Έντυπη Έκδοση

«Δεν πιστεύω ότι υπάρχουν πεντακάθαρες συνειδήσεις»

Τα βιβλία αυτοσυστήνονται; Ο συγγραφέας είναι ο επαρκέστερος πληρεξούσιος ανάμεσα στο έργο του και στον αναγνώστη; Οι λέξεις και τα πράγματα του συγγραφέα πώς συναντούν τις λέξεις και τα πράγματα του ήρωα ή του αφηγητή; Το βλέμμα ή το θέμα χαρακτηρίζει ένα βιβλίο; Υπάρχουν συνέχειες και ασυνέχειες σε μια γραφή;

Η στήλη «Τυπωθήτω» προκαλεί και απαντά σε τέτοιας υφής ερωτήματα. Βιβλία όλου του φάσματος, πριν φτάσουν στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, εξομολογούνται λεπτομέρειες της γραφής τους. Πεζογράφοι, ποιητές, δοκιμιογράφοι, μεταφραστές, ανθολόγοι, σε πρώτο πρόσωπο, πριν παραδοθούν στον συστηματικό και στον απλό αναγνώστη - βιβλία πριν αρχίσουμε να τα φυλλομετράμε.

Ιωάννα Καρυστιάνη, Τα σακιά

μυθιστόρημα, εκδόσεις Καστανιώτη

Υπάρχει παραβατικότητα, παρεκτροπή, έγκλημα που προκαλεί συμπάθεια αλλά και έγκλημα που προκαλεί μόνον απέχθεια.

Εδώ είμαστε. Τα Σακιά δεν έχουν αξιαγάπητους ήρωες. Οι πρωταγωνιστές δεν είναι τα θύματα που θα συμπονέσουμε, θα πενθήσουμε και θα πορευτούμε δίπλα τους. Είναι οι θύτες. Οι πράξεις τους ακραία απωθητικές και ασυγχώρητες.

Ο γιος είναι ισοβίτης για ειδεχθή εγκλήματα. Στην πρώτη του άδεια η μάνα του τον σέρνει «εκπαιδευτική εκδρομή» στους Δελφούς για να του εμπνεύσει ένα σωτήριο ενδιαφέρον. Το βιβλίο είναι ένα ξερό χρονικό τρεισήμισι ημερών, τον Μάιο του 2008.

Μοιράζεται σε πέντε μέρη: Το σύννεφο. Το ταχίνι. Το φτυάρι. Το κορδόνι. Το ντουβάρι.

Η αφήγηση σιγά σιγά λύνει τη γλώσσα και τη μνήμη. Ξεδιπλώνει τα γεγονότα, την εξιχνίαση, τις συνέπειες. Αυτό είναι όλο.

Δεν γράφω επαναστατικά, οραματικά ή μεγάλων διαστάσεων θέματα, ούτε οι ήρωές μου είναι ηγέτες ή πρόσωπα-κλειδιά της Ιστορίας. Ανήκουν στο πλήθος.

Και μπορεί να έχω μπόλικα σκηνικά και πρόσωπα που φωτίζουν, επισημαίνουν, σημαίνουν, αλλά πάντα μαζεύω την ιστορία μου σε δύο το πολύ βασικά σπίτια και σε πεντ' έξι το πολύ βασικούς χαρακτήρες.

Στα Σακιά υπάρχουν οι χώροι, τα επεισόδια, τα σούρτα-φέρτα και οι μικροϊστορίες των δευτεραγωνιστών και των κομπάρσων, αλλά περιορίζομαι σε ένα βασικό σπίτι και δύο βασικούς χαρακτήρες, τη Βιβή και τον μοναχογιό της, τον Λίνο.

Οι ζωές τους καθόλου σπάνιες. Πατήσια, ένα μικρομάγαζο, ένα διαμέρισμα, ένα σκυλί, μια ψευτοσχολή, διαδρομές στις γειτονιές της Αθήνας και υποχρεωτικές παρουσίες στο χωριό.

Βιβή και Λίνος δεν είναι εξωγήινα τέρατα και για την ερμήνευση συμπεριφορών και πράξεων δεν καταφεύγω στα προφανή δεκανίκια μιας μάνας πουτάνας ή θρησκόληπτης κι ενός πατέρα τραμπούκου.

