Έντυπη Έκδοση

Γκαμπριέλε ντ'Ανούντσιο

Η κόμισσα του Αμάλφι

I

Οταν -κόντευε δύο το μεσημέρι- ο Ντον Τζοβάννι Ουσόριο ήταν έτοιμος να πατήσει το πόδι του στο κατώφλι του σπιτιού της Βιολέττα Κουτουφά, η Ρόζα Κατάνα εμφανίστηκε στην κορυφή της σκάλας και σιγομουρμουρίζοντας ανακοίνωσε κλείνοντας το κεφάλι:

- «Ντον Τζοβά, η κυρία έφυγε».

Ο Ντον Τζοβάννι, με την παραπάνω ξαφνική είδηση, έμεινε ενεός· κοντοστάθηκε για ένα λεπτό, με γουρλωμένα τα μάτια, χάσκοντας, με το βλέμμα στραμμένο προς τα πάνω, σαν να περίμενε ν' ακούσει και κάποια παραπέρα εξήγηση. Εφόσον η Ρόζα εξακολουθούσε να σιωπά, ορθωτή στην κορφή της σκάλας, στρίβοντας ανάμεσα στα χέρια το στρίφωμα της ποδιάς της, και ενώ ψιλοκουνιόταν λίγο, αυτός τη ρώτησε:

- «Μα πώς; Μα πώς;...».

Και ανέβηκε μερικά σκαλιά, επαναλαμβάνοντας μ' έναν ελαφρύ ψευδισμό:

- «Μα πώς; Μα πώς;».

- «Ντον Τζοβά, μα τι να σας λέω τώρα; Εφυγε».

- «Μα πώς;»

- «Ντον Τζοβά, πού να ξέρω 'γώ τώρα!»

Και η Ρόζα μετακινήθηκε ένα βήμα στο πλατύσκαλο, προς το έμπα του άδειου διαμερίσματος. Αυτή ήταν ένα θηλυκό μάλλον κοκαλιάρικο, με κοκκινωπά μαλλιά, με το δέρμα του προσώπου της όλο σπαρμένο με φακίδες. Στα φαρδιά σταχτοκίτρινα μάτια της διακρινόταν όμως μια ασυνήθιστη ζωηράδα. Η υπερβολική απόσταση μεταξύ μύτης και στόματος προσέδιδε στο κάτω μέρος του προσώπου μια μαϊμουδίστικη όψη.

Ο Ντον Τζοβάννι έσπρωξε τη μισόκλειστη πόρτα κατ' αρχάς και άρχισε να μπαίνει στο πρώτο δωμάτιο, έπειτα μπήκε στο δεύτερο, μετά στο τρίτο· έφερε έναν γύρο όλο το διαμέρισμα, με νευρικά βήματα· κοντοστάθηκε στο μικρό μπάνιο. Η ησυχία σχεδόν τον σάστισε· κατασπάραξε την ψυχή του τρομερή αγωνία.

- «Είναι η αλήθεια! Είναι η αλήθεια!» τραύλιζε, κοιτάζοντας γύρω του, χαμένος.

Εκεί τα αντικείμενα βρίσκονταν στη συνηθισμένη τους θέση. Ελειπαν όμως, στα πόδια του στρογγυλού καθρέφτη στηριγμένου πάνω στο τραπέζι, τα κρυστάλλινα μπουκαλάκια, οι χτένες από ταρταρούγα, τα κουτάκια, οι βούρτσες, όλα εκείνα τα μικροαντικείμενα απαραίτητα στην περιποίηση της γυναικείας ομορφιάς. Σε μια γωνία στεκόταν μια μεγάλη τσίγκινη λεκάνη σε σχήμα κιθάρας· και μέσα στη λεκάνη σιγολαμπύριζε νερό, ελαφρά χρωματισμένο ροζ από κάποια εσάνς. Απ' το νερό ξεχυνόταν κάπως ελαφρά ευωδιά που αναμειγνυόταν στον αέρα με το άρωμα της πούδρας. Οι αναθυμιάσεις απέπνεαν κάτι το σαρκικό.

