Έντυπη Έκδοση

Ενας ευγενής και άκακος άνθρωπος

Το πρώτο του ποίημα το έγραψε όταν ήταν δεκαεννιά ετών και πρωτοδημοσίευσε τα κείμενά του, όπως και ο φίλος του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, στην εφημερίδα «El Espectador» της Κολομβίας.

Τα περισσότερα από τα έργα του τα έγραψε καθώς ταξίδευε, για περισσότερο από 23 χρόνια, στις χώρες της Λατινικής Αμερικής προωθώντας τις αμερικανικές ταινίες, γι' αυτό και ο Οκτάβιο Παζ τον αποκαλούσε περιπλανώμενο ποιητή. Οι εμπειρίες του από αυτά τα ταξίδια με πλοία, τρένα και αεροπλάνα τού φάνηκαν πολύ χρήσιμες στη συγγραφή των βιβλίων του.

Είχα διαβάσει μερικά από τα βιβλία του, αρκετές αποκαλυπτικές συνεντεύξεις του και γνώριζα εξ ίσου αρκετά για την προσωπική του ιστορία πριν ακόμη μου μιλήσει γι' αυτόν ο Μάρκες, ο οποίος και μου έδωσε το τηλέφωνό του.

Ο Μούτις, παρ' ότι είναι ευρύτερα γνωστός στο λογοτεχνικό κόσμο και το έργο του έχει εκτιμηθεί ιδιαίτερα, εν τούτοις δεν ήταν σταρ και δεν διέθετε γραμματέα. Οταν τον συνάντησα, ζούσε μια ήσυχη, ευτυχισμένη νομίζω, ζωή με τη γυναίκα του Κάρμεν, αποφεύγοντας άσκοπες εξόδους και κουραστικές κοσμικότητες.

Του είχα τηλεφωνήσει Παρασκευή από τη Νέα Υόρκη και μου είχε απαντήσει ο ίδιος. «Πότε θέλετε να έρθετε; Αύριο;», με ρώτησε πρόθυμα. «Οχι», του απάντησα, «αύριο βράδυ θα φτάσω στο Μεξικό. Μήπως θα μπορούσα να σας επισκεφθώ τη Δευτέρα;». Συμφωνήσαμε για τις δώδεκα το μεσημέρι. Ηταν Πρωτομαγιά όταν του τηλεφώνησα και με ρώτησε μάλλον απορημένος επειδή τέτοια μέρα εργαζόμουν: «Μα δεν έχετε αργία στη Νέα Υόρκη;».

Το διώροφο σπίτι του Μούτις ήταν μεγάλο, καλαίσθητο, με ωραίους κήπους και περιφραγμένο, για λόγους ασφαλείας, με πολύ υψηλούς τοίχους. Σ' αυτό το σπίτι, που βρίσκεται στο ακριβό προάστιο Σαν Χερόνιμο του Μεξικού, έζησε από το 1980.

Στην άκρη του ενός από τους μικρούς κήπους που διέθετε μου είχε δείξει, με φανερή ικανοποίηση, μια συστάδα με μικρές μπανανιές που είχε φυτέψει ο ίδιος και τις φρόντιζε με επιμέλεια.

«Ημουν μικρό παιδί όταν με πήγαν για πρώτη φορά από τις Βρυξέλλες, όπου ο πατέρας μου ήταν διπλωμάτης, στις μπανανοφυτείες του παππού μου στην Κολομβία, και εντυπωσιάστηκα τόσο πολύ από την εικόνα που αντίκρισα, ώστε νομίζω πως δεν θα μπορέσω ποτέ να την ξεχάσω. Γι' αυτό φύτεψα εδώ αυτά τα λίγα δέντρα εις ανάμνησιν», μου είπε.

Στον τοίχο της περίφραξης, ακριβώς δίπλα από τις μπανανιές, είχε τοποθετήσει μια μεγάλη πράσινη πινακίδα, στην οποία ήταν γραμμένο με λευκά γράμματα ένα ποίημά του.

Στον Αλβαρο Μούτις αναγνώριζες αμέσως τον ευγενή από κάθε άποψη άνθρωπο, με την καλή καταγωγή και εκπαίδευση, που δεν θα μπορούσε να βλάψει κανέναν. Μιλούσε χωρίς θεατρινισμούς, με λιγοστές κινήσεις και δίχως καμιά έκρηξη έπαρσης, όπως συμβαίνει με μερικούς διάσημους λογοτέχνες.

Ηταν ψηλός, όμορφος, κομψός, καλοντυμένος και μάλλον σε καλή φυσική κατάσταση.

Επειδή όμως τα ισόγεια δωμάτια του σπιτιού του ήταν σε διαφορετικά επίπεδα, που συνδέονταν μεταξύ τους με μικρά σκαλοπάτια, πρόσεχε τα βήματά του όταν περπατούσε και τα χέρια του έτρεμαν σαν να βρισκόταν στην αρχή του Πάρκινσον.

