Έντυπη Έκδοση

Η μόνη μουσική σκηνή που υπάρχει είναι... των ματαιόδοξων

Η φωτογράφηση για τον δίσκο του Lolek πραγματοποιήθηκε στον Βάρσο, το κλασικό ζαχαροπλαστείο στην Κηφισιά.

Κηφισιώτης ο Lolek διάλεξε να φωτογραφηθεί για την προώθηση του δίσκου του στο ζαχαροπλαστείο «Βάρσος». Εκεί έχει γιορτάσει παιδικά γενέθλιά του αλλά και  έχει γράψει στίχους κομματιών του Κηφισιώτης ο Lolek διάλεξε να φωτογραφηθεί για την προώθηση του δίσκου του στο ζαχαροπλαστείο «Βάρσος». Εκεί έχει γιορτάσει παιδικά γενέθλιά του αλλά και έχει γράψει στίχους κομματιών του Εκεί που, Κυριακή πρωί, οι κάτοικοι των βορείων προαστίων διαβάζουν τις κυριακάτικες εφημερίδες τους. «Πηγαίνω από μικρός», μας λέει ο Lolek, ο 28χρονος Γιάννης Αναγνωστάτος, ένα από τα καινούργια αστέρια της εγχώριας εναλλακτικής σκηνής -ο ήχος του θυμίζει Tindersticks. «Ο φωτογράφος μου Εκτορας Δημησισιάνος κατάφερε να αποτυπώσει με ειλικρίνεια και χωρίς εντυπωσιασμούς την ενέργεια του χώρου. Επέλεξα το συγκεκριμένο μέρος γιατί διαθέτει μεγάλη αξία για μένα. Εκεί γιόρτασα πολλά γενέθλιά μου, εκεί έγραψα στίχους κομματιών. Τα γλυκά του είναι εξαιρετικά και δεν παίζει μουσική. Δεν έχει τίποτα το εντυπωσιακό και δεν θέλει να είναι "ρετρό". Είναι αυτό που είναι».

Κηφισιώτης ο Lolek, λοιπόν. Τον επηρέασε άραγε και στα τραγούδια του; «Ναι μεν έχουμε να κάνουμε με έναν σαφή διαχωρισμό μεταξύ κοινωνικών τάξεων, αλλά δεν πιστεύω ότι αυτός καθορίζει, τελικά, τη μουσική ταυτότητα κάποιου. Δεν είναι πόσα λεφτά έχεις, αλλά πόσο ευαίσθητος είσαι σαν άθρωπος. Από την άλλη, κάθε περιοχή διαθέτει τον δικό της χαρακτήρα και τη δική της αισθητική. Μου αρέσει να αποτυπώνονται τα στοιχεία αυτά στη μουσική του κάθε τόπου. Με φοβίζει που όσο περνά ο καιρός αυτό συμβαίνει όλο και πιο σπάνια. Οι πόλεις έχασαν την ταυτότητά τους».

Εχασε και το τραγούδι την ταυτότητά του;

«Υπάρχει σαφής πρόθεση να κοπούν οι ρίζες με το παρελθόν, ώστε να αλλοιώσουν την ταυτότητά μας. Αυτό φαίνεται έντονα στην περίπτωση του ρεμπέτικου τραγουδιού. Εξυπηρετεί πολύ, αν δεν θυμάσαι ή δεν γνωρίζεις την ιστορία σου. Μετά δεν έχεις αντιστάσεις».

Σπούδασε μηχανικός στην Αγγλία αλλά, απ' ό,τι φαίνεται, δεν θα ακολουθήσει το επάγγελμα. Ξεκίνησε από ένα συγκρότημα που έπαιζε punk-grunge και ως το ένα ήμισυ του δίδυμου Bolek & Loleκ ξεπήδησε μέσα από το «φυτώριο» του Μικρού Μουσικού θεάτρου. Κάποια στιγμή ο Bolek έφυγε για Αμερική και Ρωσία και έμεινε ο Lolek μόνος του. Του ζήτησαν να ανοίξει τη συναυλία της Joan as Police Woman. Ετσι πήρε την απόφαση να εμφανιστεί μόνος του για πρώτη φορά. Γι' αυτό ίσως να ονόμασε και το άλμπουμ του «Alone».