- «Ρόζα! Ρόζα!» έκραξε ο Ντον Τζοβάννι, με πνιγμένη φωνή, ενώ τον έπαιρνε το παράπονο.

Η γυναίκα εμφανίστηκε.

- «Διηγήσου μου το πώς έγινε! Για πού το 'σκασε, και πότε εξαφανίστηκε, και γιατί;» ρωτούσε ο Ντον Τζοβάννι, ενώ με το στόμα του έκανε μια γκριμάτσα παιδική και αστεία, σαν για να συγκρατήσει το κλάμα του ή να καταπιέσει το βουβό κλαυθμύρισμά του. Στο μεταξύ είχε αρπάξει τη Ρόζα κι απ' τους δύο καρπούς· και μ' αυτόν τον τρόπο ήταν σαν να την κέντριζε να μιλήσει, να αποκαλύψει.

- «Εγώ, δεν έχω ιδέα, κύριε... Σήμερα το πρωί γέμισε τις βαλίτσες της· έστειλε να φωνάξουν τον αμαξά Λεόνε· και έφυγε χωρίς να πει κουβέντα. Τι θέλετε να κάνω; Θα επιστρέψει».

- «Θα επιστρέψει, ει, ει;», κλαψούρισε ο Ντον Τζοβάννι, σηκώνοντας ψηλά τα μάτια, όπου τα δάκρυα είχαν ήδη αρχίσει να αναβλύζουν. «Στο 'πε; Μίλα!».

Κι αυτό το τελευταίο ρήμα ηχούσε σαν μια στριγκλιά σχεδόν απειλητική και μανιασμένη.

- «Ε!... τι στο καλό, εμένα μου είπε: "Αντίο, Ρόζα. Δεν θα ξαναϊδωθούμε πια...". Μα... τέλος πάντων... ποιος το ξέρει!... Ολα μπορούν να συμβούν».

Ο Ντον Τζοβάννι ρίχτηκε κατατσακισμένος πάνω σε μια καρέκλα, ακούγοντας αυτά τα λόγια· και άρχισε να σπαράζει συνεπαρμένος από τέτοιο πόνο, ώστε η γυναίκα ένιωσε σχεδόν τρυφερότητα.

- «Ντον Τζοβά, και τώρα τι πρέπει να γίνει; Σάμπως δεν υπάρχουν άλλα θηλυκά σ' αυτό τον κόσμο; Εσείς τώρα, τι λέτε, Ντον Τζοβά;...».

Ο Ντον Τζοβάννι δεν ένιωθε τίποτα. Συνέχιζε να παραπονιέται κλαίγοντας σαν παιδί, κρύβοντας το πρόσωπό του στην ποδιά της Ρόζα Κατάνα· κι όλο του το σώμα σκιρτούσε, πνιγμένος στους λυγμούς.

- «Μα όχι, όχι, όχι... Θέλω τη Βιολέττα μου! Θέλω τη Βιολέττα μου!».

Σ' αυτά τα βλακώδη παιδιαρίσματα η Ρόζα δεν μπόρεσε να κρατηθεί και να μη χαμογελάσει· και βάλθηκε να χαϊδολογάει το φαλακρό κεφάλι του Ντον Τζοβάννι, μουρμουρίζοντας λόγια παρηγοριάς.

- «Θα σας την ξαναβρώ εγώ, τη Βιολέττα σας· θα σας την ξαναβρώ εγώ... Ησυχάστε! Ησυχάστε! Μην κλαίτε πια, μικρέ μου Ντον Τζοβάννι. Ο κόσμος που περνάει μπορεί να μας ακούσει. Δεν θα σας άρεσε αυτό, ε;».

Ο Ντον Τζοβάννι, σιγά σιγά, υπό την επήρεια αυτών των αγαπησιάρικων θωπευτικών λόγων, άρχισε να υποτάσσεται σ' αυτήν: στέγνωνε τα δάκρυά του στην ποδιά της.

- «Ω! Ω! τι πράμα!» αναφώνησε, κοντοστεκάμενος μια στιγμή με το βλέμμα στυλωμένο στην τσίγκινη λεκάνη, όπου το νερό σπιθοβολούσε τώρα κάτω από μια αχτίδα. «Ω! Ω! τι πράμα! Ω!».

