Έντυπη Έκδοση

Ψυχή τριμμένη από τους δίσκους των φωνογράφων

Πολίνα Ταμπακάκη

Η «μουσική ποιητική» του Γιώργου Σεφέρη

εκδόσεις Δόμος, σ. 304, ευρώ 25,56

Η σύμπραξη ποίησης και μουσικής δεν συνιστά το μοναδικό παράδειγμα «αλληλοπεριχώρησης» μιας τέχνης μέσα σε μια άλλη. Αλλωστε αυτές οι δύο συμπορεύονταν από τα αρχαϊκά βάθη της ιστορίας. Ο 20ός αιώνας όμως έκρινε επιτακτική τη συνειδητή και συστηματική επαφή των καλλιτεχνών και των λογοτεχνών με όλες σχεδόν τις τέχνες και τις επιστήμες. Ηδη από το 1961 ο Γ.Π. Σαββίδης είχε αναγνωρίσει την αναγκαιότητα μιας μελέτης που να εξετάζει τον ρόλο της μουσικής στην ποιητική θεωρία και πρακτική του Γιώργου Σεφέρη. Με το βιβλίο της νεοελληνίστριας Πολίνας Ταμπακάκη ανά χείρας, μπορούμε πλέον να επιληφθούμε του σεφερικού ποιητικού corpus ως ενός ιδιαίτερου και ταυτόχρονα αντιπροσωπευτικού παραδείγματος μοντερνιστικής «μουσικής ποιητικής». Η σπουδαιότητα της προθέσεως είναι αδιαμφισβήτητη: όχι μόνο συνάδει με τον σύγχρονο ερευνητικό «κανόνα», που τονίζει πόσο άγονη είναι η εξέταση μιας τέχνης ανεξάρτητα από τις άλλες, αλλά και με τον μουσικό πλούτο που κρύβει η ποιητική τού Σεφέρη και που επιζητεί την ανάδειξή του. Ως θεματικοί άξονες του βιβλίου προσδιορίζονται δε οι εξής: Η μουσικότητα της ποίησης κατά τον Σεφέρη και η σχέση αυτής με τη ζωγραφική ή τη γλυπτική. Η μοντερνιστική του πορεία και η ενασχόλησή του με τη συμβολιστική ποίηση και ποιητική. Η στάση του ποιητή απέναντι στη μουσική ως έκφραση ιδεών. Ο τρόπος που τα συγκεκριμένα πολιτισμικά περιβάλλοντα του βίου του διαμόρφωσαν τα μουσικά του κριτήρια.

Ο όρος «μουσική ποιητική» ανάγει τις πρώτες ρίζες του στο πρώτο μισό του 16ου αιώνα, όταν ο Νικολάους Λιστένιους τον τοποθετεί (όχι βάσει κάποιας δικής του ιεραρχικής προαίρεσης) τρίτο στις μουσικές κατηγορίες: musica theorica, musica practica, musica poetica. Ο Στραβίνσκι όμως είναι αυτός που κάνει τον όρο διάσημο χρησιμοποιώντας τον ως τίτλο σε μια σειρά μαθημάτων στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, και καθώς παραπέμπει στην Ποιητική του Αριστοτέλη, μάς λέει ότι με τον όρο τούτο δηλώνεται το «ποιείν στο πεδίο της μουσικής». Ο Σεφέρης γνώριζε τις διαλέξεις του Στραβίνσκι, και μάλιστα συνεισέφερε στη δεύτερη έκδοσή τους στα αγγλικά γράφοντας τον πρόλογο, κάτι που στο πόνημα της Ταμπακάκη λαμβάνεται σοβαρά υπ' όψιν. Ποιο είναι όμως το γενικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ο ποιητής Σεφέρης ερεθίζεται από τη μουσική σε βαθμό που γράφει σε αυτό το «προλόγισμά» του ότι νιώθει τον ρώσο συνθέτη όταν αυτός λέει ότι διαβάζοντας κανείς τις παρτιτούρες του Μπαχ μπορεί να αισθανθεί «την οσμή του ρετσινιού στα βιολιά ή τη γέψη των καλαμιών των οξυαύλων του»; Σίγουρα αυτό το πλαίσιο είναι οι συντεταγμένες που παρέδωσε στη δεύτερη γενιά των μοντερνιστών (σε αυτήν ανήκει ο Σεφέρης, αφού το 1931, έτος που πρωτοπαρουσιάζεται στα γράμματα, σπουδαία έργα του μοντερνιστικού ρεπερτορίου έχουν ήδη κάνει την εμφάνισή τους) ο αγγλο-αμερικανικός «υψηλός»μοντερνισμός, του οποίου βασικοί εκπρόσωποι είναι ο Ελιοτ και ο Πάουντ. Ο τελευταίος, μέσα στα συμφραζόμενα του κινήματος του μαχητικού εικονισμού, πρέσβευε όχι μόνο τη συμπύκνωση, όπου οι λέξεις χρησιμοποιούνται σαν εικόνες, όχι μόνο τη χρησιμοποίηση της ακριβούς λέξης για την περίσταση και τη δημιουργία νέων ρυθμών με προτίμηση στον ελεύθερο στίχο, αλλά κυρίως τη σύνθεση του ρυθμού από τη μουσική φράση, αντί από τον μετρονόμο.