Στην καθημερινότητά τους αναγνωρίζουμε κοινά στοιχεία με την καθημερινότητα των πολλών, με τη δική μας καθημερινότητα.

Οι ταραγμένες ψυχές κουρνιάζουν στα σπίτια αδιακρίτως, πλούσια και φτωχά, θεοσεβούμενα και άθεα, σπουδαγμένα και μη, δεξιά κι αριστερά και απολίτικα.

Είχα αρχίσει να σχεδιάζω την πλοκή το 2000. Συνήθως έχω στην άκρη μια δεκαριά ντοσιέ με μισοεπεξεργασμένα θέματα. Κάποια θα αντέξουν την αναμονή, κάποια θα πάψουν να με πείθουν.

Αποφάσισα τα Σακιά το 2006. Από κάπου τριακόσιες παραγράφους, σκόρπιες βέβαια και οι περισσότερες κακογραμμένες, ξεδιάλεξα τριάντα δύο στέρεες φράσεις-καμπανάκια για ζητήματα που έπρεπε να πάρω πολύ σοβαρά.

Εχτισα την πλοκή με τα μονοπάτια, τα σκαλοπάτια και την περίφραξη.

Ωστόσο γράφοντας, σαν να είχαν για μένα μεγαλύτερη σημασία οι λεπτομέρειες της ρουτίνας, τα τεκμήρια του ασφυκτικού τοπίου, ο εγκλωβισμός σε ένα αδιέξοδο αρνητισμού, η παγίδευση σε μια γλώσσα της σκέψης και του στόματος, άλλοτε με αμείλικτες σιωπές και άλλοτε με ευφράδεια στη χολή και στην καχυποψία, μια γλώσσα που εξελίσσεται επικίνδυνα και υποχρεώνει σε άτακτη οπισθοχώρηση τη γλώσσα της υπομονής, της στροφής, της κατανόησης, της συνεννόησης.

Στο κάθε μυθιστόρημα το κυρίαρχο συναίσθημα δεν μου πάει να δηλώνεται και να επιβάλλεται εξαρχής, αλλά να δουλεύεται σιγά σιγά και να αναδύεται σελίδα με σελίδα, αφού κάνει τον κύκλο της δοκιμασίας των ηρώων.

Αν το βάλσαμο, η λύτρωση και η γαλήνη κερδίζονται με αποπληρωμή ανοιχτών λογαριασμών, η ατόφια λύπη, η συνειδητή συντριβή και οι εφιάλτες της τύψης κερδίζονται με συνεχή αγώνα.

Δεν πιστεύω ότι υπάρχουν πεντακάθαρες συνειδήσεις. Ολοι κουβαλούν στο σακί τους, μαζί με τα βάσανα, ομολογημένες ή ανομολόγητες αδικίες που διέπραξαν ή δεν προσπάθησαν να αποτρέψουν.

Υπάρχουν οι ένοχοι της μεγάλης και της μικρής κλίμακας. Ο Λίνος και από κοντά η μάνα του, αφού στις άγριες υποθέσεις η κοινωνία καθίζει στο σκαμνί και τις μαμάδες, ανήκουν στην πρώτη κατηγορία.

Εκεί που δεν πολυμετρούν τα ελαφρυντικά.

Εκεί που η καμπανιά του δικαστηρίου δεν διαγράφει τα τετελεσμένα.

Εκεί που δεν απομένουν φίλοι.

Εκεί που δεν υπάρχει περίπτωση συγχώρεσης και υπόσχεση κάθαρσης.

Η μόνη κάθαρση που στέκει είναι η τιμωρία της συνείδησης, το άλγος καθαυτό, παντοδύναμο και παντοτεινό.

Το άλγος-σπόρος, που μπορεί μεριές μεριές να πιάνει και να βλασταίνει ανθρωπιά. Ισως μόνον αυτήν να αποζητώ, να τη φαντάζομαι έστω, παντού.

Ιωάννα Καρυστιάνη

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ Ι. ΚΑΡΥΣΤΙΑΝΗ

Λίγες ημέρες πριν από την κυκλοφορία

ΜΑΪΟΣ.