Εσφιξε το κεφάλι με τα χέρια του, και δυο-τρεις φορείς σείστηκε πέρα-δώθε, όπως το συνηθίζουν σε τέτοιες περιπτώσεις οι φυλακισμένες μαϊμούδες.

- «Αντε, μικρέ μου Ντον Τζοβάννι, άντε!» επαναλάμβανε η Ρόζα Κατάνα, τραβώντας τον, ενώ τον έπιανε απαλά απ' το χέρι.

Στο μικρό δωμάτιο φαινόταν σαν το άρωμα να ανάδιδε μια πιο βαριά οσμή. Απειράριθμες μύγες βομβούσαν γύρω από ένα φλιτζάνι με κατακάθια καφέ. Η αντανάκλαση του νερού, όμοια με χρυσό, λεπτό δίχτυ, τρεμόπαιζε πάνω στον τοίχο.

- «Ασε τα όλα όπως είναι!» διέταξε ο Ντον Τζοβάννι τη γυναίκα, με μια φωνή σπασμένη απ' τα κακοπνιγμένα αναφιλητά. Και κατέβηκε τις σκάλες, χτυπώντας το κεφάλι του για το ριζικό του. Αυτός είχε, κατάφατσα, τα μάτια πρησμένα και κατακόκκινα, όμοια με κείνα μερικών μπάσταρδων σκύλων. Το στρογγυλεμένο σώμα του, με προτεταμένη την κοιλιά, έπεφτε πάνω σε δύο πόδια ελαφρά στραβωμένα προς τα μέσα. Μακριά σγουρά μαλλιά στεφάνωναν το φαλακρό κεφάλι του, που έμοιαζαν να μη φυτρώνουν απ' το πετσί παρά από τους ώμους, και να ορθώνονται προς τον σβέρκο και τους κροτάφους. Αυτός με τα χέρια γεμάτα δαχτυλίδια, πού και πού, συνήθιζε να ισιώνει κάποια μπερδεμένη τούφα: τα πολύτιμα και φανταχτερά κοσμήματα λαμπύριζαν ακόμα και στον αντίχειρα, και ένα χοντρό σαν φράουλα κουμπί από καμέα τού έκλεινε στα μισά του στήθους το μπροστινό μέρος του πουκαμίσου.

Καθώς ξεμύτισε στο ζωηρό φως της πλατείας, αισθάνθηκε ξανά ένα ακατανίκητο σβήσιμο. Μερικοί σκιτζήδες κοίταζαν τη δουλειά τους, εκεί κοντά, μασουλώντας σύκα. Ενα κοτσύφι στο κλουβί σφύριζε διαρκώς τον ύμνο του Γκαριμπάλντι, ξεκινώντας ξανά και ξανά απ' την αρχή, με μια θλιμμένη επιμονή.

- «Δούλος σας, Ντον Τζοβάννι!» είπε ο Ντον Ντομένικο Ολίβα περνώντας και βγάζοντας το καπέλο του, θριαμβολογώντας με τη γνωστή του ναπολιτάνικη εγκαρδιότητα. Ταραγμένος απ' το αξιοπερίεργο της αναστατωμένης όψης του κυρίου, ύστερα από λίγο ξαναπέρασε και ξαναχαιρέτησε απλόχερα και με γενναιόδωρο χαμόγελο. Αντρας με πολύ φαρδύ στέρνο και κοντά πόδια και προικισμένος μ' ένα χαμόγελο που θριαμβολογούσε στα χείλη του περιπαιχτικά. Οι κάτοικοι της Πεσκάρα τον αποκαλούσαν «κοντόκωλο».

- «Δούλος σας!»

Ο Ντον Τζοβάννι, στον οποίον βλάσταινε σιγά σιγά δηλητηριώδης οργή, μιας και τα γέλια αυτών που έτρωγαν τα σύκα συν το τραγούδισμα του κοτσυφιού τού έσπαγαν τα νεύρα, στον δεύτερο χαιρετισμό ανταπέδωσε γυρνώντας περιφρονητικά την πλάτη, παίρνοντας τον δρόμο του, πιστεύοντας ότι αυτός ο χαιρετισμός ήταν μια σκέτη κοροϊδία.

