Έντυπη Έκδοση

Οταν ο Κωνσταντίνος Καρύδης ερμηνεύει Μπετόβεν

Παρά τις έκδηλες, παγιωμένες πλέον, ανισότητές τους οι επιλογές του Φεστιβάλ Αθηνών στο πεδίο της μουσικής περιελάμβαναν φέτος δύο ξεχωριστές συναυλίες από νεανικής σύνθεσης ορχήστρες που «έγραψαν» ανεξίτηλα στη μνήμη.

Μετά την Ορχήστρα Νέων «Σιμόν Μπολίβαρ» της Βενεζουέλας, δεύτερη -όμοια δυνατή- έκπληξη πρόσφερε η Ορχήστρα Δωματίου «Γκούσταβ Μάλερ». Σύνολο πολυεθνικής σύνθεσης, που ιδρύθηκε το 1997 από τον αρχιμουσικό Κλαούντιο Αμπάντο και πρώην μέλη τής Ορχήστρας Νέων «Γκούσταβ Μάλερ». Παρά το έκδηλα ετερόκλιτο ρεπερτόριο, η συναυλία υπό τον Κωνσταντίνο Καρύδη (14/7/2010) στο Μέγαρο Μουσικής άφησε συναρπαστικές εντυπώσεις.

Πρώτο δόθηκε το «Κοντσέρτο για πιάνο αρ. 3» του Μπετόβεν, που ερμήνευσε ο Φάζιλ Ζάι, παλιός γνώριμος του Φεστιβάλ Αθηνών. Από τις πρώτες νότες της ορχηστρικής εισαγωγής φάνηκε ότι ο Ελληνας αρχιμουσικός είχε εμπλουτίσει την ανάγνωσή του επιλεκτικά με στοιχεία ιστορικής ερμηνευτικής. Διάταξη ορχήστρας, που ευνοούσε την ανάδειξη μουσικών γραμμών και αντιπαραθέσεων, τύμπανα με ραβδιά κρούσης δίχως τσόχα, έντονες αντιθέσεις δυναμικής και ταχυτήτων, τονισμένα ξύλινα και χάλκινα πνευστά, απότομες επιταχύνσεις όρισαν ένα ηχητικό τοπίο παλλόμενο από ζωντάνια και μουσικότητα. Εναρμονιζόμενος πλήρως, ο σαραντάχρονος Τούρκος πιανίστας συνεισέφερε παίξιμο λαμπερό, σφιχτοδεμένο, εμπλουτισμένο με εκφραστικούς γλυκασμούς και εύστοχα στιλιζαρισμένες εξάρσεις δεξιοτεχνίας.

Στο εναρκτήριο «Allegro con brio» τον τόνο έδωσαν οι σβέλτοι, αθλητικής ανταγωνιστικότητας διάλογοι με την ορχήστρα, οι νωχελικές μελωδικές διατυπώσεις πλασμένες ως φωνητικά αριόζι και ένα ακραίο, εκκεντρικό μέρος ελεύθερης δεξιοτεχνίας με μεγαλόστομους πιανισμούς α λα Λιστ/Τσαϊκόφσκι. Το «Largo» διαπλάστηκε ευφυώς ως έντονα λυρικό, σοπενικό «Νυχτερινό». Στο καταληκτικό «Rondo-Allegro» κυριάρχησε ο γεμάτος ευφορία συνδυασμός υψηλών ταχυτήτων, χορευτικής κινητικότητας και ιδιοσυγκρασιακών εξάρσεων δεξιοτεχνίας.

Ακολούθησε το «Κοντσέρτο για πιάνο αρ. 2, Ο δρόμος του μεταξιού» (1994) του ίδιου του Φάζιλ Ζάι. Ηταν ένα έντονα ατμοσφαιρικό κομμάτι συμφωνικού «new age», που θύμιζε συνθέσεις του Βαγγέλη Παπαθανασίου. Η συμφωνική ορχήστρα και το πιάνο αναπαρήγαγαν -ομολογουμένως με επιτυχία!- εφέ που έχουμε συνηθίσει να ακούμε από σινθεσάιζερ. Δομημένο ως σουίτα, το έργο διέθετε τέσσερα μέρη με τίτλους που θα μπορούσαν να είναι δανεισμένοι από τους ψυχεδελικών χρωματισμών πίνακες του Ρώσου «μύστη» Νίκολας Ρέριχ (1874-1947). Το έργο αξιοποίησε με οικονομία κοινότοπα, πολυχρησιμοποιημένα ακούσματα εξωτικών κλιμάκων και ρυθμών. Αιθέριοι ισοκράτες, βαριοί «πολεμικοί» ρυθμοί, ρευστές μελωδικές διατυπώσεις ζυμωμένες με στοιχεία αραβικής μουσικής και πιανιστικά σόλι με τζαζίστικες πινελιές σε ύφος Κιθ Τζάρετ δημιούργησαν κινηματογραφικού τύπου υποβλητικές ατμόσφαιρες, σαν αυτές που συνοδεύουν τηλεοπτικά ντοκιμαντέρ για την Ανατολή.

