Έντυπη Έκδοση

Αγάπης πάλη

Κολέτ

Cheri

μτφρ.: Βάσω Νικολοπούλου - Νίκη Καρακίτσου-Ντουζέ, εκδόσεις Scripta, σ. 161, ευρώ 14

Εκείνος φεύγει και ο ρυθμός του κόσμου της αλλάζει. Κάθε της ημέρα στο εξής αντιμετριέται με την απουσία του. Ο χρόνος της πλαταίνει, απειλώντας την ίδια με ανία και ερήμωση και την ύπαρξή της με νοηματικό κενό. Το σώμα της, αποστερημένο την αφή του άλλου κορμιού, αποκτά ξανά ηλικία και αφήνεται να σημαδευτεί από αυτήν. Η εικόνα της αδειανής πόρτας στο υπνοδωμάτιό της, σημάδι αναβολής του διακαούς ερχομού του, την αρρωσταίνει, προκαλώντας της έναν άγνωστο πόνο. Η ερωτική πείρα της Λεά, καθότι εταίρα πολυτελείας, αποδεικνύεται ανεπαρκής για να αντιμετωπίσει την εγκατάλειψή της από τον Σερί. Η αλλοτινή της υπεροψία τσακίστηκε από τη σφοδρότητα συναισθημάτων που πεισματικά υποτιμούσε. Η φυγή του Σερί την άφησε χωρίς προσχήματα. Υποφέροντας από «ψυχική ναυτία», την οποία επιδεινώνει το ανείπωτα ταπεινωτικό αίσθημα της φθοράς, νιώθει ανήμπορη να χειριστεί τη μοναξιά, αυτή την ανήκουστη τιμωρία. «Κάτι το ανείπωτο λύγιζε μέσα της, και καθώς δεν είχε κάποιο υποστήριγμα, την παρέσυρε ολόκληρη». Ο φευγάτος εραστής, από το άλλο μέρος, ασκεί μακριά της την εξουσία της ακαταμάχητης γοητείας του, αλλά η ακατέργαστη αυταρέσκειά του τού στήνει διαρκώς παγίδες, καθώς ο ίδιος παριστάνει πως αγνοεί ότι εγκατέλειψε τη Λεά μόνο για να μπορεί να επιστρέψει κάποτε σ' εκείνη.

