Έντυπη Έκδοση

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

Φωτιές και στάχτες

Φωτογραφία του Σωτήρη Λάμπρου για τη «Βιβλιοθήκη» Φωτογραφία του Σωτήρη Λάμπρου για τη «Βιβλιοθήκη» Ρέα Γαλανάκη

Φωτιές του Ιούδα,

στάχτες του Οιδίποδα

εκδόσεις Καστανιώτη

Τρεις ημέρες πριν από την κυκλοφορία του βιβλίου της Ρέας Γαλανάκη η Βιβλιοθήκη-Καταφύγιο θηραμάτων δημοσιεύει απόσπασμα από το βιβλίο

Η νεαρή γυναίκα συνέχισε να βλέπει το ίδιο όνειρο και αφού ξύπνησε, όταν βγήκε στο κατώφλι του σπιτιού της σαν κάθε αυγή. Το όνειρο είχε αυτονομηθεί από το σώμα της όπως μονάχα ένας εφιάλτης μπορεί να σπάσει τα ενύπνια δεσμά του, να εγκαταλείψει το υφαντό σεντόνι και τα εφηβικά κορμιά του αντρόγυνου, για να πάει να ανάψει ξημερώματα φωτιά στον ουρανό. Ιδιες οι φλόγες στο όνειρο, ίδιες και στο ουράνιο κρύσταλλο. Πανύψηλες και κόκκινες, φλόγες απ' το πορτοκαλένιο ώς το βαθυπόρφυρο. Μόνο που στο όνειρο καλπάζανε πάνω στη γη ωσάν γιγαντιαία, αφηνιασμένα άλογα, με πυρωμένα πέταλα που καρβουνιάζανε το κάθε τι στο διάβα τους· ανθρώπους που έτρεχαν για να σωθούν, σπίτια, δέντρα, ζώα. Σύννεφα μαύρου και πυκνού καπνού σκοτεινιάζανε τον ήλιο. Συριγμός στα ουράνια, οδυρμός στη γη, ιδού τα ύστερα του κόσμου, αυτά που μας βροντοφωνάζει ο προφήτης, πρόλαβε να συλλογιστεί, ενώ τρανταζόταν από τους λυγμούς βλέποντας τον εαυτό της να κρατά το χέρι του άντρα της και να τρέχουνε αλλόφρονες οι δυο τους, τριγυρισμένοι από ένα πλήθος άγνωστων ανθρώπων. Εκλαιγε φωνάζοντας τα ονόματα των πιο στενών της συγγενών· μέχρι και το κουτάβι που είχε περιμαζέψει από το σοκάκι χθες, που το έπλυνε και το αγκάλιασε σαν να 'ταν βρέφος αλλά δεν του είχε βρει ακόμη όνομα, κι αυτό το φώναξε στον ύπνο της. Με αγορίστικο όνομα το φώναξε, ίσως γιατί ντρεπόταν που τα σπλάγχνα της δεν είχανε καρπίσει, σχεδόν χρόνο παντρεμένη. Ντράπηκε όμως πιο πολύ όταν, καθώς έτρεχε στον εφιάλτη, μια στιγμή τής γλίστρησε η πουκαμίσα και γυμνώθηκε. Εμεινε πίσω ο άντρας της να πιάσει το ρούχο, να τη σκεπάσει για να τη γλιτώσει από τη διαπόμπευση. Ολοκάθαρα τον είδε που σταμάτησε, όμως δεν έσκυψε να πιάσει το πεσμένο ρούχο. Με κομμένη τη φωνή και την ανάσα, απέμεινε στην ίδια θέση να θαυμάζει απ' άκρη σ' άκρη το γυμνό της σώμα, το ροδοκόκκινο από την ανταύγεια της φωτιάς, το λαμπερό από τον ιδρώτα. Μετά τον έχασε μέσα στον πανικό του πλήθους. Μόνη της και γυμνή συνέχισε να τρέχει ανάμεσα στους άγνωστους ανθρώπους. Τόσο γυμνή, που νόμισε ότι και το σώμα της το ίδιο είχε λαμπαδιάσει και καιγόταν, όμως όχι από τις γύρω φλόγες, μα από τη μεγάλη καταισχύνη.

