Έντυπη Έκδοση

Τζ. Μ. Κουτσί

Ο συγγραφέας απέναντι στον καθρέφτη

Ο Τζ. Μ. Κουτσί, γεννημένος το 1940 στο Κέιπ Τάουν και βραβευμένος με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 2003, κατάφερε μέσα από το εξαιρετικά πολύμορφο έργο του να μιλήσει για τα καυτά πολιτικοκοινωνικά ζητήματα της Νότιας Αφρικής (από το απαρτχάιντ και την εξουσία των λευκών μέχρι την κουλτούρα των μαύρων) χωρίς να προσφύγει στον ρεαλισμό, όπως το έκαναν εκ συστήματος άλλοι Νοτιοαφρικανοί συγγραφείς, σαν τη Ναντίν Γκόρντιμερ ή τον Αντρέ Μπρινκ.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να κατηγορηθεί για έλλειψη σαφήνειας και συγκεκριμένης πολιτικής σκοπιάς, αλλά και, αντίθετα, να επαινεθεί για τη δύναμη της αλληγορίας και των συμβόλων του, που δίνουν στα μυθιστορήματά του μιαν οικουμενική διάσταση, απαγκιστρώνοντάς τα από το νοτιοαφρικανικό τοπίο.

Διαβάζω το καινούργιο μυθιστόρημα του Κουτσί, με τον μονολεκτικό τίτλο «Θέρος», στην εξαιρετική μετάφραση της Αθηνάς Δημητριάδου (εκδόσεις «Μεταίχμιο»), και σκέφτομαι πως οι προωθημένες αφηγηματικές τεχνικές του είναι στενά συναρτημένες με το κοσμοείδωλό του. Μια κενή νοήματος πραγματικότητα, στο εσωτερικό της οποίας κυριαρχεί η απροκάλυπτη βία, οφείλει να απεικονιστεί και εν κενώ -σε μια σύνθεση που θα σπάει κάθε έννοια ασφάλειας και συνοχής. Το «Θέρος» υπονομεύει ευθύς εξαρχής τα πάντα: τη σχέση της τέχνης με το πραγματικό, τα όρια μεταξύ των λογοτεχνικών ειδών, τα δεσμά της εμπιστοσύνης ανάμεσα στον συγγραφέα και τον αναγνώστη.

Το βιβλίο ξεκινάει ως βιογράφηση του Κουτσί, που έρχεται να συμπληρώσει τις δύο πρώτες αυτοβιογραφικές του αφηγήσεις, τις «Σκηνές απ' τη ζωή ενός παιδιού» και τις «Σκηνές απ' τη ζωή ενός νέου» (μτφ. Εύη Βαγγελάτου, «Διήγηση», 2003). Ενώ, όμως, εκεί ο αφηγητής είναι πρωτοπρόσωπος και ταυτισμένος ευθέως με το φυσικό πρόσωπο του Κουτσί, εδώ χρέη αφηγητή αναλαμβάνει ένα τρίτο πρόσωπο: ένας επίδοξος βιογράφος, που αντί για τη βιογραφία παραθέτει τα υλικά της προετοιμασίας της (ημερολόγια εργασίας του Κουτσί και συνεντεύξεις με πρόσωπα τα οποία ήλθαν σε επαφή μαζί του στις αρχές της δεκαετίας του 1970, όταν ετοιμαζόταν να κάνει τα πρώτα συγγραφικά του βήματα).

Ο Κουτσί βάζει τον εαυτό του να έχει πεθάνει την εποχή που ο βιογράφος του αρχίζει να ψάχνει το θέμα του και μετατρέπει βαθμιαία τη βιογραφία του σε εξιστόρηση της λογοτεχνικής του πορείας, ανακατεύοντας το ερωτικό ρομάντζο με το πολιτικό δοκίμιο και το υπαρξιακό μυθιστόρημα με την ανθρωπολογία και την προφορική ιστορία. Φιλοτεχνώντας ένα ξινό και αντιπαθητικό αυτοπορτρέτο (ένας ακοινώνητος περιπλανώμενος, που δεν κατορθώνει να στεριώσει πουθενά, ούτε στην πατρίδα του ούτε στο εξωτερικό), ο Κουτσί υπονομεύει τις βεβαιότητες τόσο της βιογραφίας όσο και της αυτοβιογραφίας, για να βγάλει εντέλει από τις σελίδες του το πρόσωπο του συγγραφέα και να κρατήσει μόνο τα γραπτά του.

