Έντυπη Έκδοση

Ο θρυλικός τζαζίστας Τσαρλς Λόιντ μας μιλά για τον κόσμο, τη Μ. Φαραντούρη και τη μουσική

«Σαν την κατσαρή ουρά ενός σκύλου»

«Ηταν ευλογία και προνόμιο που με καλέσατε πέρυσι στο Ηρώδειο. Δεν έχω λέξεις για εκείνη τη βραδιά. Μόνο αισθήματα». Ψηλός, μ' ένα σώμα νευρώδες που διατηρεί μια εφηβική ενέργεια, ο 73χρονος Τσαρλς Λόιντ μιλά με θέρμη.

Δεν έχω λέξεις για εκείνη τη βραδιά. Μόνο αισθήματα». Ψηλός, μ' ένα σώμα νευρώδες που διατηρεί μια εφηβική ενέργεια, ο 73χρονος Τσαρλς Λόιντ μιλά με θέρμη. Κι εκπέμπει μια οικειότητα συγκινητική, ειδικά για όποιον είναι συνηθισμένος οι μεγάλοι δημιουργοί να έχουν συνήθως πιο απρόσιτη συμπεριφορά.

Σ' έναν κήπο της Κηφισιάς έγινε αυτή η κουβέντα. Αφορμή η incognito παρουσία του θρυλικού Αμερικανού σαξοφωνίστα και συνθέτη της τζαζ στην Αθήνα, για δύο λόγους: οι ολιγοήμερες διακοπές που θα περνούσε στο εξοχικό της στενής πια φίλης του Μαρίας Φαραντούρη και η προετοιμασία της κυκλοφορίας απ' την ECM μέσα στον Σεπτέμβριο της live συναυλίας που είχαν δώσει πέρυσι στο Ηρώδειο.

Το άλμπουμ θα είναι μάλιστα διπλό. Στο πρώτο μέρος θα ακούγονται συνθέσεις του Λόιντ, συμπεριλαμβανομένου και του «Ρέκβιέμ» του με τους στίχους της Αγαθής Δημητρούκα, αλλά και τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη και της Ελένης Καραΐνδρου. Το δεύτερο μέρος θα είναι αφιερωμένο στην «Ελληνική Σουίτα» που έφτιαξε ο Τάκης Φαραζής, συνδέοντας αριστοτεχνικά παραδοσιακούς σκοπούς της Ελλάδας και φροντίζοντας να αφήνει ικανά διαστήματα για τους τζαζ αυτοσχεδιασμούς του Τσαρλ Λόιντ και των σπουδαίων μουσικών του Κουαρτέτου του, Τζέισον Μοράν (πιάνο), Ρόιμπιν Ρότζερς (μπάσο), Ερίκ Χάρλαντ (ντραμς) και τη «συνομιλία» τους με την πολίτικη λύρα του Σωκράτη Σινόπουλου.

Ολα αυτά βέβαια ξεκίνησαν από τη συνάντηση με τη Φαραντούρη. Κι από κάτι κάπως μεταφυσικό, όπως τουλάχιστον το περιγράφει ο Λόιντ...

-Τι ξεχωρίσατε στη φωνή τής Φαραντούρη;

«Αγάπησα τη φωνή της από την πρώτη στιγμή που την άκουσα. Αλλά αγαπώ και τη μουσική ολόκληρη. Οσο για τη μουσική που ονομάζεται τζαζ και την οποία υπηρετώ όλη μου τη ζωή, είναι πρωτίστως η μουσική της ελευθερίας και της αναζήτησης. Και η Μαρία διαθέτει ακριβώς αυτό. Πίστευα πάντα πως όταν κάτι αναζητάς, σε αναζητά κι εκείνο. Προφανώς τη φωνή της Μαρίας την αναζητούσα πάντοτε. Κι αφού η φωνή της έφερε δάκρυα στα μάτια μου, ήξερα πως βρήκα αυτό που έψαχνα».

