Έντυπη Έκδοση

Μεταξύ παρόντος και παρελθόντος

Παναγιώτης Κουσαθανάς

Λοξές ιστορίες που τελειώνουν με ερωτηματικό

Μυθ-ιστορίες για τα ολέθρια επακόλουθα του Χρόνου

εκδόσεις Ινδικτος, σ. 152, 12 ευρώ

Γράψαμε πρόσφατα, κάπου στις παραμονές του καλοκαιριού, για τη Μύκονο του Αλμπέρ Καμύ. Καιρός είναι να γράψουμε και για τη Μύκονο του Παναγιώτη Κουσαθανά. Υπάρχει, άλλωστε, κάποια αντιστοιχία, αφού και οι δύο στάθηκαν τυχεροί να προλάβουν το μυκονιάτικο τοπίο της πρώτης μεταπολεμικής δεκαετίας.

Σαρανταπεντάρης ήταν ο Καμύ το 1958, όταν περιέπλεε με σκάφος τα αιγαιοπελαγίτικα νησιά. Σ' αυτόν τον περίπλου με γάλλους και ελληνογάλλους φίλους του, η Μύκονος μαζί με τη Δήλο φέρονται ανάμεσα στους κύριους σταθμούς του ταξιδιού του. Συγκεντρώνει πολλές πιθανότητες και μπορεί να θεωρηθεί σχεδόν βέβαιο ότι περπάτησε τη Μύκονο. Εκεί, κατά τις μετακινήσεις του στο νησί, μας φαίνεται απίθανο να μη χρησιμοποίησε το κόκκινο φορτηγάκι του ανωμερίτη Γιάννη Μπουγιούρη, μια και σύμφωνα με τον Κουσαθανά, αυτό ήταν τότε το μοναδικό αυτοκίνητο του νησιού και το οποίο, όποτε χρειαζόταν, εκτελούσε και χρέη επιβατηγού. Το σίγουρο, πάντως, είναι πως αυτό ήταν το πρώτο αυτοκίνητο στο οποίο μπήκε ο Κουσαθανάς, τέσσερα-πέντε χρόνια νωρίτερα, παιδί τότε του Δημοτικού.

Ο Δημήτρης Στεφανάκης, που ζωντανεύει στο πρόσφατο μυθιστόρημά του, «Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι», τη Μύκονο του Καμύ, αντιπαραθέτει τον ειδυλλιακό χαρακτήρα του νησιού που γνώρισε ο γάλλος συγγραφέας, με τον τουριστικό των τελευταίων δεκαετιών. Μια αντίστοιχη αντιπαραβολή κάνει και ο Κουσαθανάς σε μία από τις καινούριες ιστορίες του. Μόνο που η δική του αφήγηση, πέραν της μυθοπλαστικής διάστασης, διεκδικεί, τόσο για τα παρελθοντικά όσο και για τα παρόντα, την αυθεντικότητα της μαρτυρίας. Γέννημα-θρέμμα Μυκονιάτης αλλά και μόνιμος κάτοικος του νησιού εδώ και τουλάχιστον τριάντα χρόνια, υφίσταται τις βλαβερές συνέπειες του τουρισμού, που, ιδίως κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, κάνουν τον βίο των κατοίκων αβίωτο. Εξού και ο τίτλος της συγκεκριμένης ιστορίας, «Τα φάσκελα», που θα μπορούσε να εκληφθεί και ως φωνή οργής. Τελικά, όμως, σύμφωνα με την αφήγηση, δεν είναι ο Μυκονιάτης εκείνος που καταφεύγει στην υβριστική χειρονομία για να αντιμετωπίσει τους επιδρομείς. Αντιθέτως, είναι αυτός που υπομένει, πλην όλων των άλλων, και το φασκέλωμα των Αθηναίων και λοιπών παραθεριστών, που επείγονται.