Ο Ντον Ντομένικο, κατάπληκτος, τον ακολουθούσε κατά πόδας.

- «Μα... Ντον Τζοβά!... ακούστε... μα...».

Ο Ντον Τζοβάννι δεν ήθελε ν' ακούσει το παραμικρό. Προχωρούσε στον δρόμο προς το σπίτι με γοργό βήμα. Οι μανάβισσες και οι πεταλωτές κατά μήκος του δρόμου κοιτούσαν το θέαμα, χωρίς να καταλαβαίνουν τι συμβαίνει, το αλληλοκυνήγημα εκείνων των δυο λαχανιασμένων ανδρών, που έσταζαν βουτηγμένοι στον ιδρώτα κάτω από το λιοπύρι.

Κοντεύοντας στην πόρτα του, ο Ντον Τζοβάννι, ο οποίος έμοιαζε έτοιμος να εκραγεί, στράφηκε σαν νάγια, κιτρινοπράσινος από χολή.

- «Ντον Ντομέ, ω Ντον Ντομέ, θα σου τσακίσω το κρανίο!».

Και μπήκε σπίτι, μετά την εκτόξευση της απειλής, χτυπώντας πίσω του την πόρτα φουριόζικα.

Ο Ντον Ντομένικο, σαστισμένος, παρέμεινε άλαλος. Μετά, απομακρύνθηκε, πέρα στον δρόμο, σκεπτόμενος ποια να 'ταν τάχα η αιτία του συμβάντος. Ο Ματτέο Βερντούρα, ένας απ' αυτούς που έτρωγαν τα σύκα, φώναξε:

- «Ελάτε! Ελάτε! Θέλω να σας ανακοινώσω κάτι το καταπληκτικό!».

- «Περί τίνος πρόκειται;», ρώτησε ο άνδρας με τη μακροράχη, πλησιάζοντας.

- «Μα, τίποτα δεν έφτασε στ' αυτιά σας;»

- «Τι πράγμα;»

- «Α! Α! Μα δεν ξέρετε, επιτέλους, ακόμα τίποτα;»

- «Μα τι;»

Ο Βερντούρα έσκασε στα γέλια· και οι άλλοι σκιτζήδες τον μιμήθηκαν. Για μια στιγμή, όλοι εκείνοι οι άνδρες σκίρτησαν με το ίδιο υπόκωφο και άπρεπο γέλιο, παίρνοντας διάφορες πόζες.

- «Θα μου δώσετε τρεις πεντάρες για τα σύκα, εάν σας το πω;»

Ο Ντον Ντομένικο, τσιγκούνης γαρ, δίστασε για λίγο.

- «Αντε, θα πληρώσω!».

Ο Βερντούρα φώναξε μια γυναίκα για να στοιβάξει τα φρούτα στον πάγκο. Επειτα ανακοίνωσε:

- «Εκείνη η κυρά που έμενε εκεί πέρα, η Ντόνα Βιολέττα, μάθατε τι;... Εκείνη του θεάτρου, μάθατε;...»

- «Ε, και;»

- «Δραπέτευσε σήμερα το πρωί. Τόμπολα!».

- «Αλήθεια;»

- «Αληθινά, Ντον Ντομέ».

- «Α!, τώρα καταλαβαίνω!» αναφώνησε ο Ντον Ντομένικο, άνθρωπος οξύνους, περιγελώντας σαρκαστικά και ωμότατα· και, καθώς ήθελε να εκδικηθεί τη λοιδορία του Ντον Τζοβάννι και να αποζημιωθεί για τις τρεις πεντάρες που ξόδεψε για τα μαντάτα, οδηγήθηκε αμέσως προς τη λέσχη1 για να διαδώσει το πράγμα, μεγαλοποιώντας την υπόθεση.

