Έντυπη Έκδοση

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

Εγώ, η αδελφή μου και η μαμά, ένα

Λίγες ημέρες πριν από την κυκλοφορία του βιβλίου της Λουκίας Δέρβη Ομπρέλες στον ουρανό, νουβέλα, από τις εκδόσεις Μελάνι, η Βιβλιοθήκη δημοσιεύει ένα απόσπασμα από το βιβλίο.

Η αδελφή μου, μικρή, είχε μια καρδιά αγκινάρα. Ας πούμε, όταν η κυρία Χέροουιτζ -που ήταν οικογενειακή φίλη της μαμάς- της γνώρισε το δεκάχρονο γιο της Νταβίντ, η Μαζάλ μας είπε: «τον αγαπώ». Ηταν τότε δέκα χρονώ.

Μία βδομάδα μετά αγάπησε έναν Ανταμ, ένα εκτάκι από το σχολείο, τον οποίο σύντομα ξέχασε επειδή κουρεύτηκε και δεν της άρεσαν τα μαλλιά του. Μετά τον Ανταμ, σειρά είχε ο Ιτσικ που έμενε απέναντι, αλλά εκείνον τον ξέχασε αμέσως επειδή είχε έναν δίδυμο αδελφό (ολόιδιο) που της άρεσε πιο πολύ.

Εκείνον τον καιρό η μακαρίτισσα η μαμά έκανε όνειρα για μας. Τα όνειρά της βέβαια ήταν ταπεινά. Ηθελε να γίνουμε μοδίστρες· σαν εκείνη. Εγώ νόμιζα ότι μοδίστρα σήμαινε να ράβεις και να τραγουδάς, αλλά πιο πολύ να τραγουδάς. Ημουν τότε πέντε χρονώ.

Ο μπαμπάς κοιτούσε τη δουλειά του. Καταγόταν από πλούσια οικογένεια από τη Θεσσαλονίκη και αφού παντρεύτηκε τη μαμά αγόρασε ένα αμάξι και μετέφερε τον κόσμο από τις Σέρρες στη Θεσσαλονίκη και ανάποδα. Τον περισσότερο καιρό έλειπε από το σπίτι. Η μαμά από κακία τον έλεγε «σοφεράvτζα». Ο μπαμπάς τής απαντούσε: «είμαι τεχνίτης και ξέρω να οδηγώ αμάξια». Η αλήθεια είναι πως εμείς, τα κορίτσια, καμαρώναμε τον μπαμπά επειδή τα αγόρια τον θαύμαζαν. Οι πιο πολλοί άντρες διατηρούσαν εμπορικά καταστήματα, ήταν εργολάβοι, καπνεργάτες και τενεκετζήδες. Ο μπαμπάς ξεχώριζε, ήταν και ο μοναδικός στο είδος του. Οταν το λέγαμε στη μαμά εκείνη έβαζε το ένα χέρι στη μέση κι έλεγε: «ο μπαμπάς... ο μπαμπάς δεν ξέρει να πλύνει ένα σώβρακο»· και συνέχιζε να ράβει. Αυτό δεν του το είπαμε ποτέ. Ηταν τότε τριάντα χρονώ.

Η μαμά ήταν καλή μοδίστρα και καλή νοικοκυρά. Κτήματα δεν είχαμε για να ασχοληθεί με τα χωράφια αλλά το σπίτι μας ήταν πάντοτε πεντακάθαρο. Επίσης ήμασταν πάντα ωραία ντυμένες - με την τελευταία λέξη της μόδας. Ομως η μαμά ήταν μικροκαμωμένη και φιλάσθενη και τις βαριές δουλειές του σπιτιού δεν μπορούσε να τις κάνει. Π.χ. δεν μπορούσε να κουβαλήσει νερό από τις βρύσες. Η Μαζάλ -όταν πήγαιναν στο κέντρο της πόλης- κουβαλούσε δέκα κιλά νερό με το ένα χέρι και δέκα με το άλλο. Η μαμά κουβαλούσε μόνο πέντε με κάθε χέρι. Η δύναμη της Μαζάλ ανταγωνιζόταν το κουράγιο της όταν ανέβαινε την κακοτράχαλη ανηφόρα για το σπίτι της. Γι' αυτό κι όταν έλεγε στη μαμά «θέλω να σου μοιάσω» η μαμά απαντούσε «να πάρεις εσύ τους τρόπους μου κι εγώ τη δύναμή σου». Και όντως η μαμά είχε τον τρόπο της να γίνεται το δικό της. Εμάς τα παιδιά μάς είχε σύμμαχους όταν τσακωνόταν με τον μπαμπά -βγάζαμε το φίδι από την τρύπα. Ειδικά η αδελφή μου έκανε τον διαμεσολαβητή και μετά με πολύ σοβαρό ύφος συμβούλευε τη μαμά για το ένα ή το άλλο θέμα.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία
Σχετικά θέματα: Προδημοσίευση
Φωτιές και στάχτες
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Προδημοσίευση
Φωτιές και στάχτες
Εγώ, η αδελφή μου και η μαμά, ένα
Κριτική βιβλίου
Μεταξύ παρόντος και παρελθόντος
Για τους φιλαναγνώστες ιστορικών βιβλίων
Στα ερμητικά μονοπάτια
Οβίδιος: Ενας ποιητής του ...καιρού μας
Οι ιάπωνες καμικάζι
Ενα κορίτσι και ο κόσμος
Λεπτομέρειες και τάσεις του διαγωνισμού θεάτρου
Βιβλία για τον κινηματογράφο
Συνέντευξη: Αλαίν ντε Μποττόν
Φιλοσοφώντας στα καθημερινά προβλήματα του ανθρώπου
Βερολίνο
9 Νοεμβρίου 1989-2009 - 20 χρόνια από την πτώση του Τείχους
Από τις 4:00 στις 6:00
Τραγούδια για υπαρκτά πρόσωπα
Ο Jimi Hendrix της ακουστικής κιθάρας
Θέατρο
Μαγειρικοί μονόλογοι
Άλλες ειδήσεις
Κι αυτό θα περάσει
Η ύπαρξη μόνη...