Έντυπη Έκδοση

Σωτήρης Δημητρίου

Πολύ θα ήθελα να γράψω καθαρή πορνογραφία

Εχουν περάσει ακριβώς είκοσι δύο χρόνια από τότε που εμφανίστηκε ο 54χρονος σήμερα Σωτήρης Δημητρίου με τη συλλογή διηγημάτων «Ντιαλίθ' ιμ Χριστάκη». Είχε προηγηθεί η πρώτη και μοναδική του ποιητική συλλογή, «Ψηλαφήσεις». Το μυθιστόρημά του «Ν' ακούω καλά τ' όνομά σου» εκτίναξε τη φήμη του, σε ηλικία 38 ετών. Εκτοτε, κάθε νέο βιβλίο του είναι είδηση για τα εκδοτικά μας τεκταινόμενα.

«Είμαι ασκητικός, όχι από ανάγκη, αλλά από πεποίθηση. Και τα εκατομμύρια του Ροκφέλερ να είχα, πάντα έτσι θα ζούσα», λέει ο συγγραφέας «Είμαι ασκητικός, όχι από ανάγκη, αλλά από πεποίθηση. Και τα εκατομμύρια του Ροκφέλερ να είχα, πάντα έτσι θα ζούσα», λέει ο συγγραφέας Το τελευταίο του δημιούργημα, που κυκλοφορεί την ερχόμενη εβδομάδα, είναι η πέμπτη συλλογή διηγημάτων του «Τα ζύγια του προσώπου» («Πατάκης»). Το εξώφυλλο είναι της Μαριλίτσας Βλαχάκη. Αποτελείται από είκοσι πέντε ολιγοσέλιδα διηγήματα της τελευταίας διετίας. Οι ήρωες και οι ηρωίδες του συνήθως βρίσκονται στο χείλος του γκρεμού. Η μοναξιά, η απόρριψη, η τρέλα, η δυσμορφία, η αιμομιξία, η κοπρολαγνεία είναι ορισμένα από τα μοτίβα της θεματογραφίας του.

Σχεδόν κανένα διήγημά του δεν οδηγείται σ' ένα οριστικό συμπέρασμα. Συνήθως το τέλος παραμένει ανοιχτό. Ο αναγνώστης πρέπει να κάνει τη δουλειά του συγγραφέα: να κρατήσει ή να πετάξει αναλόγως της ιδιοσυγκρασίας και της παιδείας του.

Σχεδόν σ' όλα τα τελευταία διηγήματά σας επανέρχεται το ρήμα «αγαπώ» και η λέξη «αγάπη». Ηταν συνειδητή η επιλογή σας;

«Τώρα το συνειδητοποιώ, που μου το λέτε. Ανακαλώντας τα διηγήματά μου, όντως έτσι είναι. Το απαιτεί εκείνη τη στιγμή η δραματουργία τους. Ομως, για να είναι μοτίβο, πρέπει κάτι να κρύβει. Να σας μιλήσω εξομολογητικά; Μου έχει λείψει η ανταπόδοση αγάπης, δεν έτυχε να υπάρχει για καιρό αμοιβαιότητα. Θεωρώ ότι η αξία της αγάπης είναι παρά πολύ μεγάλη, γιατί υπερβαίνει την άθλια όψη του ανθρώπου. Αν κρίνω και από τον εαυτό μου, αυτό το συναίσθημα δεν μας περισσεύει, γιατί με την αγάπη είμαστε εκτός εαυτού. Στη μεγαλούπολη, όπου ζω και ζούμε όλοι μας, δεν την πολυβλέπω. Μόνον ένταση και καλυμμένη επιθετικότητα συναντάμε. Πέρα από την αγάπη, έχω γράψει όμως κι ένα διήγημα αφιερωμένο στη συμπόνια, που είναι μια σκάλα πάνω».

Μήπως η λέξη «συμπόνια» ακούγεται κάπως χριστιανική;

«Πράγματι, είναι βεβαρημένη λέξη. Αν, όμως, μπορέσουμε να δούμε πέρα από τη μύτη μας και συμπονέσουμε τον συνάνθρωπό μας, θα περάσουμε τη ζωή που μας μένει πολύ καλύτερα και δεν θα βρισκόμαστε σε συνεχή πόλεμο».

Χάθηκε η ανθρώπινη κλίμακα στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον γύρω μας κόσμο;

«Μέχρι το '60 περίπου ο άνθρωπος παγκοσμίως είχε συνθήκες ζωής ησιόδειας. Παραδείγματος χάριν, περνούσαν με το αλέτρι εκατοντάδες, χιλιάδες χρόνια. Τα πράγματα γύρω του ήταν ανθρωποπράγματα. Από εκείνη τη δεκαετία και μετά, παρατηρούμε όταν εμφανιστεί κάτι νέο, την επομένη αναπαράγεται μία ρέπλικά του. Δεν υπάρχει πλέον ο απαραίτητος χρόνος συμφιλίωσης με τον περίγυρό μας, γι' αυτό είμαστε λίγο αλαφιασμένοι.

