Έντυπη Έκδοση

Η ύπαρξη μόνη...

«Εχω ανάγκη να ζω αξιοπρεπώς χωρίς βακτηρίες, χωρίς το θαύμα», είπε χαρακτηριστικά ο Γιάννης Βαρβέρης στην εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στο Μέγαρο Μουσικής, την Τετάρτη 11.2.09.

Τα λόγια αυτά εκφράζουν απολύτως, αλλά και ερμηνεύουν ιδιαίτερα την πρόσφατη ποιητική συλλογή του Ο άνθρωπος μόνος. Ακόμη και ο τίτλος προοικονομεί και σηματοδοτεί τη στάση του ποιητή σε θέματα που σχετίζονται με τη θρησκεία, και εν προκειμένω τη χριστιανική. Επιλέγει, μάλιστα, κείμενα από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη και «συνομιλεί» με αυτά, αντιστρέφοντας την παραδεδομένη ερμηνεία τους. Με συγκρατημένη ειρωνεία, με κορυφώσεις ή και ανατροπές, ειδικά στο τέλος κάθε ποιήματος, ο Γιάννης Βαρβέρης ανατρέπει τις βεβαιότητες, που πηγάζουν από την αδυναμία του ανθρώπου να αποδεχτεί το «κενό», τον αφανισμό του μετά τον θάνατο. Αμφισβητούνται οι αλήθειες, οι οποίες διακηρύσσονται μέσω των ιερών βιβλίων, ενώ τονίζεται η αμφιβολία για κάθε τι που ερμηνεύει την ύπαρξη. Με καβαφική ειρωνεία ενίοτε πλήττεται η πίστη στο θαύμα, απομυθοποιείται το μεταφυσικό δέος, καταρρίπτεται η πεποίθηση ότι μέσω της θρησκείας, και συγκεκριμένα του Χριστιανισμού, γνωρίζει κανείς κάθε τι που έχει σχέση με την ύπαρξη, τη βιολογική και συναισθηματική σύνθεσή της, τη γέννηση και τον θάνατο.

Εκείνος που επιλέγει να ζήσει χωρίς στηρίγματα και βακτηρίες είναι «γενναίος»: «Εκεί απ' την ανηφόρα/ ούτε μας βλέπετε ούτε μας πονάτε/ που ανεβαίνουμε/ σχεδόν γενναίοι/ στο πιο απόκρημνο ίσιωμα/ δίχως σταυρό/ και δίχως λόφο» (Γολγοθάς, σ. 36).

Ο άνθρωπος είναι μόνος, υποστηρίζει ο ποιητής. Και εννοεί φυσικά την υπαρξιακή μοναξιά, τη σχέση του με το σύμπαν και την καταγωγή του. Και είναι μόνος ο άνθρωπος, είτε το γνωρίζει ο ίδιος είτε όχι. Μόνος εντέλει είναι κι εκείνος που έχει ψευδαισθήσεις σχετικά με το νόημα της ζωής, με την προδιαγεγραμμένη ερμηνεία για την προέλευση και τις αρχές της Φύσης, τον καρπό της φανταστικής προσέγγισης των πραγμάτων σε συνδυασμό με κανόνες ηθικούς και κοινωνικούς. Οποιος, όμως, δεν απαλύνει τους καθημερινούς φόβους του, το υπαρξιακό του δέος, καταφεύγοντας στην ευκολία της έτοιμης και αναμφισβήτητης εξήγησης των πάντων, αγωνίζεται μόνος να δώσει νόημα και περιεχόμενο στη ζωή του. Αλλωστε, ο τρόμος για τον επικείμενο θάνατο στρέφει τον άνθρωπο στην πίστη, καθώς η δημιουργία του κόσμου τού φαίνεται ανεξήγητο γεγονός, ενώ το ελπιδοφόρο μήνυμα, που μεταφέρει η ανάσταση του Λαζάρου, αλλά και του ίδιου του Χριστού, τον ανακουφίζει από τις αγωνίες και το άγχος για το «επέκεινα»: «Ενώ Εσύ, ιδανικός Εσύ μες στην ανάστασή Σου/ οριστική, γεμάτη δόξα κι ύμνους όπου γης/ ποτέ δε σκέφτηκες τι απέγινε/ ο υπό αίρεση και προθεσμία αναστημένος Σου...Τώρα σε τι Δευτέρα Παρουσία να πιστέψω/ σε τι ανάσταση νεκρών/ ανάμεσα σ' εξαίρεση ζωής/ και στον κανόνα του θανάτου;/ Και τέλος πού να βρω δύναμη προτού πεθάνω να πεισθώ/ ότι στ' αλήθεια και για πάντα θα πεθάνω;» (Ο Λάζαρος μετά το θαύμα, σ. 28)