Η διάσημη γαλλίδα συγγραφέας σκηνοθετεί αριστοτεχνικά την τόσο κοινότοπη, αλλά οπωσδήποτε ανεξάντλητη, ερωτική μονομαχία μεταξύ άνδρα και γυναίκας, ξεγυμνώνοντας την αχίλλειο πτέρνα των αντιπάλων. Αν την αυτοκυριαρχία της Λεά δυναμιτίζει η αναπότρεπτη παράδοση της σάρκας της στον χρόνο, η φιλαρέσκεια του Σερί υπονομεύεται από «τη ρετσινιά του όμορφου μπιμπελό». Και οι δύο αγωνιούν να υποδυθούν τους διακριτούς ρόλους τους στο ερωτικό παιχνίδι, κρύβοντας όσο πιο δόλια μπορούν τον τρόμο της αποτυχίας, αλλά πρωτίστως το ψυχικό κόστος της επιθυμίας τους, το οποίο αργά ή γρήγορα θα αναγκαστούν να αναλάβουν. Ο Σερί, «ένα φτερωτό πλάσμα», έκπαγλο, με «τη μελαγχολία των τέλειων έργων τέχνης», φτεροκοπά αδέξια ανάμεσα στη μνησικακία και τον εγωισμό, αλλά ήδη τη στιγμή που ανοίγει τα φτερά του έχει χάσει τη λαχτάρα του πετάγματος. Μόνο μέσα στην οιονεί μητρική αγκαλιά της Λεά ανακτά την παιδικότητά του και μαζί την ικανότητα της κακίας. Η ερωμένη του ξεπερνά τη δικαιωματική αναίδεια του άλκιμου σώματός του προτάσσοντας μια προσποιητή αδιαφορία και μια εξίσου θεατρινίστικη συγκαταβατικότητα. Οπως εκείνος μπορούσε να παραμένει απροσπέλαστος, αν και δεν της έδινε από τον εαυτό του παρά μόνον τον εαυτό του, εκείνη δεχόταν την προσφορά του με μια άτεχνη μίμηση φιλευσπλαχνίας, μεταμφιέζοντας την άρρητη επαιτεία της σε ελεημοσύνη. Η απουσία του Σερί θρυμματίζει μεμιάς όλα τα προσωπεία της, αλλά εκείνο που τη συνθλίβει τελειωτικά είναι η επιστροφή του, όταν έπειτα από μια σπαρακτική νύχτα έρωτα, θα ξυπνήσει γυμνή από αυταπάτες. Ενα λαθραίο βλέμμα του Σερί, μέσα από τα σεντόνια, τον πείθει πως η μορφή της Λεά, έτσι όπως αναφαίνεται αψιμυθίωτη στο φως του πρωινού, δεν του λέει πια τίποτε άλλο παρά μόνον πως είναι ανάγκη να δραπετεύσει από αυτήν. Η ηλιοφάνεια της μέρας που έρχεται να νεκρώσει τη λαγνεία της νύχτας, μαθαίνει στη Λεά πως μεγαλύτερη δυστυχία από την απουσία του αγαπημένου είναι η αμφιβολία για το πόσο πραγματικά κοντά σου είναι, όταν τον αντικρίζεις απέναντί σου, ξέροντας πως ήδη έχει φύγει.

Η Κολέτ αποδίδει με παράφορη ευαισθησία την ερωτική απόγνωση και την άγρια λεηλάτηση του ερωτευμένου από το αντικείμενο του πόθου του, καθώς και τις άδηλες συναισθηματικές μεταστροφές από την ικεσία στην απάρνηση και από την οργή στην υποτέλεια. Στην πιο φορτισμένη σκηνή του πάθους, όταν το χέρι του Σερί, ίδιος ένα κακομαθημένο μωρό, της γδέρνει το στήθος, η Λεά σπαράζει από μέσα της για το τέλος του αγγίγματος. Και το μόνο που πια εύχεται είναι ο χρόνος να ήταν λίγες στιγμές πριν.

«Βάλε πάλι το χέρι σου στο στήθος μου και τα νύχια σου στα σημάδια που άφησες, η δύναμή μου μ' εγκαταλείπει μόλις η σάρκα σου απομακρύνεται από τη δική μου!»

Η γάτα

μτφρ.: Βάσω Νικολοπούλου - Νίκη Καρακίτσου-Ντουζέ, εκδόσεις Scripta, σ. 122, ευρώ 12

Μία από τις τελευταίες ευτυχισμένες νύχτες του, λίγο πριν από τον γάμο του, ο Αλαίν νιώθει την αγαπημένη του γάτα πάνω στο στήθος του να τρυπά με τα νύχια της τη μεταξωτή πιτζάμα, αγγίζοντας το δέρμα του. Η Καμίγ, καίτοι νόμιμη σύζυγος, είναι εξαρχής αποκλεισμένη από μια τόσο απόλυτη αγάπη. Τις νύχτες του βραχύβιου έγγαμου βίου ο άντρας της τής κάνει έρωτα μόνο για να αποκρύψει την περιφρόνησή του. Εκείνη αντιπροσωπεύει για τον Αλαίν την απειλή, τον διωγμό από τον παράδεισο της παιδικής ηλικίας, ενώ η γάτα συμβολοποιείται σαν χίμαιρα, σαν ένα έμβιο αριστούργημα. Είναι ο έμψυχος συνδετικός κρίκος με το πατρικό του στο Νεϊγί, πνιγμένο σε μια υπνωτιστική ανθοφορία. Σε αυτή την απόκοσμη επικράτεια των λουλουδιών και των δέντρων, ο Αλαίν παραμένει το χαϊδεμένο μοναχοπαίδι, ξέροντας ότι η πανταχού παρούσα μητέρα του επαγρυπνεί για τις επιθυμίες και τους φόβους του, έτοιμη να τον συντρέξει, να τον ξανακάνει αγόρι. Το γαντοφορεμένο χέρι της, που προβάλλει σποραδικά μέσα από τους θάμνους, αρκεί για να επικυρώσει το αίσθημα της ασφάλειας. Σε αντίστιξη, στην καταληκτική σκηνή του βιβλίου το γαντοφορεμένο χέρι της Καμίγ, μέσα στον ίδιο κήπο, δαιμονοποιείται, καθώς γίνεται η υπόμνηση της αποτυχημένης της απόπειρας να σκοτώσει τη γάτα.