Αμα απαρνηθείς τα νέα πράγματα, είσαι γραφικός. Αμα τα ενστερνιστείς, αφαιρείς ζωτικό χώρο από την αργήτητα, τη βραδυπορία, το χάζι. Ο Δημήτρης Χατζής αναφερόταν στη χαζευτική τέχνη. "Θέλω να είμαι σαν το σκυλί που χαζεύει ένα ψαροκάικο με τις ώρες", έλεγε. Χωρίς ζωτική τεμπελιά ούτε να σχεδιάσεις δεν μπορείς, γιατί πίσω από κάθε καλό διήγημα "κρύβεται" ένας καλός σχεδιαστής, δηλαδή ένας καλός τεμπέλης. Σήμερα έχουν βάλει τα παιδιά σε μία πρίζα, που τους απαγορεύει την τεμπελιά. Τους λένε συνεχώς: "Εσο παραγωγικός και αποτελεσματικός!". Οχι ρε, φίλε, δεν μπορείς να είσαι παραγωγικός αν δεν είσαι τεμπέλης».

Οι περισσότερες ανθρώπινες σχέσεις στην πεζογραφία σας είναι αποσπασματικές, δεν ολοκληρώνονται ποτέ. Είναι μία τεχνική σας;

«Δεν το κάνω συνειδητά. Αυτό που προέχει στο διήγημα είναι ένα γερό σχεδίασμα. Οταν το γεμίζεις, ελλοχεύει ο κίνδυνος να φύγεις από το σχέδιό σου. Εγώ αντιδρώ αφαιρετικά. Το υπονοούμενο στη λογοτεχνία είναι πιο καίριο από το να τα πεις όλα».

Τα περισσότερα από τα θέματά σας είναι προκλητικά και τολμηρά: αιμομιξία μητέρας και γιου, μητέρας και κόρης, παιδοφιλία που όμως δεν ολοκληρώνεται σε πράξη, φανταστική ερωτική επαφή μέσω κοπράνων. Είναι φορές που η πραγματικότητα υπερβαίνει τα όρια περισσότερο και από την πιο ακραία φαντασία του συγγραφέα; Αυτά που περιγράφετε τα έχετε δει να γίνονται;

«Ωχριά και η πιο ακραία λογοτεχνία μπροστά στην πραγματικότητα. Η παιδοφιλία είναι κάτι σαν μπανιστήρι. Στην τουαλέτα έχουμε δώσει ένα μικρό δωματιάκι, σαν να ντρεπόμαστε για τη θεωρούμενη κατώτερη φύση μας. Η σεξουαλική επαφή μητέρας και κόρης, στο διήγημά μου, έχει το φως της συμπόνιας και της στοργής. Εχω την αίσθηση ότι έχουμε κατακερματίσει την ύπαρξή μας σε ανώτερες και κατώτερες ζώνες, ενώ ο άνθρωπος είναι μία ολότητα».

Συμφωνείτε ότι τις ηρωίδες σας τις αντιμετωπίζετε ηδονοβλεπτικά;

«Ομολογώ ότι συμβατικές σχέσεις δεν έχω κάνει, κάτι σαν γάμο, ούτε τυπικά ούτε ατύπως. Αμα η φύση μάς ήθελε δύο δύο, θα μας είχε από τη γέννα μας κολλημένους σε αφαλό. Μας έχει όμως έναν έναν. Σαν να μας λέει ανοιχτείτε στη σαβάνα της ζωής. Τις γυναίκες, όμως, δεν τις βλέπω από μακριά, ως παρατηρητής. Συνάπτω σχέσεις».

Θα μπορούσατε να γράψετε πορνογραφική λογοτεχνία;

«Θα το ήθελα πάρα πολύ. Καθαρά πορνογραφική όμως. Οσο πιο ωμή είναι, τόσο πιο ποιητική γίνεται. Θυμηθείτε τις "Εντεκα χιλιάδες βέργες" του Απολινέρ, που ενώ είναι ακραίο, το αποτέλεσμά του είναι φίνο και ποιητικό. Ολη η αγωγή μας στηρίζεται στο τι θα πει ο άλλος. Πολύ θα ήθελα να απελευθερωθώ και να κάνω καθαρή πορνογραφία».

Δεν σας ενοχλεί η εμπορευματοποίησή της;

«Οχι, όχι, καθόλου. Δεν μου πολυπάνε ως προσωπικότητα, αλλά δεν με ενοχλεί καθόλου. Οσάκις τη συναντήσω την πορνογραφία την απολαμβάνω, όπως και τα λαϊκά αναγνώσματα».