Από τους Αφρικάνερ στον Ντοστογιέφσκι

Τι ακριβώς, όμως, απασχολεί τον Κουτσί στο «Θέρος»; Πριν και πάνω απ' όλα, η βία και η σκληρότητα. Η βία των διαπροσωπικών σχέσεων, αλλά και η σκληρότητα του καθεστώτος που έχτισαν εις βάρος των μαύρων οι Αφρικάνερ: οι Ολλανδοί άποικοι της Βόρειας Αφρικής, που αναζητούν επί ματαίω μέχρι και σήμερα την ιστορική τους ταυτότητα, κλεισμένοι στο μίσος τους όχι μόνο για τους μαύρους, αλλά και για τους Αγγλους καταπιεστές τους. Σκέφτομαι εδώ το εφιαλτικό πολιτικό κλίμα εντός του οποίου κινείται το «Βίος και πολιτεία του Μάικλ Κ» (μτφ. Αθ. Δημητριάδου, «Μεταίχμιο», 2006), με έναν καθαρώς μπεκετικού τύπου ήρωα, που έχει χάσει πέρα για πέρα την προσωπικότητά του και νιώθει ευτυχισμένος μόνο όταν χώνει τη μούρη του στη λάσπη της νοτιοαφρικανικής γης.

Μαζί με τη βία και τη σκληρότητα, που ανακαλούν και τη φυλετική τερατωδία την οποία αποκαλύπτει ο Κουτσί στην «Καρδιά μιας χώρας» (μτφ. Αθ. Δημητριάδου, «Scripta», 2002) ή στις «Σκοτεινές χώρες» (μτφ. Σταυρούλα Αργυροπούλου, «Μεταίχμιο», 2005), πάει και η στάση του καλλιτέχνη απέναντι στη δουλειά του και στην κοινωνία: στάση περίπλοκη και δύστροπη, που αλλάζει συνεχώς θέση και αποκτά κάθε τόσο καινούργιο στίγμα, σε μιαν αγωνιώδη και ατέρμονη αναζήτηση. Ο Κουτσί παραπέμπει εν προκειμένω στην «Ελίζαμπεθ Κοστέλο» (μτφ. Βασίλης Καραγιώργος, «Διήγηση», 2004), όπου η πρωταγωνίστρια συζητάει ακατάπαυστα για τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να οικειοποιηθεί ως μυθιστοριογράφος τα μεγάλα πολιτικά και κοινωνικά διακυβεύματα της εποχής της, αλλά, πιθανόν, και στον «Αρχοντα της Πετρούπολης» (μτφ. Χριστιάννα Ελ. Σακελλαροπούλου, Λιβάνης, 2004), όπου ο Ντοστογιέφσκι δανείζει τη φωνή του στον συγγραφέα προκειμένου να μιλήσει εις ήχον πλάγιον για τη Νότια Αφρική μετά το απαρτχάιντ.

Και ο έρωτας; Τι είναι ο έρωτας στο «Θέρος»; Οι συνεντεύξεις που παίρνει ο βιογράφος του Κουτσί από γυναίκες που σχετίστηκαν μαζί του σκιαγραφούν έναν μονόχνοτο, κλειστοφοβικό και σχεδόν ανέραστο άντρα, που από τη μια μεριά μοιάζει να αγνοεί προκλητικά την ερωτική του σύντροφο και από την άλλη δείχνει έτοιμος ανά πάσα στιγμή να αποθέσει στο κορμί και την καρδιά της ολόκληρη την ύπαρξή του. Ο έρωτας είναι ένα πολύ δύσκολο, μαρτυρικό παιχνίδι για τον Κουτσί. Σκοτεινός και επίβουλος στον «Αρχοντα της Πετρούπολης», διαλυτικός και καταστροφικός στο «Μια γυναίκα στο νησί του Ροβινσώνα» (μτφ. Αννα Παπασταύρου, «Μεταίχμιο», 2004), μαγικός και σωτήριος στο «Ενας αργός άνθρωπος» (μτφ. Αθ. Δημητριάδου, «Μεταίχμιο», 2005) ή στο «Ημερολόγιο μιας κακής χρονιάς» (μτφ. Αθ. Δημητριάδου, «Μεταίχμιο», 2007), ο έρωτας αποτελεί σε όλες τις περιπτώσεις ένα επικίνδυνο στοίχημα, μιαν οδυνηρή εκκρεμότητα καταδικασμένη στην αιώνια επανάληψη. Αλλά μια οδυνηρή εκκρεμότητα δεν είναι τα πάντα (ο έρωτας, η τέχνη, η πολιτική) για τον Κουτσί; Μια εκκρεμότητα για την οποία το μυθιστόρημα δεν διαθέτει, προφανώς, καμία απάντηση: αρκεί το ότι δεν θα πάψει ποτέ να την ανακινεί και να μας την υπενθυμίζει. *

