Έντυπη Έκδοση

Ιστορική μυθιστοριογραφία στα χρόνια της Τουρκοκρατίας

Σεργιάνι προς την ελευθερία

Γιάννης Καλπούζος

Αγιοι και δαίμονες. Εις ταν Πόλιν

εκδόσεις Μεταίχμιο, σ. 748, ευρώ 20,90

Εχοντας αποσπάσει την επιβράβευση χιλιάδων αναγνωστών για το προηγούμενο μυθιστόρημά του, Ιμαρέτ. Στη σκιά του ρολογιού, ο Γιάννης Καλπούζος παραμένει με το νέο του βιβλίο στην ιστορική μυθιστοριογραφία και στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Η μετατόπισή του είναι χωρική. Από τη γενέθλια Αρτα μεταφέρεται τώρα στην Κωνσταντινούπολη, την πόλη με τους χίλιους μύθους και την πολυφυλετική φυσιογνωμία, ιδεατή στο συλλογικό φαντασιακό, αλλά και την πόλη που πολλάκις αγαπήθηκε από το ευρύ αναγνωστικό κοινό. Κανένας απ' όσους αναζητούν στη λογοτεχνία αναπαραστάσεις των συνδηλώσεων της Κωνσταντινούπολης ως τόπου θαυμάτων και επικών δραμάτων, μυσταγωγίας και μεθυστικής φρεναπάτης, δεν θα απογοητευτεί από το μυθιστόρημα του Καλπούζου. Ο συγγραφέας αναβιώνει την Πόλη μέσα από τις πρωτοπρόσωπες μαρτυρίες των κεντρικών χαρακτήρων, αλλά πρωτίστως με πυξίδα την απαραγνώριστη ερευνητική του δουλειά. Ωστόσο, τα γερά θεμέλια του πραγματολογικού υλικού δεν αποτρέπουν τις διαφυγές σε ονειρικές ενατενίσεις. Ο Καλπούζος δεν φοβάται να αφομοιώσει στη μυθοπλασία τη στερεότυπα ιδεαλιστική εξεικόνιση της Κωνσταντινούπολης, όπως επίσης δεν φοβάται να υπονομεύει αυτή την εξωραϊστική θέα με απομυθοποιητικές περιγραφές, που διαρρηγνύουν εύστοχα τη μυστικιστική ομίχλη. Μολονότι τα μυθοπλαστικά γεγονότα καλύπτουν διάστημα περίπου 25 χρόνων, από το 1808 μέχρι το 1834, επιτρέποντας στον συγγραφέα να εξεικονίσει μια πολύπτυχη τοιχογραφία, η οπτική του αποφεύγει τις μεγεθύνσεις και τις εθνικές, μεγαλορρήμονες στοναχές και αφουγκράζεται τους ήσσονες, χαμηλόφωνους στεναγμούς των ηρώων του. Γι' αυτό τον λόγο, αναθέτει την αφήγηση στον Τζανή Κομνά, έναν Ελληνα της Κωνσταντινούπολης, ο οποίος συνθέτει το προσωπικό του χρονικό, χωρίς να φιλοδοξεί να υποστυλώσει την Ιστορία με το δικό του ιστοριογραφικό λιθαράκι, αλλά με την ελπίδα να σταθεί κάποτε κάποιος για να το κοιτάξει. Οπως ο ίδιος σημειώνει στον πρόλογο των απομνημονευμάτων του, «θαρρώ πως έχει να ωφεληθεί ανάβοντας το φιτίλι του στο καντήλι των καιρών μου». Διότι «τι είναι ο άνθρωπος δίχως το βύζαγμα του χθες;»