Με έναν μακροπερίοδο τρόπο γραφής, καταργώντας τα κόμματα και επιστρατεύοντας τις άνω τελείες, ο Κουσαθανάς δίνει, σαν σε κινηματογραφική σεκάνς, την εικόνα του παλιού περιφερειακού δρόμου της Μυκόνου σε στιγμή κυκλοφοριακής αιχμής. Υποθέτουμε πως εννοεί κατά τις απογευματινές ώρες, όταν το ετερόκλιτο πλήθος των τουριστών επιστρέφει, με ό,τι τροχοφόρο διαθέτει ο καθένας, από τις παραλίες. Παραστατική η απόδοση του γνωστού χάους που επικρατεί, γίνεται ακόμη εντυπωσιακότερη, καθώς ακολουθείται από μια δεύτερη σεκάνς, ίδιου μήκους αλλά με αργά πλάνα, όπου φαίνεται το ίδιο σημείο του αυτοκινητόδρομου, όπως θα πρέπει να ήταν πριν από πενήντα τόσα χρόνια. Εδώ ακριβώς, μέσα στο «αλλαλόγημα» του αφηγητή ξεπετιέται εκείνο το πρώτο και μοναδικό αυτοκίνητο. Μόνο που καθώς κινείται, παραλίγο πάνω σε μια στροφή να χτυπήσει μια αμέριμνη παρέα παιδιών, που είχαν ξαπλώσει ανάσκελα καταμεσής του δρόμου, ατενίζοντας το γαλάζιο του ουρανού. Στα μάτια των παιδιών, ανάμεσά τους και ο αφηγητής, δεν είναι παρά ένα «αυτοκινούμενο τέρας».

Είναι μία από τις πιο ενδιαφέρουσες αφηγήσεις του βιβλίου, στο οποίο συγκεντρώνεται η συγγραφική σοδειά της τελευταίας πενταετίας. Αποτελείται από 21 ιστορίες, με τις 15 από αυτές σε πρώτη δημοσίευση. Οπως φαίνεται από τον τίτλο και τον υπότιτλο του βιβλίου, ο συγγραφέας επιζητά να δημιουργήσει έναν συνδετικό ιστό ανάμεσα στις, εκ πρώτης όψεως, ανεξάρτητες ιστορίες του. Με τον υπότιτλο ορίζει ως γενικότερο θέμα όλων των ιστοριών «τα ολέθρια επακόλουθα του χρόνου», ενώ, με τον τίτλο, δεσμεύει τις ιστορίες να τελειώνουν με ερωτηματικό. Ετσι και η εν λόγω ιστορία καταλήγει με ένα ερώτημα. Ακινητοποιημένος από το μποτιλιάρισμα, μέσα στο αυτοκίνητό του, ο αφηγητής, αναρωτιέται για τη δυνατότητα ενός ηπιότερου ρυθμού τουριστικής ανάπτυξης. Παρόλο που η συγγραφική στρατηγική δεν προβλέπει απαντήσεις, ο τρόπος που πολιορκείται το ερώτημα αφήνει σαφώς να φανεί ως απάντηση μια μάλλον ουτοπική λύση απέναντι στις κρατούσες σήμερα τουριστικές ακρότητες.

Κατά τ' άλλα, μερικές από τις ιστορίες θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν «μυθ-ιστορίες», όρο που ο συγγραφέας υιοθετεί για όλες τις αφηγήσεις του βιβλίου. Κι αυτό, γιατί έχουν μια κάποια πλοκή και έναν κεντρικό ήρωα, που προβάλλει ως πρόσωπο μυθοπλασίας. Αντιθέτως, κάποιες άλλες διατηρούν τον βιωματικό χαρακτήρα, μαζί με την αυθορμησία τής σχεδόν προφορικής αφήγησης. Μένουμε με την εντύπωση πως ο συγγραφέας δίνει τον καλύτερο εαυτό του, όταν μυθοπλάττει στον οικείο του χώρο. Οταν, λ.χ., ως σκηνογραφικό πλαίσιο μιας ιστορίας επιστρατεύεται η Αθήνα, φαίνεται να προσφέρεται λιγότερο από τον γενέθλιο τόπο. Το ίδιο και στα μυθιστορηματικά πρόσωπα, όπου μια γυναίκα αποβαίνει λιγότερο πειστική από τον συνήθη μεσήλικα αφηγητή. Ενα παράδειγμα γυναικείας ψυχοσυναισθηματικής διάθεσης δίνει το εναρκτήριο διήγημα της συλλογής, «Τα εγκαίνια», με θέμα μια αρχαιολόγο και το νεόχτιστο σπίτι της. Επίκαιρο θέμα το χτίσιμο ενός σπιτιού, προσφέρεται για στοχασμό αλλά και για διακωμώδηση, καθώς σπίτι στα νησιά δεν χτίζουν μόνον οι νεόπλουτοι, αλλά και οι οικολογικά και οικιστικά ευαισθητοποιημένοι, όπως περιγράφεται η ηρωίδα. Γύρω από αυτό περιστρέφεται το πρώτο ενδιαφέρον μέρος του διηγήματος. Στη συνέχεια, όμως, η αφήγηση ατονεί. Προσπαθώντας εδώ να δείξει το άγχος της ηλικίας, όπως αυτό βιώνεται από την ηρωίδα, σαν να χάνει το παιχνίδι της πειστικότητας.