Συγγραφείς, εξουσία και λογοκρισία

Τι σκέφτεται ο Τζ. Μ. Κουτσί για τους Νοτιοαφρικανούς συγγραφείς και τη σχέση τους με την εξουσία στα χρόνια του απαρτχάιντ; Στη συλλογή δοκιμίων του «Περί λογοκρισίας» (μτφ. Δέσποινα Ρισσάκη, εκδόσεις Πατάκη, 1997), όπου καταπιάνεται με τη λογοκρισία υπό καθεστώς πλήρους ανελευθερίας, όταν το κράτος καλεί τους συγγραφείς να υποκλιθούν στο σκήπτρο του και να υιοθετήσουν τον λόγο του, ο Κουτσί αναφέρεται στον μυθιστοριογράφο Αντρέ Μπρινκ και στον ποιητή Μπρέιτεν Μπρέιτενμπαχ.

Ο Μπρέιτενμπαχ γράφει πίσω από τα κάγκελα της φυλακής και υπό το βλέμμα μιας άγρυπνης επιτήρησης. Το μόνο το οποίο μπορεί να εφεύρει σε ένα τόσο συρρικνωμένο πεδίο είναι μια φωνή εγγαστρίμυθου, δοκιμάζοντας, όπως πολύ παραστατικά γράφει ο Κουτσί, να παρουσιάσει «την υπόθεση του εχθρού με εξυψωμένη, σατιρική και αυτοκαταστροφική μορφή μ' ένα μέσο -τη γλώσσα των διανοουμένων- στο οποίο ο εχθρός δεν έχει πρόσβαση».

Ο Μπρινκ θεωρητικοποιεί από τη μεριά του τις δυνατότητες της τέχνης για αντιλογοκριτική δράση: ο συγγραφέας ξεκινάει τον πόλεμο εναντίον του κράτους της λογοκρισίας πάντα ύστερα από μια πρόκληση του τελευταίου και είναι προορισμένος, όσα εμπόδια κι αν προκύψουν κατά τη διαμάχη με την κρατική μηχανή, να επιβιώσει και να κερδίσει την καλλιτεχνική του αλήθεια. Και τούτο επειδή η καλλιτεχνική αλήθεια έχει, είτε αρέσει στην εξουσία είτε όχι, μεγαλύτερη διάρκεια ζωής από την πραγματικότητα της οποιασδήποτε λογοκρισίας.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Μουσική
Ο ΜακΚάρτνεϊ που λάτρεψαν οι έφηβοι του '70
Θέατρο
Ερωτας έξω από το «κουκούλι» του γάμου
Οι ομοφοβικοί τρέμουν για τη σεξουαλικότητά τους
Μικρή ελεγεία για τον έρωτα
Αρχαιολογία
Ο θεός της Κρήτης ήταν μαζί του
Χορός
Ελιξίριο για την παγκόσμια μελαγχολία
Λογοτεχνία
Ο συγγραφέας απέναντι στον καθρέφτη
Κριτική θεάτρου
Το δόντι του Κινέζου
Ο Αμλετ της κυπριακής τραγωδίας
Συνέντευξη: Μαρίνα Ασλάνογλου
Μια Μήδεια στους σύγχρονους καιρούς
Εικαστικά
«Αντιστάθηκα στο φόβο των γηρατειών»
Συνέντευξη: Χρήστος Χατζηπαναγιώτης
Μανιέρα έχουν οι σπουδαίοι ηθοποιοί
Bicycle Film Festival
Γιορτή τέχνης με ορθοπεταλιές
Εικαστικοί και ποδηλάτες
Από το δρόμο στη μεγάλη οθόνη
Κομικ(ς)οδρόμιο
Οι «Ζωντανοί Νεκροί» στη μικρή οθόνη
Αϊβερκς: από τον Μίκι μέχρι τα «Πουλιά» του Χίτσκοκ