Εξω, ήρλιος πίσω από σύρνεφα, μια πεταρλούδα. Μέσα, το σαρλόνι δίχως χαρλί, οι κούρτες, δυο μερλιτζάνες στην πιατέρλα, μισό πεπόρνι.

Πάλι άγχος. Γι' αυτό μπούκαραν ξανά τα ρω και γέμισαν αυτά που κοίταξε, τον ήλιο του δειλινού, το μπαλκόνι, το πάτωμα, τα πράματα, κι αυτά που σκέφτηκε προς στιγμήν, νηστική από το πρωί, μελιτζάνες και πεπόνια.

Εδώ και κοντά δέκα χρόνια μαγείρευε μόνο μια φορά το μήνα, ψητό της κατσαρόλας συνήθως, και το πήγαινε στον Λίνο. Κάμποσες φορές εκείνος αρνήθηκε να εμφανιστεί στο τζαμάκι κι εκείνη γύρισε το τάπερ σπίτι της, δεν το άγγιξε, ξεχάστηκε το φαΐ στο ψυγείο.

Για τον εαυτό της δεν έβαζε ποτέ τσουκάλι και τηγάνι, κατεβασμένα και τα ρολά του σπιτιού σε τρίτους, δεν τραπέζωνε πια σόγια, δεν καλούσε ψυχή ούτε για έναν ξερό καφέ, την περνούσε με ψωμοτύρι, καμιά ντομάτα, λίγο φρούτο.

Ελλειψη επιθυμίας για ζεστό φαΐ, εκούσια στέρηση δικαιώματος σε απολαύσεις έστω και μηδαμινές και, κυρίως, οικονομία, εδώ και χρόνια δεν είχε πετάξει ούτε δυο κλωνιά μαραμένου μαϊντανού.

Πέμπτη, 3 Μαΐου 2007, σούρουπο.

Η κουρντισμένη Βιβή Χολέβα, που σήκωνε πενήντα δύο χρόνια κούρασης και εβδομήντα οχτώ κιλά λύπης, έχωσε στο πλυντήριο τρεις άσπρες ρόμπες της δουλειάς, έχυσε από λίγο το υπόλοιπο Floral στις δυο γλάστρες, τις πότισε, έκοψε με το ψαλίδι τα ξέφτια της τέντας, τηλεφώνησε στη Βουλγάρα, εντάξει η γριά, επιτέλους ενεργήθηκε, τώρα πλυμένη και δροσισμένη με κολόνια θα κοιμηθεί σαν μωρό, τηλεφώνησε στη στυφιάρα εγγονή του στρατηγού, Αννούλα, χρυσό μου, άντε αύριο στο ΙΚΑ, γιατί δικαιούστε τζάμπα κρέμες και πάνες για την κατάκλιση, δεν τον προλαβαίνουμε τον παππού, τρίτο σκατοτηλεφώνημα στην Καστοριανή για το γάλα Αλεξανδρείας, κοκόνα μου, πιες εσύ δυο κουταλιές και σου υπόσχομαι να προσευχηθώ σε όλα τα ξωκκλήσια στον Υψιστο για τη ρέγουλα των εντέρων, η καριέρα μου από τα τούλια στις κουράδες, σκέφτηκε.

Δεν ένιωθε καλά που θα άφηνε τόσες μέρες τους πελάτες της σε ξένα χέρια, θα το έκανε με βαριά καρδιά, ως τώρα ήταν πάντα διαθέσιμη, κάθε ώρα και λεπτό της μέρας και της νύχτας, να τρέξει κοντά σε αυτά τα πλάσματα με το στόμα το ανοιχτό σαν τσέπη που τρύπησε και πέσανε στο δρόμο τα λεφτά, και τα μάτια με το κίτρινο και τώρα πια κομμένο ασπράδι, που κάποτε θα ήταν κι αυτωνών σαν διάφανο και δροσερό πέταλο αμυγδαλανθού.

