτερα του Κάπρι), ανατρεπτικοί διάλογοι, χιούμορ (μαζί και τα «ιδιωτικά αστεία»), μοντάζ, ρυθμός, υπακούουν σε μια συγκεκριμένη, αυστηρή, μέσα από τη φαινομενική αυτοσχέδια όψη της, γραμμή. Μια πανέμορφη, λυρική, μαζί και μελαγχολική, γεμάτη πάθος, ζωντάνια και μικρές, ευπρόσδεκτες εκπλήξεις, ταινία, που μας λέει πολλά για την αλήθεια αλλά και τη μαγεία της κινηματογραφικής τέχνης.

Ωραίος και σέξι

Play it again Sam. ΗΠΑ, 1972. Σκηνοθεσία: Χέρμπερτ Ρος. Σενάριο: Γούντι Αλεν, από το θεατρικό του έργο. Ηθοποιοί: Γούντι Αλεν, Νταϊάν Κίτον, Τόνι Ρόμπερτς, Σούζαν Ανσπακ. 85'

*** ½

Οταν τον εγκαταλείπει η γυναίκα του, ένας κριτικός κινηματογράφου προσπαθεί, με τη βοήθεια ενός φιλικού ζευγαριού και το φάντασμα του αγαπημένου του ηθοποιού, Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ, να βρει παρηγοριά στην αγκαλιά άλλης γυναίκας. Απολαυστική, γεμάτη έξυπνα γκαγκ, κωμωδία, σε επανέκδοση.

Απολαυστική η σε επανέκδοση αυτή κωμωδία, που ο σκηνοθέτης Χέρμπερτ Ρος έφτιαξε με βάση τη θεατρική κωμωδία του Γούντι Αλεν. Στην ταινία ο ίδιος ο Αλεν ερμηνεύει τον Αλαν, έναν κριτικό κινηματογράφο του Σαν Φρανσίσκο που η μανία του για τα φιλμ νουάρ, ιδιαίτερα των ταινιών με τον Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ, κάνει τη γυναίκα του να τον εγκαταλείψει. Απογοητευμένος και σε κατάθλιψη, ο Αλαν θα στραφεί για βοήθεια σ' ένα φιλικό του ζευγάρι, τη Λίντα (Νταϊάν Κίτον) και τον Ντικ (Τόνι Ρόμπερτς), αλλά και στο φάντασμα του ήρωά του, Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ (Τζέρι Λέισι), που κάθε τόσο τον... επισκέπτεται για να του δώσει συμβουλές.

Ο Αλεν χρησιμοποιεί τα διάφορα επεισόδια με τα «τυφλά ραντεβού» που του κανονίζουν η Λίντα και ο Ντικ, για να δημιουργήσει τον κωμικό, νευρωτικό, συνεχώς αγχωμένο χαρακτήρα που θα επικρατήσει σε μια σειρά κατοπινών ταινιών του. Κι αυτό μέσα από έξυπνους, σπιρτόζικους διαλόγους, αλλά και μια σειρά πρωτότυπα, ξεκαρδιστικά γκαγκ. Ανάμεσα στα καλύτερα αναφέρω εκείνο με το πορνοπεριοδικό ή τα διάφορα με τον Αλεν να προσπαθεί να μιμηθεί τον Μπόγκαρτ, καθώς και τη σκηνή του φινάλε, παρωδία της «Καζαμπλάνκα», της αγαπημένης ταινίας του κριτικού Αλαν, από την οποία ο Αλεν πήρε και τον πρωτότυπο τίτλο της ταινίας του, «Play it again Sam», αναφορά στη φράση της Ινγκριντ Μπέργκμαν στον πιανίστα να παίξει και πάλι το κομμάτι που αγαπούσε ν' ακούει με τον Μπόγκαρτ. Δεν ξέρω πόσο «Ωραίος και σέξι» είναι ο Αλεν, σύμφωνα με τον ελληνικό τίτλο της ταινίας, αλλά «τρελός και απολαυστικός» σίγουρα είναι. Και που θα σας κάνει να γελάσετε με την καρδιά σας.

Ειδικότης μας το έγκλημα

Le crime est notre affaire. Γαλλία, 2008. Σκηνοθεσία: Πασκάλ Τομά. Σενάριο: Κλεμάνς ντε Μπιεβίγ, Φρανσουά Καβιλιόλι. Ηθοποιοί: Κατρίν Φροτ, Αντρέ Ντισολιέ, Κλοντ Ρις, Κιάρα Μαστρογιάνι, Ιπολίτ Ζιραρντό, Μελβίλ Πουπό. 109'

**

Αστυνομική κωμωδία, διασκευή ενός βιβλίου της Αγκάθα Κρίστι, με την ερασιτέχνη ντετέκτιβ Προυντάνς Μπέρεσφορντ να προσπαθεί να εξιχνιάσει ένα μυστηριώδες, χωρίς... πτώμα, έγκλημα.

Ο Πασκάλ Τομά επιστρέφει με μια νέα διασκευή έργου της Αγκάθα Κρίστι, τη φορά αυτή με τον τίτλο «Ειδικότης μας το έγκλημα», από το βιβλίο της «Συνεταίροι στο έγκλημα». Εδώ, η γνωστή μας από την προηγούμενη ταινία Προυντάνς Μπέρεσφορντ (Κατρίν Φροτ) και ο σύντροφός της Μπλέιζερ (Αντρέ Ντισολιέ) αναλαμβάνουν να εξιχνιάσουν ένα φόνο του οποίου μοναδικός μάρτυρας είναι η θεία της Προυντάνς, μόνο που δεν βρίσκεται κανένα... πτώμα, παρ' όλο που έχει διαπραχθεί το έγκλημα.

Ο Πασκάλ Τομά δεν είναι κανένας ξεχωριστός σκηνοθέτης. Εχει, όμως, τη λεπτότητα και τη φινέτσα που χαρακτηρίζει ένα τμήμα του γαλλικού σινεμά και είναι ακριβώς αυτά τα στοιχεία που κυριαρχούν στην προσέγγισή του στην αστυνομική αυτή κωμωδία. Κωμωδία σίγουρα μιας περασμένης, ανέμελης εποχής που όμως, ιδιαίτερα σε μια καλοκαιρινή περίοδο, όπου το αστυνομικό μυθιστόρημα διαβάζεται άνετα (όταν μάλιστα είναι διανθισμένο με κωμικά στοιχεία), βλέπεται ευχάριστα. Πράγμα στο οποίο σίγουρα βοηθάνε και οι απολαυστικές ερμηνείες του δίδυμου Κατρίν Φροτ-Αντρέ Ντισολιέ.*

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική κινηματογράφου
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης
Θερινό σινεμά πρωτοπορίας έστησε η Καφέτση
Αρχαιολογικοί χώροι
Το φεγγάρι είναι κόκκινο, η κρίση είναι βαθιά
Κριτική μουσικής
Οταν ο Κωνσταντίνος Καρύδης ερμηνεύει Μπετόβεν
Συνέντευξη: Σεμπάστιαν Νακάγεφ
«Ο Οθέλλος είναι αγαπησιάρης και κακομοίρης»
Κριτική κινηματογράφου
Η κρυφή γοητεία του αληθινού, εμπνευσμένου σινεμά
Τηλεόραση
Ριάλιτι στα άκρα
Μεγάλα αστέρια στη μικρή οθόνη
Τεχνικοί εναντίον Star και Ενωσης καναλιών
Αυγουστιάτικη ενημέρωση
Άλλες ειδήσεις
Ο Τεό επιστρέφει στο Ζαγόρι