Η ταπεινοφροσύνη διατρέχει τα γραφόμενα του Τζανή. Η αυτοβιογράφησή του ουδέποτε εκτραχύνεται σε θρηνητικές ή ελεγειακές παρακρούσεις, καθώς οι φωνητικές του χορδές δεν προσφέρονται για κρεσέντο και έτσι διατηρούν το ηχόχρωμα της νηφαλιότητας. Μόνον από το 1820 και μετά η αφήγησή του υποχρεώνεται να διαβεί σκολιές οδούς, εγκατεσπαρμένες με πτώματα χριστιανών, σφαγιασθέντων από αποθηριωμένους Οθωμανούς, έξαλλους για την ανταρσία των υποτελών τους. Μέχρι τότε ο Τζανής φτιάχνει σελίδα τη σελίδα μια ζωηρόχρωμη ζωγραφιά της γενέτειράς του και όσο αυξάνονται τα χρόνια της ζωής του, με τον ίδιο ρυθμό αποκτά περισσότερο πλάτος και βάθος η πόλη, την οποία δεν κουράζεται να ανακαλύπτει. Ακόμη και όταν αναφέρεται στην προσχώρησή του στις ομάδες που οργανώνονταν για την απελευθέρωση των Ελλήνων, ο λόγος του δεν υποκύπτει στον πειρασμό του ηρωισμού. Το μόνο ανδραγάθημα για το οποίο θα μπορούσε να καυχηθεί χωρίς συστολή ο Τζανής, ήταν ότι κατάφερε να κάνει κανόνα του βίου του την παραίνεση της μητέρας του, που τον ενθάρρυνε να πιστεύει ότι έχει τη δύναμη να κάνει κάτι σπουδαίο, ανεξάρτητα από την εκάστοτε συνθήκη. Και αυτή η πίστη τού χάρισε μύρα και πόνους. Υστερα από χρονοβόρες αποστάξεις η ζωή τού ενστάλαξε τον «Κυνηγό του Ανέμου», μύρο εκλεκτό και αιθέριο, που ξετρέλαινε τις χανούμισσες των σεράι και τις αρχόντισσες της Πόλης. Η ονοματοδοσία του αρώματος απηχούσε το βαθύ αίσθημα ελευθερίας του Τζανή, καθώς ήταν εμπνευσμένη από το αδιάκοπο φτεροκόπημα των πουλιών προς τη Μαύρη Θάλασσα και την Προποντίδα. Από το άλλο μέρος, η θέλησή του για καθετί σπουδαίο τον έφερε αναπόφευκτα στη δίνη τραγικών στιγμών και έθεσε σε δοκιμασία τις ψυχικές και σωματικές του αντοχές. Ομως στο τέλος του μυθιστορήματος ο Τζανής έχει το προνόμιο να στρέφει ξανά το βλέμμα του προς την αγαπημένη πόλη, με την επίγνωση της ανατολής μιας νέας εποχής. Καθισμένος στην αυλή του μυροπωλείου του, βλέπει μακριά, πέρα από τα ερείπια και τις στάχτες, πέρα από τα αποκαΐδια της Επανάστασης, την Κωνσταντινούπολη έτοιμη να δεξιωθεί μια φυσιογνωμία ευρωπαϊκή, ένα ακόμη πλουμίδι στο πολυπολιτισμικό της παλίμψηστο.

Συνοδοιπόρος στις περιπλανήσεις του Τζανή, ο έκπαγλος Ανθίας, το πιο μαγικό πλάσμα του βιβλίου, η ενσάρκωση παράφορων αντινομιών. Ασωτος και άγιος, δαιμονικός στις πιο πολλές στιγμές του, αλλά και σπαρακτικά γενναιόδωρος, εξαργύρωνε με γυναικείες αγκαλιές την ομορφιά του και ξεγλιστρούσε ταχυδακτυλουργικά από τις κακοτοπιές, όπου τον έσερνε η αυθάδειά του, σχεδόν αλώβητος. «Φέγγιζε ωσάν το ζαφείρι κάτω απ' τη λέρα. (...) Ωσάν να είχε κατακτήσει το άφθαρτο, να το εγνώριζε, να μην τον ένοιαζε και να περιγελούσε τη ζωή και τον θάνατο».