«Στην αρχή ήταν πολύ άβολο να είμαι μόνος, μια και ο ρόλος του να τραγουδάω και να παίζω κιθάρα ήταν κάτι το καινούργιο για μένα. Ετσι προσπάθησα ακόμα πιο δυνατά. Και με αυτή τη δυναμική χροιά χρησιμοποιώ το "alone". Η φοβία να μη μείνουνε μόνοι μας ή να μην ανήκουμε κάπου αποτελεί την αιτία που αρκετοί είναι, στην ουσία, μόνοι τους».

Ταιριάζει η μελαγχολική και λυρική μουσική στους Ελληνες, που ζουν σε μία χώρα με τόσο φως και ήλιο;

«Δεν είμαι σίγουρος κατά πόσο συμβαίνει αυτό. Ισως ισχύει για τους γονείς και τους παππούδες μας, που μεγάλωσαν σε εποχές με περισσότερες στερήσεις και πιο σφιχτούς κανόνες, εποχές όπου η μουσική αποτελούσε βασική διέξοδο. Οσον αφορά τη γενιά μας, θεωρώ ότι έχουν αλλάξει αρκετά τα πράγματα και πλέον ένας τέτοιος ισχυρισμός μπορεί να αντιπροσωπεύει μόνο κάποιο ποσοστό. Τα πρότυπα και τα γούστα άλλαξαν. Το ύφος της μουσικής έχει να κάνει με τις ανησυχίες, τον τρόπο ζωής, την ηθική, τις αξίες, και τους κανόνες της κάθε εποχής και όχι με τον καιρό».

Γι' αυτό και άλλοτε τραγουδάς Γρηγόρη Μπιθικώτση, άλλοτε Κώστα Χατζή...

«Μου αρέσει η μουσική μόνο αν μου αρέσει αυτός που τη φτιάχνει. Με αυτή τη λογική ακούω μουσική. Λέω τραγούδια του Χατζή και του Μπιθικώτση γιατί με συγκινούν. Και για να τα θυμίζω στον κόσμο».

Νιώθεις πως κάτι καλό γίνεται το τελευταίο διάστημα στην ελληνική αγγλόφωνη σκηνή; Ή μήπως όχι;

«Καμία μουσική σκηνή δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα. Ούτε ελληνόφωνη ούτε αγγλόφωνη. Οι σκηνές δημιουργούνται όταν το κοινό συσπειρώνεται γύρω από καλά συγκροτήματα, που συνδέονται μεταξύ τους με κάτι βαθύτερο. Σκηνές φτιάχτηκαν όταν έβραζε το αίμα, όταν κάποιοι πήγαιναν κόντρα και υπήρχε ανάγκη. Τώρα τα πράγματα είναι πιο δύσκολα από ποτέ, αφού δεν υπάρχει λύσσα. Ελάχιστα είναι τα αξιόλογα σχήματα και οι μουσικοί που διψούν για κάτι καλύτερο. Μόνο η σκηνή των ανθρώπων που ενδιαφέρονται να ταΐσουν τη ματαιοδοξία τους υπάρχει».

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Μουσική
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Εκθεση
Ο αγιογράφος Γουόρχολ μπαίνει στο Βυζαντινό Μουσείο
Λογοτεχνία
Θα ζήσουμε κι εδώ την μπολανιομανία;
Συνέντευξη: Lolek
Η μόνη μουσική σκηνή που υπάρχει είναι... των ματαιόδοξων
Συνέντευξη: Νικαίτη Κοντούρη
«Οι δικές μου «Τρωάδες» έχουν όνομα και ιστορία»
Κριτική κινηματογράφου
Στον καναπέ του ψυχιάτρου...
Κοκό Σανέλ
Παριζιάνικο σικ και αντισημιτισμός
Μουσεία
Ταιριαστό μουσείο για τη Νικόπολη
Τηλεόραση
Στα κουλουάρ του Βερολίνου
Εκτός American Idol η Αμπντούλ
Ψηφιακά ταξίδια
«Οι άλλοι»