Σε άλλα σημεία διαφαίνεται πιο ξεκάθαρα ο αγνωστικισμός του ποιητή: «Αγνωστε/...Η Αθήνα μας σου απάντησε σοφά: / Αποστολέας και παραλήπτης άγνωστοι/ εκείνης της επιστολής/ που δεν την έστειλες ποτέ». (Τω αγνώστω), ενώ η απόλυτη σιωπή, το απόλυτο μηδέν, το Τίποτα -ούτε λόγος για σημάδι περί θεϊκής ύπαρξης-, αποδίδεται στους ακόλουθους στίχους: «Ομως η σιγή/ -τέλειος χρησμός-/ όχι, ουκ απέσβετο και λάλον ύδωρ» (Απόπειρα στους Δελφούς).

Η ποίηση του Γιάννη Βαρβέρη, όπως και οι μεταφραστικές επιλογές ή αυτές του ανθολόγου, μιλούν για τον θάνατο και την απώλεια. Στο έργο του τα θαύματα και τα δεδομένα ανατρέπονται με σαρκασμό, αλλά και λεπτή ειρωνεία, ενώ οι απόλυτες αλήθειες είναι κενές νοήματος. Η αμφισβήτηση, η αιρετική στάση, η αναζήτηση της ευτυχίας, χωρίς τη μεταφυσική συνδρομή, και η αποδοχή της πραγματικότητας σχετικά με τη «μοναξιά» του ανθρώπου στο σύμπαν, γίνονται δημιουργικοί πόλοι μιας ποίησης που μετατρέπει το απλό και εύκολο σε μια διαρκή και επίπονη φιλοσοφική σπουδή. Παρ' όλ' αυτά, γίνεται κατανοητός ο φόβος του ανθρώπου -«ο πάγιος τρόμος της απώλειας» (σ. 61)- να σταθεί μόνος μέσα σ' ένα εχθρικό περιβάλλον, εφόσον η σκέψη ότι ο θάνατος επικρέμαται κάθε στιγμή, τον οδηγεί να μεταβάλει την ψευδαίσθηση ή τη φαντασίωση σε θέση, σε απόλυτη αποδοχή θρησκευτικών κωδίκων και βεβαιοτήτων.

Σπουδή θανάτου και ανυπαρξίας, η ποίηση του Γιάννη Βαρβέρη προσφέρει στον αναγνώστη όχι εικόνες, αλλά ιδέες που απευθύνονται περισσότερο στον νου παρά στο συναίσθημα.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Προδημοσίευση
Φωτιές και στάχτες
Εγώ, η αδελφή μου και η μαμά, ένα
Κριτική βιβλίου
Μεταξύ παρόντος και παρελθόντος
Για τους φιλαναγνώστες ιστορικών βιβλίων
Στα ερμητικά μονοπάτια
Οβίδιος: Ενας ποιητής του ...καιρού μας
Οι ιάπωνες καμικάζι
Ενα κορίτσι και ο κόσμος
Λεπτομέρειες και τάσεις του διαγωνισμού θεάτρου
Βιβλία για τον κινηματογράφο
Συνέντευξη: Αλαίν ντε Μποττόν
Φιλοσοφώντας στα καθημερινά προβλήματα του ανθρώπου
Βερολίνο
9 Νοεμβρίου 1989-2009 - 20 χρόνια από την πτώση του Τείχους
Από τις 4:00 στις 6:00
Τραγούδια για υπαρκτά πρόσωπα
Ο Jimi Hendrix της ακουστικής κιθάρας
Θέατρο
Μαγειρικοί μονόλογοι
Άλλες ειδήσεις
Κι αυτό θα περάσει
Η ύπαρξη μόνη...