Στο πλευρό αυτού του ασύδοτου αγγέλου, ο Τζανής ρίχνεται με ορμή στις γειτονιές και τους δρόμους της Κωνσταντινούπολης και μαζί μοιάζουν να φυλλομετρούν ένα παραμύθι, το οποίο στέκει ολάνοιχτο και απέραντο ακριβώς μπροστά τους. Οι δυο τους σεργιανίζουν στους μαχαλάδες της Πόλης, άλλοτε σαν παιχνιδιάρικα τελώνια και άλλοτε σαν περιστρεφόμενοι δερβίσηδες, μπλέκονται στο σμήνος των κάθε λογής πλανόδιων πωλητών, χαζεύουν τις πραμάτειες και τα παζάρια των υποψήφιων αγοραστών, κρυφοκοιτάζουν στα θορυβώδη εργαστήρια των διαφόρων συντεχνιών, μαντεύουν γυναικεία βλέμματα να παραμονεύουν πίσω από σφαλιστά παράθυρα, απομυζούν την ευωχία από τα γλέντια των Τούρκων και απολαμβάνουν να πηγαίνουν στον Ιππόδρομο, όπου όλες οι φυλές της γης, με εκπροσώπους ταχυδακτυλουργούς, ακροβάτες, μάγους, παλαιστές, θηριοδαμαστές, μουσικούς και χορευτές, διατράνωναν πανηγυρικά τα πράματα και τα θαύματά τους. Τις νύχτες, πάλι, του Ραμαζανιού η Πόλη παραδινόταν στη μυσταγωγία και έλαμπε από μυριάδες φλόγες, που άναβαν στο όνομα της θρησκείας τους οι μουσουλμάνοι. Καντήλια δεμένα με σχοινιά από μιναρέ σε μιναρέ σχημάτιζαν στίχους του Κορανίου, βεγγαλικά στεφάνωναν τον Κεράτιο και τον Βόσπορο, ενώ στα σπίτια, στους δρόμους και τις πλατείες φανάρια, κεριά, λάμπες λαδιού, πυρσοί, καντήλια και λυχνάρια αστραποβολούσαν από ανέσπερη πίστη. Σε παρόμοια στιγμιότυπα η σκηνογραφία αναδεικνύει με τρόπο ονειρικό το φαντασιακό πρόσωπο της Πόλης. Μέσα σε αυτό το μυσταγωγικό κλίμα, που συχνά σκιάζουν οι παρεκτροπές της θρησκοληψίας και της μισαλλοδοξίας, ο ήρωας αναζητεί το δικό του πρόσωπο και την πίστη που θα τον εμψυχώσει. Ομως μέχρι να βρει τη δύναμη να ιχνηλατήσει τα όρια του εαυτού του, θα χρειαστεί να υπομείνει το μαρτύριο του σωματικού πόνου, την παρόρμηση της λιποψυχίας, την ακατάλυτη δυναστεία του φόβου, την ντροπή της ερωτικής προδοσίας και το άδειασμα της ματαιωμένης προσμονής. Μόνο τότε θα μπορέσει να καταλάβει πως «ο άνθρωπος του Θεού είναι πέρα από απιστία και πίστη. Για τον άνθρωπο του Θεού, ορθό και λάθος είναι το ίδιο». Υποστηρικτής αυτής της διδαχής είναι ένας Τούρκος, ο Μποκρουζέ, στη φωνή του οποίου αντηχεί το δίκιο του Αλλου, αλλά και το δίκιο του καθενός. Ο γέροντας βασιλεύει στον εδεμικό του κήπο, όπου αντιλαλούν τα κελαηδήματα χιλιάδων πουλιών, και γίνεται ο μέντορας του Τζανή. Οι θυμοσοφίες του και τα μειλίχια λόγια του, που δέονται για καταλλαγή, έχουν πάνω του διττή επενέργεια, ληθαργική και αφυπνιστική· αφενός, τον γαληνεύουν και αφετέρου, τον ωθούν στην αναζήτηση μιας ηθικής στάσης. Τελικά, ο Τζανής διαμορφώνει την ιδιοπροσωπία του με τον μόνο δυνατό τρόπο, παλινδρομώντας, άλλοτε ανάμεσα στην οδύνη και την ανάταση και άλλοτε ανάμεσα στο ιερό και το ανόσιο. «Εσμιγε μέσα μου το παράπονο και το πετάρισμα της ψυχής. Ωσάν γλιτωμός και σκότωμα αντάμα. Γλυκόπικρο όνειρο με ντύμα ανέμου. Και μεγάλωνε στον νου μου η ζωή και μίκραινε ο θάνατος».