Σε μεγάλο βαθμό ο Πάουντ είχε επηρεαστεί από τον Τζορτζ Αντάιλ, κατά τη γνώμη του το πρότυπο του εικονιστή συνθέτη, που χρησιμοποιούσε τον χρόνο όπως ο Πικάσο τα λευκά χρώματα στον καμβά του. Ομως το πλαίσιο είχε ήδη δοθεί με τα περίφημα Calligrammes του Απολινέρ (1918), και βέβαια, πηγαίνοντας πίσω στο 1887 με το ποίημα Μια ζαριά δεν θα καταργήσει ποτέ το τυχαίο του Μαλαρμέ, γεγονός που συνδέει τη συζήτηση με τη σχέση των μοντερνιστών ποιητών με τους συμβολιστές. Πρώτοι αυτοί είδαν την ποίηση και τη μουσική ως δύο τέχνες άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους, αλλά εντελώς αυτάρκεις, ενώ ο Βαλερί, παραπέποντας στην Κρίση του στίχου τού Μαλαρμέ, ορίζει τον συμβολισμό ως την κοινή πρόθεση κάποιων ποιητών να «πάρουν από τη μουσική αυτό που τους ανήκει». Τέλος, η σχέση μουσικής και ποίησης στους συμβολιστές δεν μπορεί να αποσπαστεί από τη φιλοδοξία του Βάγκνερ να δημιουργήσει μια καινούρια «ολική» μορφή τέχνης, όπου το θέατρο, η μουσική, η ποίηση, το τραγούδι και η ζωγραφική θα συμπορεύονταν ενωμένες. Εν τούτοις, το βαγκνερικό όραμα στην πραγματικότητα ήταν κάτι άλλο από το αντίστοιχο των συμβολιστών. Ενώ ο Βάγκνερ επιζητούσε τη μεγάλη κλίμακα στην εκφραστικότητα και την υποβλητικότητα, οι συμβολιστές αναζητούσαν την εσωτερικότητα και την αντικειμενικότητα, γεγονός που επιβαλλόταν από το πρόγραμμά τους, αλλά και από τις τεχνολογικές εξελίξεις (εφεύρεση του γραμμοφώνου), που τους καθιστούσαν ακροατές και μελετητές των μουσικών έργων.

Από τη δική του σκοπιά ο Σεφέρης μπορεί να θεωρηθεί ένας αντιπροσωπευτικός μοντερνιστής «μουσικός» ποιητής. Η Ταμπακάκη σημειώνει ότι είχε πάθος για τη μουσική, αλλά επειδή δεν ζήλευε όπως οι συμβολιστές τους μουσικούς, βρισκόταν «σε εποικοδομητικό διάλογο μαζί τους, καθώς μαθήτευε ως αυτοδίδακτος στη μουσική, με το πάθος του χειροτέχνη». Επίσης σημειώνει ότι τα δοκίμια και η ποιητική του Σεφέρη, παρ' ότι φτωχά στη χρήση θεωρητικών εννοιών για τη μουσική -άλλωστε ο Σεφέρης αντιπαθούσε τον αφηρημένο λόγο-, είναι διαποτισμένα από τη μουσική. Αυτό που τον ενδιέφερε, κυρίως, ήταν η σημασία του όρου «μουσική» μέσα στο ελληνικό πολιτισμικό περιβάλλον, και κατ' επέκταση η σχέση εγγραματοσύνης και προφορικότητας.

Θεωρώ, τέλος, πολύ σημαντική τη στήριξη των επιχειρήματων του βιβλίου σε πρόσφατες επιστημολογικές και ψυχολογικές μελέτες πάνω στην εμπειρία του «απλού ακροατή», στοιχείο που διαφοροποιεί τη μελέτη της Ταμπακάκη από άλλες μελέτες πάνω σ' έναν «μουσικό» ποιητή, γιατί επιτυγχάνει τη διάκριση ανάμεσα στο πώς σκεφτόμαστε και μιλούμε για τη μουσική και στο πώς η μουσική εμπειρία αληθινά μοιάζει όταν συντελείται.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Σκληρός σε μυθιστορηματική εκδοχή
Το φάντασμα της ελευθερίας
Αγαπημένοι τόποι και τοπία
Σεργιάνι προς την ελευθερία
Κόψε το ρόδο πριν μαραθεί
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Από τις 4:00 στις 6:00
Ενα σπίτι στον μουσικό κόσμο
Συνέχισε μετά τους Dead Can Dance
Κριτική βιβλίου
Σκληρός σε μυθιστορηματική εκδοχή
Το φάντασμα της ελευθερίας
Αγαπημένοι τόποι και τοπία
Σεργιάνι προς την ελευθερία
Κόψε το ρόδο πριν μαραθεί
Ψυχή τριμμένη από τους δίσκους των φωνογράφων
Λογοτεχνία
«Η Ελλάδα έχει λαλιά που όμορφα θα ταξιδέψει» Γιώργος Σαραντάρης
Ψυχές, γνώσεις, πέτρινοι αετοί
Η ελληνική τέχνη σε δέκα αιρετικούς τόμους
Μιχάλης Μαδένης Η μακαριότητα της αισθηματοποιημένης ύλης
Δράκουλας
Ηλιος
Συνέντευξη: Γιώργος Ιωάννου
Ο Γιώργος Ιωάννου για το Τρίτο στεφάνι του Κώστα Ταχτσή
Συνέντευξη: Στυλιανός Αλεξίου
Από το Ηράκλειο της Κρήτης, σήμερα, διδάσκει