Η Κολέτ συνθέτει με μαεστρία το ψυχογράφημα του ήρωα, υποδεικνύοντας εντέχνως τις νευρώσεις που υποδόρια τον συνταράζουν και τον κρατούν δέσμιο ανέφικτων, εν μέρει νοσηρών, απαντοχών. Η αφήγηση υιοθετεί λυρικούς τονισμούς, επιμένοντας σε ειδυλλιακά στιγμιότυπα, των οποίων η έκτυπη αρμονία υπαινίσσεται μια σοβαρή ανισορροπία, ενώ πίσω από τη φωτοχυσία της άνοιξης και του θέρους καιροφυλακτεί η υπόνοια του ερέβους. Ακόμα και η γλαυκή, γαλήνια παρουσία της γάτας μοιάζει με προμήνυμα μιας καταστροφής. Στη νωχέλειά της, στην ευγένεια των χειρονομιών της, στην όλη ποιότητα που αποπνέει, η συγγραφέας εγκεντρίζει αδιόρατους κινδύνους, που δείχνουν προς την κατεύθυνση του κεντρικού ήρωα. Στη μορφή του αιλουροειδούς ο Αλαίν «υπεράσπιζε την ευκαιρία του για απομόνωση, τον εγωισμό του, την ποίησή του». Μια ποίηση που δεν άντεχε τη δοκιμασία της πραγματικότητας. Η Καμίγ προσπάθησε να τον μετακινήσει προς την αληθινή ζωή, αλλά η γάτα ήταν πάντα εκεί για να ναρκοθετεί τις προσπάθειές της, υποβάλλοντάς την στην αγωνία του τεντωμένου σχοινιού. Οσο περισσότερο αντιστεκόταν στην εξουσία της γάτας τόσο καλύτερα συνειδητοποιούσε πως με τη δική της θηλυκή υπόσταση δεν θα κατάφερνε ποτέ να αποσπάσει από τον άντρα της ισοδύναμη αφοσίωση. Ηταν δύο αντίζηλες, όχι ισότιμες. Η γάτα επέστρεφε στον Αλαίν την παιδικότητά του, υπέθαλπε τις ονειροπολήσεις του, πείθοντάς τον με το κίτρινο βλέμμα της και τη στοχαστική σιωπή της πως συνομιλούσε με το αόρατο, την ίδια στιγμή που η γυναίκα του ακουγόταν κακόγουστα ηχηρή, σαν παραφωνία. Ακόμα και όταν η συζυγική συνθήκη την έσπρωξε στο περιθώριο, η γάτα καταγοήτευε τον αγαπημένο της με την εγκαρτέρησή της, με την αξιοπρεπή της απόσυρση σε μια μύχια προσμονή που ήταν και για εκείνον υπόσχεση. Η Καμίγ, από το άλλο μέρος, «προχωρούσε ήσυχα και καλά στη ζωή της, ως γυναίκα, περνώντας ανάμεσα απ' τα συντρίμμια του παρελθόντος τού Αλαίν».