Φαίνεται πως ο Καλπούζος δεν κέρδισε αδίκως το βραβείο των αναγνωστών, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Γνωρίζει να προσφέρει την απλή χαρά της εξιστόρησης, χωρίς να εκβιάζει την κατάθεση ηθικοπλαστικών πορισμάτων. Αφήνει με διακριτικότητα στο φόντο των επιμέρους ιστοριών τούς στοχασμούς που τις συνέχουν και αφοσιώνεται στη λαγαρότητα των σκηνών και της γλώσσας. Η καλλιέπεια της γραφής δεν κάνει παραχωρήσεις στην πειστικότητα του λόγου των προσώπων, η οποία συνιστά συγγραφική προτεραιότητα. Τα ελληνικά που μιλούν οι ήρωες σπάνε από τους ιδιωματισμούς τής προφορικής ομιλίας, όπου ενθυλακώνονται εξελληνισμένες τουρκικές λέξεις και φράσεις. Οπου δεν είναι δυνατόν να αποτυπωθούν μέσω της γραφής οι γλωσσικές επιμειξίες, όπως στην περίπτωση των τουρκόφωνων χαρακτήρων, ο Καλπούζος φροντίζει να υπενθυμίζει την παρείσφρυσή τους στα στόματα Ελλήνων και Τούρκων. Εύλογη η πρόταξη της γλωσσικής ιδιαιτερότητας, στο μέτρο που η μνήμη της γλώσσας είναι ο καθρέφτης όσων αρκετές φορές αρνείται να αντικρίσει η επίσημη ιστοριογραφία και όσων αποσιωπά η πολιτική ορθοφωνία.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Σκληρός σε μυθιστορηματική εκδοχή
Το φάντασμα της ελευθερίας
Αγαπημένοι τόποι και τοπία
Κόψε το ρόδο πριν μαραθεί
Ψυχή τριμμένη από τους δίσκους των φωνογράφων
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Από τις 4:00 στις 6:00
Ενα σπίτι στον μουσικό κόσμο
Συνέχισε μετά τους Dead Can Dance
Κριτική βιβλίου
Σκληρός σε μυθιστορηματική εκδοχή
Το φάντασμα της ελευθερίας
Αγαπημένοι τόποι και τοπία
Σεργιάνι προς την ελευθερία
Κόψε το ρόδο πριν μαραθεί
Ψυχή τριμμένη από τους δίσκους των φωνογράφων
Λογοτεχνία
«Η Ελλάδα έχει λαλιά που όμορφα θα ταξιδέψει» Γιώργος Σαραντάρης
Ψυχές, γνώσεις, πέτρινοι αετοί
Η ελληνική τέχνη σε δέκα αιρετικούς τόμους
Μιχάλης Μαδένης Η μακαριότητα της αισθηματοποιημένης ύλης
Δράκουλας
Ηλιος
Συνέντευξη: Γιώργος Ιωάννου
Ο Γιώργος Ιωάννου για το Τρίτο στεφάνι του Κώστα Ταχτσή
Συνέντευξη: Στυλιανός Αλεξίου
Από το Ηράκλειο της Κρήτης, σήμερα, διδάσκει