Η λέσχη, ένα είδος αναψυκτηρίου, ήταν χωμένη στη σκιά· και μέσα απ' τον μαντρότοιχο μουλιασμένο από περισσή υγρασία αναδυόταν μια ιδιάζουσα μυρωδιά, ανακάτεμα σκόνης και μούχλας. Ο ντοτόρ2 Παντσόνι ροχάλιζε αφημένος πάνω σε μια καρέκλα με τα χέρια εγκαταλελειμμένα. Ο βαρόνος Κάππα, ένας γέρος παθιασμένος για τα κουτσά σκυλιά και για τα τρυφερούδια κοριτσάκια, λαγοκοιμόταν σκυμμένος ελαφρά πάνω σε μια εφημερίδα. Ο Ντον Φερντινάντο Τζορντάνο μετακινούσε τα σημαιάκια πάνω σ' έναν χάρτη όπου εκτυλισσόταν το θέατρο του Γαλλο-πρωσικού πολέμου.3 Ο Ντον Σεττίμιο ντε Μαρίνις συζητούσε για τον Πιέτρο Μεταστάζιο4 με τον ντοτόρ Φιόκκα, με φωνή τρανταγμένη από ξεσπάσματα, και όχι λιγότερο με μια κάποια ευγλωττία διανθισμένη με ποιητικές αναφορές. Ο συμβολαιογράφος Γκαϊούλλι, μη ξέροντας με ποιον να παίξει, ανακάτευε μόνος του την τράπουλα και τοποθετούσε τα χαρτιά με τη σειρά πάνω στο τραπεζάκι. Ο Ντον Πάολο Σέτσα στριφογύριζε ολόγυρα στο τετράπλευρο τραπέζι του μπιλιάρδου, με μετρημένα βήματα, για να διευκολύνει τη χώνεψη.

Ο Ντον Ντομένικο Ολίβα μπήκε με τέτοια φόρα, που όλοι στράφηκαν προς το μέρος του, εκτός από τον ντοτόρ Παντσόνι, που παρέμενε παραδομένος στας αγκάλας του Μορφέα.

- «Τα μάθατε; Τα μάθατε;»

Ο Ντον Ντομένικο βιαζόταν τόσο πολύ για να ξεφουρνίσει τα νεότερα και λαχανιασμένος από τα πολλά, αρχικά τραύλιζε, χωρίς κανείς να συγκρατεί το παραμικρό. Ολοι αυτοί οι αρχοντάνθρωποι5 κρέμονταν από τα χείλη του, προαισθανόμενοι με ικανοποίηση ότι σίγουρα πρόκειται για κάτι περίεργο, που θα τροφοδοτούσε εν τέλει τις απογευματινές κακογλωσσιές τους.

Ο Ντον Πάολο Σέτσα, κουφαηδόνι απ' το ένα αυτί, είπε ανυπόμονος:

- «Μα, τι διάολο; Εχετε καταπιεί τη γλώσσα σας Ντον Ντομέ;»

Ο Ντον Ντομένικο άρχισε να εξιστορεί τα πάντα απ' την αρχή, με ακριβέστατη ηρεμία και σαφήνεια. Τα ξέρασε όλα· μεγαλοποίησε τον θυμό του Ντον Τζοβάννι Ουσόριο· κόλλησε φανταστικές λεπτομέρειες· μέθυσε με τα λόγια.

- «Το πιάνετε; Το πιάνετε; Και μετά εκείνο και μετά το άλλο...». Ο ντοτόρ Παντσόνι απ' την οχλοβοή άνοιξε τα βλέφαρα· στριφογύρισε τους χοντρούς του βολβούς, ακόμα αποβλακωμένος απ' τον ύπνο και ασθμαίνοντας πάλι απ' τη μύτη, όλη στιγματισμένη από τερατώδεις κρεατοελιές, είπε ή ροχάλισε ένρινα:

- «Τι είναι; Τι τρέχει;»

Και κοπιάζοντας στηριγμένος στο μπαστούνι, σηκώθηκε αργά αργά και πλησίασε το πηγαδάκι για ν' ακούσει.