-Ομως ήδη κάτι ξέρατε για την ελληνική μουσική.

«Η Μαρία, όμως, με οδήγησε σε άλλα βάθη. Μου τραγούδησε βυζαντινούς ύμνους και ηπειρώτικα, μου γνώρισε καλύτερα τη μουσική του Μίκη Θεοδωράκη, μου διεύρυνε την εκτίμηση και την αγάπη μου για την ελληνική μουσική. Κι όχι μόνο. Και για ολόκληρο τον πολιτισμό σας. Η Μαρία με ξενάγησε παντού: στην Επίδαυρο, στους Δελφούς, στο Σούνιο...».

-Εσείς όμως ενδιαφέρεστε ούτως ή άλλως για την παραδοσιακή μουσική των χωρών. Απόδειξη το άλμπουμ σας «Mirror», όπου διασκευάζατε π.χ. το μεξικάνικο «La Llorona»...

«Μια μουσική μπορεί να σε χτυπήσει ακαριαία. Ετσι έγινε με τη "Llorona". Εφόσον αγαπώ τη μουσική, την αγαπώ από όπου κι αν προέρχεται. Κι έτσι, έρχομαι στην Ελλάδα και νιώθω σαν να είμαι στο σπίτι μου. Πάω στην Ινδία και νιώθω το ίδιο. Δεν ξέρω. Ισως να 'μαι διαφανής...».

-Θεωρείστε από τους μεγάλους ανανεωτές της τζαζ. Η τζαζ είναι για εσάς μουσικός τρόπος ή τρόπος ζωής;

«Είναι η θρησκεία μου. Δεν έχω σπίτι, ζω στη μουσική. Είχα την τύχη από πολύ νέος να ακούσω τεράστιους μουσικούς της τζαζ. Μεγάλωσα σ' ένα εύπορο σπίτι στο Μέμφις, στο Νότο απ' όπου κατάγονται οι μεγαλύτεροι τζαζίστες. Πιάνο μ' έμαθε ο Φινέας Νιούμπορν, ένας ευφυής μουσικός. Γνώρισα κι άλλους τέτοιους έκτοτε. Μ' ένα μαγικό τρόπο, μου συνέβαινε να βρίσκομαι δίπλα τους. Στη Νέα Υόρκη γνώρισα πραγματικούς γίγαντες: Τελόνιους Μονκ, Ντιουκ Ελινγκτον. Ημουν εκεί γύρω τους κι αυτή ήταν η ζωή μου. Μέσα στη μουσική, ζουν ακόμα τα παιδικά μου χρόνια. Εκεί ζει ο νεαρός Τσαρλς. Κι αυτός είναι ο διαλεχτός -όχι εγώ. Δεν καταλαβαίνω όσα καταλαβαίνει εκείνος. Αλλά ξέρω ότι είμαι χαρούμενος που κάνω ακόμα μουσική, σαν να 'χω μυαλό αρχάριου μουσικού».

-Είστε όμως ένας θρύλος της τζαζ. Και βέβαια συνεργαστήκατε και με θρυλικά ονόματα όχι μόνον της τζαζ αλλά και της ροκ: Τζίμι Χέντριξ, Τζάνις Τζόπλιν...