Μιλούσε αυθόρμητα, χαμηλόφωνα, εκδήλωνε αβίαστα τον ενθουσιασμό του και γελούσε διαρκώς, όπως άλλωστε θα έκανε ο κάθε καλόκαρδος άνθρωπος.

Είχε χαρεί, καθώς μου είπε, που με γνώρισε, γιατί είχε ακούσει πολλά για μένα κυρίως από τον Μάρκες. Μου είπε επίσης ότι δεν είχε ποτέ Ελληνες φίλους, παρ' ότι είχε ταξιδέψει κάποτε στην Ελλάδα και του άρεσε η Αθήνα και ο Πειραιάς, τον οποίον μάλιστα αναφέρει στο βιβλίο του «Αμντούλ Μπασούρ».

«Ηταν πολλά χρόνια πριν», μου είπε, «ήμασταν σε μια κρουαζιέρα με τον Γκάμπο» (χαϊδευτικό του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες). «Για να καταλάβεις, τα παιδιά και των δυο μας ήταν ακόμη μωρά. Ξέρεις, με τον Γκάμπο είμαστε εξήντα χρόνια φίλοι, όχι απλώς φίλοι, αδελφοί».

«Γνωρίζω ότι είσαστε ο πρώτος που διάβαζε τα χειρόγραφά του», του είπα.

«Ναι, αλλά τις περισσότερες φορές πολλά από αυτά που διάβαζα δεν τα έβλεπα μετά τυπωμένα στα βιβλία. Ο Γκάμπο, θα το γνωρίζεις, είναι όλο εκπλήξεις... Βλέπεις αυτή τη φωτογραφία; Είναι ο Γκάμπο και ο ζωγράφος Ομπρεγκόν, εδώ, σ' αυτό το σπίτι, την ημέρα που ανακοινώθηκε η είδηση ότι του δώσανε το Νόμπελ».

Την ίδια ακριβώς φωτογραφία έχει κρεμασμένη στο γραφείο του και ο Μάρκες, ο οποίος μου είχε μιλήσει αρκετές φορές για τις σχέσεις τους.

Η φωτογραφία που μου έδειξε ο Αλβαρο Μούτις ήταν μια από τις πολλές που κάλυπταν τους τοίχους του γραφείου του μαζί με πίνακες ζωγραφικής διαφόρων καλλιτεχνών και ανάμεσά τους ξεχώριζε ένα μεγάλο χαρακτικό του Πικάσο, ένα μεγάλο παστέλ τού επίσης συμπατριώτη του Μποτέρο και το αντίγραφο ενός βυζαντινού Χριστού.

Μια ευμεγέθης φωτογραφία του Προυστ και ένα χαρακτικό που απεικόνιζε επίσης τον Προυστ ήταν κρεμασμένα σε εμφανή σημεία. Στο γραφείο του, το οποίο φωτιζόταν έντονα από έναν φεγγίτη που υπήρχε στο ξύλινο ταβάνι, ήταν κρεμασμένη και μια παλιά αφίσα ενός κρουαζιερόπλοιου, με το οποίο ο συγγραφέας είχε ταξιδέψει πολλές φορές. Ασφαλώς υπήρχαν και πίνακες του Αλεχάντρο Ομπρεγκόν, στενού φίλου του Μάρκες και του Μούτις.

Κάποιοι από αυτούς τους πίνακες έχουν τυπωθεί στα εξώφυλλα των βιβλίων του Μούτις, χωρίς όμως να μπορέσουν να αναδείξουν τον Ομπρεγκόν σε σημαίνοντα ζωγράφο.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Βιβλίο
Παρουσίαση βιβλίου
Συγγραφείς/Συγγράμματα
Σχετικά θέματα: Βιβλίο
Ο περιπλανώμενος
Πώς φωτογράφισα τον Αλβαρο Μούτις
«Ετσι κι αλλιώς είμαι απλώς περαστικός»
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Αρχαιολογία
Η Κάρλα έστειλε καράβια στην Τροία
Βιβλίο
Ο περιπλανώμενος
Ενας ευγενής και άκακος άνθρωπος
Πώς φωτογράφισα τον Αλβαρο Μούτις
«Ετσι κι αλλιώς είμαι απλώς περαστικός»
Θέατρο
«Δεν έχω φιλήσει κατουρημένες ποδιές»
Μουσική
Πολιτισμός ενάντια στη βαρβαρότητα
Μυθιστορήματα
Τους χώρισε ο υπερρεαλισμός, τους ένωσε ο Ερωτας
Ντοκιμαντέρ
Στο μυαλό του Μίκαελ Χάνεκε
Υγεία
Ο καλύτερος φίλος... για την υγεία σας!
Ο έλεγχος σώζει τα μάτια σας!
Πώς να αυξήσετε το μητρικό γάλα
Τι ελκύει τους άνδρες σε μία γυναίκα και τι τις γυναίκες σε έναν άνδρα;
Οι αντικαρκινικές ιδιότητες του... γάμου!
Εστίες μικροβίων οι γυναικείες τσάντες!