Η νεαρή γυναίκα στέναξε ανακουφισμένη· τουλάχιστον πάνω στον πρωινό πυρπολημένο ουρανό δεν έβλεπε τον εαυτό της να τρέχει ολόγυμνη και ντροπιασμένη, ούτε τον άντρα που της είχανε διαλέξει οι γονείς της να σταματά και να θαυμάζει το γυμνό της σώμα. Δεν του είχε παράπονο, μα ούτε και θα επέτρεπε στον εαυτό της κάτι τέτοιο. Ο άντρας της, αυτός που κοιμόταν τώρα μες στο σπίτι, αφημένος στον πρωινό εξημερωμένο ύπνο των αντρών. Εκείνος σίγουρα θα μπορούσε να παλέψει με ένα κακό του όνειρο, να το νικήσει και να μην του επιτρέψει να ξαναγυρίσει. Δυνατός και νέος ήταν, δεν θα το έβαζε στα πόδια σαν κι αυτήν...

Οι δούλοι τους, λίγοι ήσαν, είχανε κιόλας ξεκινήσει για τον στάβλο και για το περβόλι· ευτυχώς, γιατί δεν ήθελε να καταλάβουν ότι ο εφιάλτης είχε βγει έξω από τη νύχτα, έξω από το κεφάλι της, για να πυρπολήσει τούτο το ξημέρωμα. Τότε το πρωτοσκέφτηκε, ενώ πήγαινε προς το πηγάδι για να βγάλει μόνη της νερό και να ξεπλυθεί από το κακό της όνειρο: ο άντρας της κι αυτή ποτέ δεν είχαν αντικρίσει ολόγυμνα τα σώματά τους, κι ας έσμιγαν κάθε νύχτα· σχεδόν κάθε νύχτα. Ενιωσε πάλι ντροπή, ότι ο σύζυγός της την αντίκρισε ολόγυμνη, κι ας είχε θαμπωθεί το βλέμμα του, ας του είχε κοπεί μιλιά κι ανάσα, ας είχε λάβει χώρα αυτό το συμβάν σε έναν εφιάλτη, όχι στην ίδια τη ζωή τους.

Εστριψε με φόρα το μαγκάνι αμολώντας το δεμένο στο σκοινί λεβέτι μέσα στο πηγάδι. Ζαλίστηκε βλέποντας το σκοινί να ξετυλίγεται απότομα. Το μαγκάνι έτριξε όπως έτριζε κάθε μέρα, σήμερα όμως του απάντησε το γάβγισμα του κουταβιού, που ήρθε τρέχοντας να μπερδευτεί στα πόδια της. Λες κι έσταξε λεμόνι μέσα στην κρυστάλλινη ουράνια κούπα, το γάβγισμά του αραίωσε μεμιάς το κόκκινο του αιθέρα. Αρχιζε μια συνηθισμένη μέρα του καλοκαιριού. Σκέφτηκε πως έπρεπε να το πάρει απόφαση και να πει στον άντρα της τον χθεσινό της εφιάλτη. Τώρα καλύτερα, όσο κρατούσε ακόμη η πρωινή δροσιά, όχι το μεσημέρι που θα είχε πυρακτωθεί και λιώσει ο κόσμος απ' τη ζέστη. Να του διηγηθεί τι είχε δει· να του πει κι εκείνο το άλλο, το ανείπωτο. Το φριχτότερο κι από τη γύμνια της ακόμη. Γυναίκα ήταν, μια γυναίκα παντρεμένη πλέον, όφειλε υποταγή στα όνειρα ακριβώς όπως και στον σύζυγό της.

Γέμισε την πήλινη στάμνα, γύρισε στο σπίτι, νίφτηκε καλά, χτένισε με το φιλντισένιο χτένι τα μακριά μαλλιά, τα έπλεξε σε δυο χοντρές σκούρες πλεξούδες που τις γύρισε γύρω από το κεφάλι σαν κορόνα, έπιασε το μικρό ασημένιο κάτοπτρο και κοιτάχτηκε ευχαριστημένη. Κάθε νύχτα, σχεδόν κάθε νύχτα, τα μαλλιά της ξεπλεκόντουσαν κι έπρεπε το πρωί να τα χτενίζει· μα της άρεσε που τα μαλλιά λύνονταν στην αγκαλιά του αντρός της, όπως λυνόταν και το ίδιο της το σώμα, και ας μην έπρεπε να το ομολογεί αυτό ούτε καν στον εαυτό της. Ξαναζαλίστηκε καθώς με μια κυκλική κίνηση έριξε πάνω στις πλεξούδες μιαν άσπρη λεπτή μαντίλα. Φτερούγισε η καρδιά της, να 'ταν αυτό τον μήνα τυχερή; Κοίταξε πάλι τον μικρό καθρέφτη σαν να ήταν γραμμένη πάνω του η απάντηση.