Οι ιστορίες του Κουσαθανά κινούνται μεταξύ στοχασμού και θυμηδίας, με παρατηρήσεις για τα εγκόσμια, που περιγελούν τις ανθρώπινες μικροπρέπειες, όπως, για παράδειγμα, τους διαγκωνισμούς μεταξύ συγγραφέων. Υπάρχουν, όμως, στο βιβλίο και άλλου τύπου ιστορίες, που αδιαφορούν για τα επακόλουθα του πανδαμάτορος χρόνου, είτε αυτά αφορούν την ισοπέδωση της παραδοσιακής φυσιογνωμίας του τόπου είτε το γέρασμα. Μία από αυτές είναι «Η εκδίκηση του κόκορα». Η ιστορία ειρωνεύεται την υποκρισία των ζωόφιλων, οι οποίοι παραμένουν μεν κρεατοφάγοι, αλλά καθησυχάζουν εαυτούς απέχοντας από τη θανάτωση των ζώων. Ενας Αθηναίος το αποφεύγει εύκολα και ουδέποτε μπαίνει σε τέτοιο δίλημμα. Όμως ένας Μυκονιάτης και δη με κτήμα, που έχει την πολυτέλεια του δικού του κοτετσιού, εξ ανάγκης αντιμετωπίζει το αμείλικτο ερώτημα: Να σφάζει κανείς ή να μη σφάζει; Τελικά, ο ζωόφιλος του Κουσαθανά παίρνει τη μεγάλη απόφαση να σφάζει μόνος του τα πουλερικά του, μέχρι που βρέθηκε ένας «αλανιάρης» κόκορας και τον εκδικήθηκε. Αυτό το «αλανιάρης» μάς θύμισε τις «αλανιάρες» τσιπούρες του Γιώργου Σκαμπαρδώνη, στο διήγημά του «Ιχθύος κατάλυσις», όπου ένα κόκαλο κάθισε στον λαιμό του καλογερόπαιδου. Η εκδίκηση, πάντως, του μυκονιάτη κόκορα είναι ηπιότερη. Το διήγημα, όμως, του Κουσαθανά αποβαίνει το ίδιο διασκεδαστικό με εκείνο του Θεσσαλονικιού.

Συμπερασματικά θα λέγαμε ότι τα περισσότερα διηγήματα χαρακτηρίζονται από απαισιόδοξη ή και μελαγχολική διάθεση, αφού αναφέρονται σε αρνητικές καταστάσεις. Εν ολίγοις, απηχούν δυσάρεστες εκδοχές, κάποτε τυραννικές, της σύγχρονης κοινωνικής πραγματικότητας.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Για τους φιλαναγνώστες ιστορικών βιβλίων
Στα ερμητικά μονοπάτια
Οβίδιος: Ενας ποιητής του ...καιρού μας
Οι ιάπωνες καμικάζι
Ενα κορίτσι και ο κόσμος
Λεπτομέρειες και τάσεις του διαγωνισμού θεάτρου
Βιβλία για τον κινηματογράφο
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Προδημοσίευση
Φωτιές και στάχτες
Εγώ, η αδελφή μου και η μαμά, ένα
Κριτική βιβλίου
Μεταξύ παρόντος και παρελθόντος
Για τους φιλαναγνώστες ιστορικών βιβλίων
Στα ερμητικά μονοπάτια
Οβίδιος: Ενας ποιητής του ...καιρού μας
Οι ιάπωνες καμικάζι
Ενα κορίτσι και ο κόσμος
Λεπτομέρειες και τάσεις του διαγωνισμού θεάτρου
Βιβλία για τον κινηματογράφο
Συνέντευξη: Αλαίν ντε Μποττόν
Φιλοσοφώντας στα καθημερινά προβλήματα του ανθρώπου
Βερολίνο
9 Νοεμβρίου 1989-2009 - 20 χρόνια από την πτώση του Τείχους
Από τις 4:00 στις 6:00
Τραγούδια για υπαρκτά πρόσωπα
Ο Jimi Hendrix της ακουστικής κιθάρας
Θέατρο
Μαγειρικοί μονόλογοι
Άλλες ειδήσεις
Κι αυτό θα περάσει
Η ύπαρξη μόνη...