Το δεύτερο μισό της βραδιάς ξεκίνησε με τη σύνθεση του Περικλή Κούκου «In memoriam, Γ. Α. Παπαϊωάννου» για σόλο βιολί και έγχορδα (1989). Το σύντομο, ελεγειακό κομμάτι αποδόθηκε στρωτά και με ευαισθησία. Η αληθινή αποκάλυψη ήρθε, ωστόσο, στο τέλος, με την ερμηνεία της «Συμφωνίας αρ. 7» του Μπετόβεν. Οδηγημένοι από τον Καρύδη, σε πλήρη εγρήγορση, οι μουσικοί πρόσφεραν μια φλογερή και ταυτόχρονα στιλιστικά επιτυχημένη ερμηνεία που δικαίωσε απόλυτα τον χαρακτηρισμό του έργου αυτού από τον Βάγκνερ ως «αποθέωση του χορού»! Εχοντας επεξεργαστεί σε βάθος ισορροπίες και λεπτομέρειες της μουσικής δραματουργίας, τόσο εκφραστικά όσο και τεχνικά, ο 36χρονος αρχιμουσικός καθήλωσε το ακροατήριο. Η ανάγνωσή του ήταν σπάνιας οργανικής συνοχής, αλλά πρωτίστως συγκλονιστικής αμεσότητας και απάλλαξε διαμιάς τη δημοφιλή Συμφωνία από κάθε σκουριά σοβαροφάνειας και φθοράς από τις επανειλημμένες ακροάσεις!

Η αργή εισαγωγή δόθηκε με σταθερό, γεμάτο προσμονή βηματισμό οδηγώντας στη λυτρωτική απογείωση του ανάλαφρου, γεμάτου ανεμπόδιστη ζωντάνια χορευτικού καλπασμού. στο καθαυτό «Vivace» συνδυάστηκαν υπέροχες λεπτομέρειες στους λυρικούς διαλόγους των φωτεινών ξύλινων πνευστών και ακραίες αντιθέσεις ανάμεσα σε απαλές/χαμηλόφωνες και σε τραχιές/δυνατές διατυπώσεις. Το δημοφιλές ελεγειακό «Allegretto» έρρευσε με μυώδεις μελωδικούς ελιγμούς. Την αδρεναλίνη στα ύψη εκτίναξαν τα δύο τελευταία μέρη, το επίμονο, σφυροκοπηματικό «Scherzo: Presto» και το ακατάβλητης ωστικής δύναμης «Allegro con brio». Ο Καρύδης κλιμάκωσε ευφυώς και με τόλμη ταχύτητες και εντάσεις χτίζοντας παροξυσμικές κορυφώσεις δίχως την παραμικρή απώλεια σε συντονισμό, χροιά ήχου και ακρίβεια φραστικής: εδώ μέτρησαν 100% οι αριστοτεχνικές επιδόσεις των ακμαίων μουσικών! Ηταν η συναρπαστικότερη ερμηνεία της μπετοβενικής 7ης που είχαμε ακούσει ώς τώρα!

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική μουσικής
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης
Θερινό σινεμά πρωτοπορίας έστησε η Καφέτση
Αρχαιολογικοί χώροι
Το φεγγάρι είναι κόκκινο, η κρίση είναι βαθιά
Κριτική μουσικής
Οταν ο Κωνσταντίνος Καρύδης ερμηνεύει Μπετόβεν
Συνέντευξη: Σεμπάστιαν Νακάγεφ
«Ο Οθέλλος είναι αγαπησιάρης και κακομοίρης»
Κριτική κινηματογράφου
Η κρυφή γοητεία του αληθινού, εμπνευσμένου σινεμά
Τηλεόραση
Ριάλιτι στα άκρα
Μεγάλα αστέρια στη μικρή οθόνη
Τεχνικοί εναντίον Star και Ενωσης καναλιών
Αυγουστιάτικη ενημέρωση
Άλλες ειδήσεις
Ο Τεό επιστρέφει στο Ζαγόρι