Τηλεφώνησε στο ζευγαράκι των Εξαρχείων, μίλησε με το σύζυγο, να είστε καλά παιδιά, του ζήτησε, πήρε και τον κορακοζώητο Κρητικό, της είχε έτοιμη τη μαντινάδα, Κάμε τραγούδι τη ζωή στης λύρας το δοξάρι, προτού σε βρει η σαϊτιά του χαρομακελλάρη, της ευχήθηκε να περάσει ωραία στο γάμο, ευχήθηκε στους μελλόνυμφους συγγενείς της, κι αυτή τον ευχαρίστησε με τα λόγια που του άρεσαν, ναι, λεβέντη μου, σαν έρθει η ώρα σου δεν θα παραλείψω να φωνάξω, σκατά στο λάκκο σου.

Τέλειωσε με την πελατεία, αλλά δεν ακούμπησε το ακουστικό, πήρε το διαχειριστή της πολυκατοικίας για τα κοινόχρηστα, δεν βγήκαν ακόμη, Βιβή, είσαι η μόνη που ανυπομονείς να τα σκάσεις, πήρε και τον Γιούκαρη, όλα κανονισμένα σου ξαναλέω, να είσαι εκεί στις εφτά το πρωί, μη φοβάσαι, Βιβή, να έχεις αυτοκυριαρχία και τα μάτια δεκατέσσερα.

Μόνο δεκατέσσερα; σκέφτηκε και σηκώθηκε. Δίπλωσε ρούχα και εσώρουχα στο βαλιτσάκι της, ετοίμασε το σακβουαγιάζ του Λίνου, το δύσκολο ήταν να ξαναπιάσει στα χέρια της τα καινούργια παπούτσια του, ακούμπησε τις δυο αποσκευές δίπλα στην πόρτα της εισόδου.

Πήρε το πορτοφόλι από την τσάντα της, ξαναμέτρησε τα λεφτά, οκτώ χαρτονομίσματα των εκατό ευρώ, τέσσερα των πενήντα, ψιλά, η κάρτα της Τράπεζας, οι δυο ταυτότητές της. Το ξανάβαλε στη θέση του, στις δυο θήκες τα μαύρα γυαλιά, τα δύο αρχαία βιβλιαράκια, τα τρία αποκόμματα διπλωμένα στα τέσσερα, οι τέσσερις φωτογραφίες στο φάκελο, γυναικεία μικροπράγματα και η μικρή ατζέντα με τα χρήσιμα τηλέφωνα, λίγα, τα ήξερε κι απέξω.

Πήγε στην κουζίνα κι έφερε το σιδερένιο γουδοχέρι και το μαχαίρι του τυριού, τα έβαλε στην τσάντα, χωρούσαν άνετα και τα δυο, αλλά τελικά άφησε μόνο το πρώτο, γύρισε το μαχαίρι στο συρτάρι του.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Στη στήλη
Τυπωθήτω
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Υπό κοινό πρίσμα
Αγάπης πάλη
Η γραφή του ποιητή Τσαρλς Σίμικ
Το πεδίο της ανωμαλίας
Το εξωπραγματικό στη γραφή του Μαργαρίτη Σαμαρά
Βιβλιοθήκη μυστηρίου
Τρεις τρόποι για το κοπιαστικό κυνήγι της αλήθειας
Καρποφορία και όρια της καντιανής ηθικής
Από την ιστορική παθολογία της ελληνικής κοινωνίας στη βία του καπιταλισμού
Η συνεχής αποκάλυψη του Κώστα Μουρσελά
Η τρίτη ανάγνωση
Καπνοτόπια
Γιώργος Δαρδανός
Θαυμαστά βιβλία και οι πρώτοι Κύκλοι επιμόρφωσης (εκδόσεις Gutenberg, Τυπωθήτω)
Διήγημα
Το σπίτι της κυρίας Προυστ
Μουσική
Εν τη ρίμα του λόγου / Ρεμπέτικο
Από τις 4:00 στις 6:00
Τραγούδια με ψυχή...
Από τις γυναίκες που ξεχώρισαν στο ροκ
Άλλες ειδήσεις
Πολεμώντας με τα φαντάσματα της δικτατορίας
Με την ψευδαίσθηση της πολλαπλής χρήσης
«ΠΑΡΑ ΠΡΟΣΤΑΤΑΣ ΝΑ 'ΧΩΜΕΝ»