Η απόσταση μεταξύ του γενέθλιου τόπου σας, της Θεσπρωτίας, και της πόλης της εσωτερικής μετανάστευσης, της Αθήνας, είναι μια διαρκής κίνηση αυτογνωσίας, η οποία εξακολουθεί να στοιχειώνει τη λογοτεχνία σας;

«Πηγαίνω και έρχομαι συνεχώς. Ευτυχώς που υπάρχει αυτή η αμφίδρομη κίνηση πατρίδας και Αθήνας, γιατί μεγάλο μέρος της δικής μου λογοτεχνικής δεξαμενής είναι η τοπική ιδιόλεκτος. Εγώ δεν την λέω ιδιόλεκτο, άλλοι την λένε. Είναι καθαρά δημώδη ελληνικά, που είναι η συνέχεια της βυζαντινής γλώσσας. Κι άμα σκάψεις πιο κάτω, θα ανακαλύψεις τα αρχαία ελληνικά. Τα πεζά μου, γραμμένα στην ντοπιολαλιά, είναι το δημοτικό τραγούδι απλωμένο σε πρόζα. Τίποτα άλλο. Η απόσταση σε κάθε συγγραφέα είναι μία σοφή απόσταση: δεν είσαι ούτε μέσα ούτε πάρα πολύ μακριά».

Σε ποιους συγγραφείς επανέρχεστε συχνά;

«Περιχαρακώνομαι συνεχώς στον δικό μου χώρο. Παλαιότερα ανέτρεχα στον Σάλιντζερ και στον Βαλτινό».

Με τους ομοτέχνους σας τι σχέση έχετε πια;

«Παύεις τις σχέσεις της νεότητος. Κόβεις σιγά σιγά κομμάτια ζωής. Οσο μεγαλώνεις τόσο μιζάρεις στη λογοτεχνία. Σαν να λες: "Θα ζω αύριο;". Σε πιάνει μια πρεμούρα, η οποία ίσως είναι κακός σύμβουλος, γιατί η διαπαιδαγώγησή μας και η παιδεία μας μας ωθούν στο "να κάνεις το χρέος σου, το καθήκον σου". Κανένα καθήκον δεν έχουμε».

Βγάλατε χρήματα από τα βιβλία σας;

«Οχι. Απλώς, ζω στοιχειωδώς. Είμαι ασκητικός, όχι από ανάγκη αλλά από πεποίθηση. Και τα εκατομμύρια του Ροκφέλερ να είχα, πάντα έτσι θα ζούσα. Τα πιο πολύτιμα αγαθά δεν τα πουλάει κανένα μαγαζί. Ποιο μαγαζί πουλάει θάλασσα, ήλιο, γέλιο, ξεγνοιασιά; Κανένα».

Με την κριτική της λογοτεχνίας τι σχέση έχετε;

«Μου φέρθηκε πολύ καλά, ήδη από το πρώτο μου βιβλίο. Αντιρρήσεις υπήρχαν και υπάρχουν. Μην είμαι αχάριστος. Την καλύτερη ανταπόκριση την είχα από τον απλό αναγνώστη, ο οποίος δεν έχει συμφέρον». *

Είμαστε σκανδαλωδώς όμοιοι με τους ...Εσκιμώους

Ο μεγαλύτερος έπαινος που έχετε ακούσει;

«Από εικοσάχρονο κορίτσι, αντίποδας δικός μου από κάθε άποψη. Μου είπε ότι το πρώτο μέρος από το βιβλίο μου "Σαν το λίγο το νερό", όπου κάνω την αυτοκριτική μου, είναι σαν να μιλάω γι' αυτήν».

Και ο μεγαλύτερος ψόγος;

«Οτι χαϊδεύω τον αναγνώστη στο υπογάστριο για να πουλήσω βιβλία. Οτι θα βρει πράγματα πορνικά...».

Τι νέο πιστεύετε ότι κομίσατε στη λογοτεχνία;

«Ολοι αναφέρονται στο μυθιστόρημά μου "Ν' ακούω καλά τ' όνομά σου", που γράφτηκε με την ομιλία της νοτίου Ηπείρου. Αυτό που εκόμισα είναι την εκφορά της αδικημένης, της πονεμένης, της δημώδους γλώσσας, που χλευάστηκε και χλευάζεται παρά πολύ».

Η δική σας θεματική μπορεί ν' αγγίξει τους ξένους;

«Η γη είναι ένα μικρό πορτοκάλι. Αυτό που μας διαφοροποιεί από τους άλλους είναι ένα τίποτα, μια ψείρα, μια σκόνη. Οι άνθρωποι σ' όλα τα μήκη και τα πλάτη αδελφές ψυχές είναι, σταγόνες νερού είναι. Είμαστε σκανδαλωδώς όμοιοι. Αν γράψουμε κάτι για τον εαυτό μας με ειλικρίνεια, θα το επικυρώσει και ο Εσκιμώος».

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Συνέντευξη: Γιάννης Χουβαρδάς
Βλέπω γύρω μου τον μηδενισμό του θείου Βάνια
Εκθεση για τη δεκαετία του '60
Η δεκαετία που έδιωξε το φόβο
Μουσική
Γκόσπελ από το Σικάγο στου Γουδή
Συνέντευξη: Σωτήρης Δημητρίου
Πολύ θα ήθελα να γράψω καθαρή πορνογραφία
Διαδίκτυο
Πάρτε την πομπή των Παναθηναίων στα χέρια σας
Κινηματογράφος
Ο θεατής απέναντι σε νωπά τραύματα και ενοχές
Κριτική θεάτρου
Ο άγγελος της καταστροφής
Προσωπική ανθολογία στιγμών