Έντυπη Έκδοση

Πάνε μέχρι να φύγουν

Το μήνυμα του Μπαράκ Ομπάμα είναι διπλό και φαινομενικά αντιφατικό: ανάπτυξη επιπλέον 30.000 στρατευμάτων και παράλληλα ανακοίνωση αποχώρησης από το Αφγανιστάν κατά το καλοκαίρι του 2011.

«Το σκεπτικό της απόφασης», έγραψαν οι «Νιου Γιορκ Τάιμς», «αντανακλά τα εμπόδια που συναντά ο Μπαράκ Ομπάμα για να ενώσει μια όλο και πιο διαιρεμένη χώρα σχετικά με το τι πρέπει να κάνουν οι ΗΠΑ στο Αφγανιστάν».

Παρ' όλο που η προσοχή της κοινής γνώμης εστιάζεται στον αριθμό των 100.000 αμερικανών στρατιωτών που θα βρίσκονται στη χώρα μέχρι τον Ιούνιο του 2010, η απόφαση αυτή είναι στην πραγματικότητα δευτερεύουσας σημασίας.

Ενώ ο πυρήνας του σχεδίου Ομπάμα προσανατολίζεται στην παροχή μέγιστης ασφάλειας στα αστικά κέντρα της χώρας, με παράλληλη πίεση στην Καμπούλ να προχωρήσει σε πάταξη της διαφθοράς και να αναλάβει πολιτικές πρωτοβουλίες για την ανασυγκρότηση της χώρας, οι πιο σημαντικές και κρυφές παράμετροι του σχεδίου είναι δύο: Οτι στον πυρήνα της επανεξέτασης της στρατηγικής είναι πλέον το Πακιστάν και ότι η πιο σημαντική κίνηση για την νίκη στο Αφγανιστάν είναι η διαδικασία επανένταξης των αποκαλούμενων «μη-ιδεολογικοποιημένων» Ταλιμπάν με αντάλλαγμα μια κερδοφόρα εργασία.

Στα χνάρια του Ιράκ

Οι επιτελείς του Πενταγώνου επιχειρούν εδώ και μήνες να επαναλάβουν, κατά την άποψή τους, το «πετυχημένο πείραμά» τους στο Ιράκ: να έχουν δηλαδή απευθείας συνομιλίες με τους «ιδεολογικούς» αρχηγούς των Ταλιμπάν, κάτι που χρειάζεται απαραίτητα και την πλήρη στήριξη του Πακιστάν.

Ο Ομπάμα προσέφερε στο Πακιστάν μια στρατηγική συνεργασία, με αυξημένη οικονομική και στρατιωτική βοήθεια, αλλά προειδοποίησε με μια ασυνήθιστη ευθύτητα ότι η «χρησιμοποίηση» των Ταλιμπάν, προκειμένου να επιτευχθούν οι πολιτικοί στόχοι του Πακιστάν, «δεν μπορεί να συνεχιστεί».

Ο αρθρογράφος του περιοδικού «Nation», Ρόμπερτ Ντρέιφους επισήμανε σχετικά:

«Αντίθετα με νεοσυντηρητικούς, οι οποίοι βλέπουν την αμερικανική στρατηγική στο Αφγανιστάν στο πλαίσιο του φιλόδοξου σχεδίου τους για πολιτικο-στρατιωτική επικράτηση στη Μέση Ανατολή και την Κεντρική Ασία, το όραμα του Ομπάμα φαίνεται ότι είναι πιο παραδοσιακό. Μία "εν είδει Κίσινγκερ" ισορροπία δυνάμεων, η οποία προβλέπει έναν τελικό αμερικανικό συμβιβασμό με τις αναδυόμενες δυνάμεις ενός πολυ-πολικού κόσμου».

Επί χρόνια, αξιωματούχοι του Πενταγώνου υποστηρίζουν ότι ο οκταετής πόλεμος κατά των Ταλιμπάν δεν θα κριθεί στο πεδίο της μάχης, αν δεν αλλάξουν πρώτα οι συνθήκες που οδηγούν τους νέους Αφγανούς να καταταγούν στις τάξεις τους. Αυτό καθιστά τις αμερικανικές ενισχύσεις μόνο μέρος -και όχι το πιο σημαντικό- της αναθεωρημένης στρατηγικής Ομπάμα.