Ο βαρόνος Κάππα τώρα εξιστορούσε, με το στόμα γεμάτο σάλια, μια κακεντρεχή ιστοριούλα για τη Βιολέττα Κουτουφά. Τις κόγχες των αφοσιωμένων ακροατών διαπερνούσαν, κατά κύματα, λαμπυρίσματα. Τα πρασινωπά ματάκια του Ντον Πάολο Σέτσα σπίθιζαν με ξεκαρδιστική διάθεση. Στο τέλος, τραντάχτηκαν όλοι από τα γέλια.

Αλλά ο ντοτόρ Παντσόνι, έτσι ευθυτενής, ξαναποκοιμήθηκε όρθιος· λες και αυτός πάντα να είχε τον ύπνο στην τσέπη του, σαν να τον είχε χτυπήσει αρρώστια. Και παρέμεινε εκεί να ροχαλίζει, μοναχός του μες στη μέση, με το κεφάλι γερμένο στο στήθος· ενώ οι άλλοι πετούσαν σ' όλο το χωριό για να μεταφέρουν τα νεότερα.

Και το νεότερο μαντάτο θορύβησε όλη την Πεσκάρα. Προς το βραδάκι, νοτισμένο από τη δροσιά της παραλίας και με το φεγγάρι να γεμίζει, όλοι οι χωριανοί ξεχύθηκαν στους δρόμους και στις πλατείες. Η φλυαρία έδινε και έπαιρνε. Το όνομα της Βιολέττα Κουτουφά έτρεχε σ' όλα τα στόματα. Τον Ντον Τζοβάννι Ουσόριο δεν τον αντίκρισε ουδείς.

(συνεχίζεται)

1. Σ.τ.Ε.: circolo: δημόσιος χώρος συνεύρεσης και διασκέδασης. Η λέξη απαντάται ήδη μ' αυτή την έννοια στα γραπτά του F. De Roberto.

2. Σ.τ.Μ.: dottore: η λέξη ντοτόρ αποδίδεται ως τίτλος ευγενείας σε πρόσωπα που χαίρουν στο περιβάλλον τους ιδιαίτερου status και εκτίμησης.

3. Σ.τ.Ε.: 1870-1871.

4. Σ.τ.Ε.: Pietro Metastasio: Pietro Trapassi (1698-1782), μέγιστος συγγραφέας μελοδραμάτων μεταξύ 17ου-18ου αιώνα.

5. Σ.τ.Ε.: galantuomini: πρόσωπα διακεκριμένα, ευγενή.

Gabriele D' Annunzio, La contessa d' Amalfi*

* Σ.τ.Ε. Η Contessa d' Amalfi είναι λυρικό έργο (πρώτη παρουσίαση, το 1864), σε μουσική Enrico Petrella (1813-1877) και λιμπρέτο του Giovanni Peruzzini (1815-1869).

Στον Γιώργο Κ.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία
Σχετικά θέματα: Λογοτεχνία
Ποιοι είναι αυτοί;
Η ζωή και το έργο
Σημειώματα εν εξελίξει 3.
Η φιλοσοφία της θρησκείας στους Χέγκελ και Μαρξ
Ο φωτογράφος του κόσμου
Καθηγητής Παπαδιαμάντης
Ο κατάσκοπος που γύρισε από το κρύο
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Οι παγίδες της απόκρυψης
Οι χρόνοι του σώματος
Ευριπίδης και διαστροφή
Η θεοποίηση της αλήθειας
Σελίδες βουτηγμένες στην άμμο και τη φαντασία
Πρόταση για κάτι νέο στην εξωτερική πολιτική
Λογοτεχνία
Ποιοι είναι αυτοί;
Η ζωή και το έργο
Σημειώματα εν εξελίξει 3.
Η κόμισσα του Αμάλφι
Η φιλοσοφία της θρησκείας στους Χέγκελ και Μαρξ
Ο φωτογράφος του κόσμου
Καθηγητής Παπαδιαμάντης
Ο κατάσκοπος που γύρισε από το κρύο
Συνέντευξη:Μορίς Ατιά-Τζελίλ Οκέρ
Δύο συγγραφείς μιλούν για το έργο τους και για το αστυνομικό είδος
Από τις 4:00 στις 6:00
Σαμψών και Δαλιδά, μια επίκαιρη ιστορία
Ενας μυστικός μουσικός ήρωας