«Ημουν πολύ νέος, ζούσα στη Νέα Υόρκη κι έπαιζα με μεγάλους μπλουζίστες όταν γνώρισα τον Χέντριξ. Κι εκείνος ήταν πολύ νέος. Επαιζε σε ένα μικρό κλαμπ. Ηταν ο σπουδαιότερος από όσους έπαιζαν τότε ροκ, γιατί διατηρούσε έναν περίεργο σύνδεσμο με τη μουσική παράδοση, ενώ ταυτόχρονα ήταν κι εξαιρετικά ευφυής και μοντέρνος. Ζούσε τη ζωή του σαν ένα είδος αλληγορίας, σ' έναν διαφορετικό κόσμο. Είχε μια αίσθηση απόλυτης ελευθερίας κι αυτό με γοήτευε περισσότερο σ' εκείνον. Σχεδιάζαμε, μάλιστα, να κάνουμε έναν δίσκο μαζί, αλλά "έφυγε" πολύ νωρίς. Με την Τζάνις Τζόπλιν πάλι πάντα κάπου θα βρισκόμασταν και θα μου ζητούσε να παίξω στο σαξόφωνο το "Summertime" για να το τραγουδήσει. Κι ύστερα ήταν κι οι Grateful Dead που ήθελαν να βγουν μαζί μας στη σκηνή σε μια συναυλία στο Σαν Φρανσίσκο. Αυτά συνέβαιναν το '60 που οι εποχές ήταν διαφορετικές, δεν υπήρχαν περιχαρακωμένα όρια και όλοι ελπίζαμε σε έναν καλύτερο κόσμο. Τότε αρκούσε να εκτιμάς έναν μουσικό και κάτι να εκτιμά κι εκείνος σ' εσένα».

-Οι νέες γενιές διαθέτουν εξίσου δυναμικούς κι ευφυείς μουσικούς;

«Με λυπεί όταν νέοι μουσικοί δεν έχουν αίσθηση της συνέχειας μιας παράδοσης που έρχεται π.χ. από τον Θεοδωράκη στη δική σας περίπτωση. Πάντα, όμως, θα υπάρχει κάποιος που θα πιάσει το νήμα. Εγώ υπήρξα πολύ ευλογημένος. Με αποκαλέσατε πριν θρύλο. Δεν ξέρω τίποτα για θρύλους. Ξέρω, όμως, ότι είχα την τύχη να γνωρίσω μεγάλους μουσικούς κι αυτοί να 'χουν την επιθυμία να παίξουν μαζί μου. Κάτι έψαχνα τότε. Τώρα το συναντώ στους νέους μουσικούς που έρχονται να με βρουν: κι αυτοί κάτι ψάχνουν. Ξέρω ότι και στην Ελλάδα υπάρχουν νέοι μουσικοί που θέλουν να ανήκουν κάπου, που έχουν μια δημιουργική αγωνία. Τους λέω λοιπόν πώς ό,τι ψάχνουν, είναι εκεί έξω. Οταν έρθει η ώρα, θα φανεί. Να έχουν μόνο υπομονή -γιατί δεν μπορούμε να εκβιάζουμε τα πράγματα. Από έφηβος στην Καλιφόρνια έπαιζα με τον Μπίλι Χίγκινς. Ηταν ο αγαπημένος μου ντράμερ. Πέθανε τον Μάιο του 2001 και τέσσερις μήνες αργότερα συνάντησα τον 25χρονο τότε Ερίκ Χάρλαντ. Ηταν σαν να μου τον είχε στείλει ο Χίγκινς. Και μετά ο Χάρλαντ μού έφερε τον Ρόιμπιν Ρότζερς, τον Τζέισον Μοράν. Κι ύστερα ήρθε κι ο Ζακίρ Χουσέιν και έτσι η μουσική συνεχίζεται...».

-Περάσατε όμως και δύσκολες στιγμές. Τι θα μας συμβουλεύατε τώρα που η Ελλάδα περνάει μια από τις δυσκολότερες περιόδους της;