Τον περασμένο μήνα το Κογκρέσο ενέκρινε κονδύλια ύψους 1,3 δισ. δολάρια για το Αφγανιστάν και το Ιράκ. Συνήθως τα κονδύλια αυτά χρησιμοποιούνται για αναπτυξιακά προγράμματα, αλλά το Κογκρέσο δήλωσε ότι μπορούν και να χρησιμοποιηθούν για να επανενταχθούν στην «αφγανική κοινωνία» οι Ταλιμπάν που εγκαταλείπουν την ένοπλη δράση.

Αυτό σημαίνει, πρακτικά, ότι Ταλιμπάν που μάχονται για περίπου 10 δολάρια την ημέρα, θα μπορούν να εργάζονται ως φρουροί ασφαλείας ή οικοδόμοι, με παρόμοιο μισθό και εγγυήσεις για την προστασία τους, αν καταθέσουν τα όπλα.

Και ενώ ο αφγανός πρόεδρος, Χαμίντ Καρζάι, έχει καταβάλει προσπάθειες επί χρόνια να «προσελκύσει» χαμηλόβαθμα μέλη των Ταλιμπάν, αυτή η προσπάθεια σηματοδοτεί την πρώτη του είδους που έχει τη στήριξη του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ. Περίπου 8.000 Ταλιμπάν έχουν καταθέσει μέχρι σήμερα τα όπλα, παρ' όλο που το πρόγραμμα της αφγανικής κυβέρνησης αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα διαφθοράς.

«Είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος να διεξαχθεί αυτός ο πόλεμος», δήλωσε στο περιοδικό «Time» ο γερουσιαστής των Ρεπουμπλικανών, Τζακ Ριντ. «Υπάρχουν ήδη ενδείξεις ότι ορισμένοι Ταλιμπάν είναι διατεθειμένοι να παραδοθούν αν εξασφαλιστεί η κατάλληλη συμφωνία».

Παρ' όλο που ο αφγανικός πόλεμος ξεκίνησε 18 μήνες πριν από την εισβολή στο Ιράκ, ένα τέτοιο πρόγραμμα δεν υιοθετήθηκε στο Αφγανιστάν, όπου οι πολεμικές επιχειρήσεις υστέρησαν, καθώς οι ΗΠΑ εστίασαν την προσοχή τους στο Ιράκ.

Αλλά ο στρατηγός Ντέιβιντ Πετρέους, ο οποίος τώρα επιβλέπει τον πόλεμο στο Αφγανιστάν και το Ιράκ ως αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού, πιστεύει στη φιλοσοφία του προγράμματος. Σε κατάθεσή του στο Κογκρέσο είπε ότι η αποστολή επιπλέον 30.000 στρατιωτών στο Ιράκ το 2008 ενίσχυσε τις προσπάθειες των σουνιτών για ειρήνευση στη χώρα, αναφέροντας ένα χαρακτηριστικό περιστατικό.

Ενας σεΐχης από την επαρχία επισκέφθηκε έναν αμερικανό διοικητή στο Ραμάντι και τον ρώτησε αν θα τον υποστήριζε σε περίπτωση που στραφεί κατά της Αλ Κάιντα και όχι εναντίον τους. Παρόμοιες κινήσεις από το 70% των Ταλιμπάν που ο αμερικανικός στρατός υπολογίζει ότι δεν είναι «ιδεολογικοποιημένοι», θεωρείται ότι μπορεί να μεταστρέψουν σημαντικά το κλίμα στη χώρα.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Διεθνή
Με λέξεις-κλειδιά
Αφγανιστάν
ΗΠΑ
Άλλα θέματα στην κατηγορία Διεθνή της έντυπης έκδοσης
Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα
«Ιμια» στα στενά του Ορμούζ
Διάσκεψη της Κοπεγχάγης
Διάσκεψη της συγνώμης
Οι φτωχοί, οι πλούσιοι και οι βρόμικοι της Γης
Αρθρο του Ignacio Ramonet
Ο πλανήτης στο κόκκινο
Κλιματική αλλαγή
Με δύο ευρώ «καθαρίσαμε»
Ρωσία
Ο τρόμος έφτασε με τρένο
Αφγανιστάν
Πάνε μέχρι να φύγουν
Ιράν
Πυρηνικά και άκρως προκλητικά
Μέση Ανατολή
Η μάχη της Ιερουσαλήμ
Ειδήσεις σε 1 λεπτό
Μποϊκοτάζ με φερετζέ
Le Monde diplomatique
Οι νόμοι της αγοράς στις περιβαλλοντικές αποφάσεις
Δύο εμπόδια στο δρόμο της Κοπεγχάγης