Είναι πολύ ενδιαφέρουσα η απόδοση της σωματικότητας των δύο θηλυκών του βιβλίου. Η γάτα φαντάζει άσαρκη και γι' αυτό άτρωτη, μια ύπαρξη ποιητική, σχεδόν υπερβατική, ενώ η Καμίγ διαθέτει ένα αφόρητα γήινο σώμα, ανήθικο, που αντιμάχεται τις φαντασιώσεις του Αλαίν περί ανηλικότητας και τον απωθεί με τις κανιβαλικές σπίθες που το διαπερνούν διεκδικώντας τον. Υπέροχη η σκηνή στην αρχή του βιβλίου, όταν ο Αλαίν παρατηρώντας τη σκιά της Καμίγ πάνω στον τοίχο σκέφτεται πως αντιστοιχεί σε μια τέλεια, ασάλευτη εκδοχή της, απερίγραπτα αξιέραστη. Ωστόσο, τις στιγμές που ενέδιδε στην ερωτική της διάθεση, είχε την αίσθηση πως παραβίαζε το άβατο των ονείρων του, όπως κι εκείνη είχε βεβηλώσει τόσες φορές το περιβόλι της παιδικής του ηλικίας.

Η Κολέτ αφήνει την ηρωίδα της να νικηθεί από τη χίμαιρα, αλλά μόνο για να επιφυλάξει στον νικητή ένα τέλος εξαιρετικά επίφοβο. Στην τελευταία σελίδα, ο Αλαίν φορώντας την παιδική του πιτζάμα παίζει στον κήπο της ευτυχίας του, ανυποψίαστος πως είχε μόλις επιλέξει να ζήσει εξόριστος από την ίδια τη ζωή, εγκλωβισμένος σε μια φαντασίωση που αργά ή γρήγορα θα εξέπνεε. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Υπό κοινό πρίσμα
Η γραφή του ποιητή Τσαρλς Σίμικ
Το πεδίο της ανωμαλίας
Το εξωπραγματικό στη γραφή του Μαργαρίτη Σαμαρά
Βιβλιοθήκη μυστηρίου
Τρεις τρόποι για το κοπιαστικό κυνήγι της αλήθειας
Καρποφορία και όρια της καντιανής ηθικής
Από την ιστορική παθολογία της ελληνικής κοινωνίας στη βία του καπιταλισμού
Η συνεχής αποκάλυψη του Κώστα Μουρσελά
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Υπό κοινό πρίσμα
Αγάπης πάλη
Η γραφή του ποιητή Τσαρλς Σίμικ
Το πεδίο της ανωμαλίας
Το εξωπραγματικό στη γραφή του Μαργαρίτη Σαμαρά
Βιβλιοθήκη μυστηρίου
Τρεις τρόποι για το κοπιαστικό κυνήγι της αλήθειας
Καρποφορία και όρια της καντιανής ηθικής
Από την ιστορική παθολογία της ελληνικής κοινωνίας στη βία του καπιταλισμού
Η συνεχής αποκάλυψη του Κώστα Μουρσελά
Η τρίτη ανάγνωση
Καπνοτόπια
Γιώργος Δαρδανός
Θαυμαστά βιβλία και οι πρώτοι Κύκλοι επιμόρφωσης (εκδόσεις Gutenberg, Τυπωθήτω)
Διήγημα
Το σπίτι της κυρίας Προυστ
Μουσική
Εν τη ρίμα του λόγου / Ρεμπέτικο
Από τις 4:00 στις 6:00
Τραγούδια με ψυχή...
Από τις γυναίκες που ξεχώρισαν στο ροκ
Άλλες ειδήσεις
Πολεμώντας με τα φαντάσματα της δικτατορίας
Με την ψευδαίσθηση της πολλαπλής χρήσης
«ΠΑΡΑ ΠΡΟΣΤΑΤΑΣ ΝΑ 'ΧΩΜΕΝ»