«Θα έλεγα ως κάποιος που απλά φτιάχνει μουσική ότι εγώ θεωρώ τιμή μου να έρχομαι στην Ελλάδα. Θα σας θύμιζα ότι ο ελληνικός πολιτισμός συνέβαλε στη διαμόρφωση ολόκληρου του κόσμου. Θα πρέπει να φροντίσετε να συνεχίσει να υπάρχει αυτός ο υπέροχος πολιτισμός σας. Και να είστε δυνατοί. Να σκέφτεστε ότι δεν είστε μόνο εσείς που περνάτε τέτοιες δυσκολίες. Κι άλλες χώρες αντιμετωπίζουν ανάλογες δυσκολίες -που ίσως να 'ναι πιο "μασκαρεμένες". Πάντα κάποιος θεωρείται ο πιο αδύναμος. Ως μουσικός που μεγάλωσα στο Νότο κι έπαιζα τζαζ, γνώρισα προβλήματα με ανθρώπους που δεν εκτιμούσαν το μουσικό μας πολιτισμό. Καταλαβαίνω, λοιπόν, τη συνθήκη του αδύναμου. Και στην κοινωνία αυτού του κόσμου έτυχε σ' εσάς αυτός ο ρόλος, αλλά δεν πρέπει να αισθάνεστε ως αποδιοπομπαίοι τράγοι. Λυπάμαι πραγματικά για τις συνθήκες που σας επιβάλλει αυτό το οικονομικό παιχνίδι.

Ξέρω ότι οι κυβερνήσεις δεν στέκονται πάντα στο ύψος τους. Ξέρω ότι υπάρχουν ζυμώσεις, διάφορα λόμπι και άνθρωποι που έχουν συμφέροντα εναντίον της ομαλής πορείας ενός πολιτισμού. Οφείλουμε όλοι να καταλάβουμε πως δεν μπορούμε να ζούμε στους γυάλινους πύργους μας. Γι' αυτό όσοι σήμερα σας πετροβολούν θα συνειδητοποιήσουν πως σείεται και το δικό τους σπίτι. Η αλήθεια είναι μία -κι ας τη βαφτίζουμε με διαφορετικά ονόματα. Ο κόσμος που ζούμε μοιάζει με την κατσαρή ουρά ενός σκύλου.

Μπορεί να προσπαθείς να την ισιώσεις, αλλά μόλις την αφήσεις απ' τα χέρια σου, πάλι κατσαρή θα είναι. Ξέρω δηλαδή ότι η ιστορία του ανθρώπινου είδους δεν είναι η μεγάλη ιστορία των ονείρων και των υψηλών οραμάτων. Υπήρχαν πάντα πόλεμοι και διχασμοί και περιπέτειες. Τα προβλήματα αυτού του κόσμου θα υπάρχουν πάντα. Κι εμείς θα πρέπει να σηκώνουμε ψηλότερα το ηθικό μας και το πνεύμα μας που είναι κοινό σ' αυτό το ανθρώπινο ταξίδι. Είμαι ονειροπόλος, το παραδέχομαι. Αλλά δεν σταματώ και να προσεύχομαι για τη μέρα που όλοι οι πολιτισμοί θα ζουν σε αρμονία και ειρήνη και θα αποδέχονται ότι καθένας μας κουβαλά το δικό του χάρισμα». *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Μουσική
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Λογοτεχνία
Ενα best-seller για το καλοκαίρι
Συνέντευξη:Στίβεν Αντωνάκος
«Δεν μπλέκω τις πολιτικές πεποιθήσεις με την τέχνη»
Μουσική
Το MTV 30άρισε
Μπλουζ ροκ μέθεξη
Οπλισμένος με σόουλ
Γνωρίζονταν πριν γνωριστούν
Αρχαίο Θέατρο Μαρώνειας
Ιλιάδα στη Μαρώνεια
Κριτική Θεάτρου
Ρομαντική περιδιάβαση στην τραγωδία
Συνέντευξη:Τσαρλς Λόιντ
«Σαν την κατσαρή ουρά ενός σκύλου»
Εικαστικά
Από τη Λακωνία στη Ν. Υόρκη
Γαλλική καθαρότητα και αμερικανικός γρίφος
Συνέντευξη:Νιλ Λαμπιούτ
«Η ζωή είναι σκληρότερη απ' το θέατρο»
Κομικ(ς)οδρόμιο
Το Μολυσματικό Σύνδρομο του Shintaro Kago
Σοβιετικοί ήρωες στα υπερηρωικά αμερικανικά κόμικς
Άλλες ειδήσεις
Νέες κυκλοφορίες