Ο νεαρός της σύζυγος κατέβηκε τα σκαλοπάτια του ξύλινου οντά, όπου έστρωναν για να πλαγιάζουν. Την πλησίασε. Οπως κάθε μέρα τού έγειρε τη στάμνα να πλυθεί, του έδωσε προσόψι να σκουπίσει πρόσωπο και χέρια. Σήμερα κρατούσε χαμηλά το βλέμμα από συστολή, αδύνατον τής ήταν να ξεχάσει ότι στο όνειρό της εκείνος την αντίκρισε εντελώς γυμνή· κι όχι μόνον εκείνος, αλλά και όλοι οι άλλοι που έτρεχαν για να σωθούν. Τέτοιο όνειδος, μονάχα μια εγκυμοσύνη αρσενικού θα μπορούσε να το ξεπλύνει από το μυαλό της. Και όμως, κατά βάθος δεν τη βασάνιζε τόσο πολύ η γύμνια αλλά το άλλο, που το είχε δει στον ίδιο εφιάλτη.

Εκείνη τη στιγμή η δούλη Σάρα μπήκε από την ανοιχτή εξώπορτα φέρνοντας γάλα από την καλή κατσίκα, αφού η άλλη είχε βγει στέρφα κι έπρεπε να τη σφάξουν για το κρέας. Η Σάρα, μια χωρική γερή, έξυπνη και χωρατατζού, πιστή κι εύπιστη συνάμα, κάτι πήγε να πει για να καλημερίσει όπως συνήθως το ζευγάρι, ψυχανεμίστηκε όμως ένα βάρος στον αέρα και δεν άνοιξε το στόμα. Της έγνεψε και η κυρά της να απομακρυνθεί. Καλή, μα κι αυστηρή η κυρά της, σκεφτόταν η Σάρα καθώς έβγαινε, σιχτιρίζοντας βουβά που έπρεπε άρον άρον να την υπακούει, μολονότι είχε τα μισά της χρόνια. Ωρες ώρες τής έφταιγαν όλοι και όλα τούτης της κυράς, αφού, κοντά ένα χρόνο που βρισκότανε στεφανωμένη, δεν έπιανε παιδί και δεν σταματούσανε τα νεύρα της. Στέρφα φαίνεται κι αυτή, σαν την κατσίκα που έπρεπε να σφάξουν για να μην τους τρώει τζάμπα το χορτάρι...

Ο άντρας της τη ρώτησε για ποιο λόγο έδιωξε τη Σάρα. Η νεαρή γυναίκα χάθηκε στο χαμόγελο μιας στιγμής που θα θυμόντουσαν κι οι δυο για πάντα. Μπορεί να είχε πιάσει ο σπόρος του στα σπλάχνα της, του εκμυστηρεύτηκε, αλλά να μη βιαστεί να το χαρεί, καλύτερα να περιμένανε ώσπου να κάνει άλλον έναν κύκλο το φεγγάρι. Σοβάρεψε, έπρεπε να του μιλήσει τώρα για τον εφιάλτη. Θα το προσπαθούσε, αλλά με τον δικό της γυναικείο τρόπο, παραλείποντας τον δημόσιο εξευτελισμό της από τη γύμνια του κορμιού. Μπορεί και να μην τη συγχωρούσε ο άντρας της που τόση ώρα είχε αφεθεί σε τέτοιο όνειρο, κι ας μην επιδίωξε η ίδια να το ονειρευτεί, αντί να ξυπνήσει και να το ξορκίσει αμέσως. Μα το άλλο, το φριχτότερο, θα του το έλεγε αμέσως. Μ' αυτό θα άρχιζε.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία
Σχετικά θέματα: Προδημοσίευση
Εγώ, η αδελφή μου και η μαμά, ένα
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Προδημοσίευση
Φωτιές και στάχτες
Εγώ, η αδελφή μου και η μαμά, ένα
Κριτική βιβλίου
Μεταξύ παρόντος και παρελθόντος
Για τους φιλαναγνώστες ιστορικών βιβλίων
Στα ερμητικά μονοπάτια
Οβίδιος: Ενας ποιητής του ...καιρού μας
Οι ιάπωνες καμικάζι
Ενα κορίτσι και ο κόσμος
Λεπτομέρειες και τάσεις του διαγωνισμού θεάτρου
Βιβλία για τον κινηματογράφο
Συνέντευξη: Αλαίν ντε Μποττόν
Φιλοσοφώντας στα καθημερινά προβλήματα του ανθρώπου
Βερολίνο
9 Νοεμβρίου 1989-2009 - 20 χρόνια από την πτώση του Τείχους
Από τις 4:00 στις 6:00
Τραγούδια για υπαρκτά πρόσωπα
Ο Jimi Hendrix της ακουστικής κιθάρας
Θέατρο
Μαγειρικοί μονόλογοι
Άλλες ειδήσεις
Κι αυτό θα περάσει
Η ύπαρξη μόνη...