Έντυπη Έκδοση

Πολιτική

Παρέμβαση

  • Εμφαση στη διαφορά

    Με το Νόμο 2413 του 1996 αναγνωρίζεται η πολυπολιτισμικότητα της ελληνικής κοινωνίας και καθιερώνεται η διαπολιτισμική εκπαίδευση στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα.

    Για την προώθηση της νέας πολιτικής και την εφαρμογή της διαπολιτισμικής εκπαίδευσης στο ελληνικό σχολείο δημιουργήθηκαν τα προγράμματα «Εκπαίδευση Παλιννοστούντων και Αλλοδαπών Μαθητών», «Εκπαίδευση Μουσουλμανοπαίδων» και «Εκπαίδευση Τσιγγανοπαίδων», τα οποία άρχισαν να εφαρμόζονται από το 1997. Ωστόσο, η διαπολιτισμική προσέγγιση ως επίσημη πολιτική της ελληνικής πολιτείας φαίνεται τελευταία να αλλάζει και μάλιστα με χρήματα που προορίζονται για την εφαρμογή των ως άνω προγραμμάτων.

    Το εκπαιδευτικό δίλημμα στις πολιτισμικά ετερογενείς κοινωνίες των εθνικών κρατών είναι να συνδυάσουν την αναγνώριση και το σεβασμό των επιμέρους πολιτισμικών ομάδων με τη δημοκρατική κοινωνία, με τα ιδεώδη και τις αξίες της οποίας όλοι οι πολίτες θα μπορούν να ταυτίζονται. Με άλλα λόγια, να αναπτυχθεί ένα πρόγραμμα διαπολιτισμικής εκπαίδευσης, ικανό να συμβάλει στη δημιουργία ενός πλουραλιστικού εθνικού κράτους που θα είναι δίκαιο και θα εντάσσει όλους τους πολίτες, από τους οποίους θα αντλεί τη νομιμοποίησή του.

    Ενα τέτοιο πρόγραμμα θα συμβάλει στη διαμόρφωση μιας εθνικής πολιτισμικής ταυτότητας, η οποία θα αντανακλά τις προοπτικές, τις ελπίδες και τις δυνατότητες όλων των πολιτών και θα προωθεί το δημόσιο συμφέρον. Μόνο έτσι μπορούμε να έχουμε μια διαπολιτισμική εκπαίδευση που θα προωθεί την ενότητα και θα αντανακλά την πολιτισμική διαφορετικότητα στο πλαίσιο του εθνικού κράτους, το οποίο πρέπει καθημερινά να αποδεικνύει ότι είναι κράτος δικαίου. Σε αυτό το ευρύτερο θεωρητικό διαπολιτισμικό πλαίσιο το Κέντρο Διαπολιτισμικής Αγωγής του Πανεπιστημίου Αθηνών είχε εντάξει την ανάπτυξη και εφαρμογή του προγράμματος για την εκπαίδευση των παλιννοστούντων και αλλοδαπών μαθητών από το 1997 έως το 2007, εναρμονισμένο με την επίσημη εκπαιδευτική πολιτική.

    Οι υπεύθυνοι του προγράμματος αυτής της περιόδου δεν συμμερίζονταν την άποψη των υποστηρικτών της «εθνοτικής» αντίληψης ότι το εθνικό κράτος αποτελείται από εθνοπολιτισμικές ομάδες που ανταγωνίζονται μεταξύ τους καθεμιά για τα δικά της οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα και ότι η ένταξη των μελών μιας εθνοπολιτισμικής ομάδας στην κοινωνία μπορεί να επιτευχθεί πλήρως, όταν αυτά τα μέλη διατηρούν ισχυρούς δεσμούς μεταξύ τους και μπορούν να διαπραγματευθούν από θέση ισχύος με την κυρίαρχη ομάδα. Οι υποστηρικτές αυτής της αντίληψης επενδύουν στη «διαφορά», τονίζοντας υπέρ το δέον αυτά που χωρίζουν και όχι αυτά που ενώνουν τις διάφορες πολιτισμικές ομάδες που συγκροτούν μια κοινωνία.

    Ετσι στο επίπεδο του σχολείου, όταν δεν υπάρχει δυνατότητα ξεχωριστού εθνοτικού σχολείου, δίνουν υπέρμετρη βαρύτητα σε προγράμματα ενίσχυσης της εθνοτικής ταυτότητας, της μητρικής γλώσσας και της διγλωσσίας. Το πρόγραμμα του σχολείου, ισχυρίζονται, θα πρέπει να λαμβάνει σοβαρά υπ' όψιν τη διαφορετικότητα και να ανταποκρίνεται στον τρόπο μάθησης, την ιστορία, τη θρησκεία και τις εμπειρίες των μαθητών από τις διάφορες εθνοπολιτισμικές ομάδες. Θα πρέπει, επίσης, να τους καλλιεργεί τις αναγκαίες ικανότητες και δεξιότητες ώστε να μπορούν να λειτουργούν με επιτυχία στο πλαίσιο της εθνοπολιτισμικής τους ομάδας και να συμμετέχουν ενεργά σε κοινωνικές δραστηριότητες που την ενισχύουν και την αναδεικνύουν.

    Σ' αυτήν ακριβώς τη λογική εντάσσεται η πρόταση του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, την οποία η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Παιδείας προέκρινε, κατά παρέκκλιση της επίσημης εκπαιδευτικής πολιτικής και μέσα από αναξιοκρατικές και αδιαφανείς διαδικασίες αξιολόγησης, να εφαρμοστεί στο ως άνω πρόγραμμα κατά την επόμενη τριετία, απαξιώνοντας όχι μόνο την υποδομή, την τεχνογνωσία του Πανεπιστημίου Αθηνών και την πλούσια εμπειρία πανεπιστημιακών δασκάλων, αλλά και την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου. Στην ίδια λογική πρόκειται να λειτουργήσει και το πρόγραμμα για την εκπαίδευση των Τσιγγανοπαίδων της περιοχής Μακεδονίας-Θράκης μετά την επιλογή να ανατεθεί η εφαρμογή του σε «ημέτερους», φίλα και ιδεολογικά προσκείμενους.

    Η έμφαση στη διαφορά και η ενίσχυση της ιδιαίτερης εθνοτικής ταυτότητας των πολιτισμικών ομάδων μιας κοινωνίας χωρίς την ενεργοποίηση των εργαλείων που προωθούν την κοινωνική συνοχή και την ενότητα οδηγούν στη «βαλκανοποίηση» του εθνικού κράτους. Οι πολίτες σε μια δημοκρατική κοινωνία εργάζονται για τη βελτίωση ολόκληρης της κοινωνίας και όχι μόνο για τα δικαιώματα της δικής τους εθνοπολιτισμικής ομάδας. Αυτή άλλωστε είναι ή πρέπει να είναι και η επιδίωξη της ελληνικής πολιτείας παρέχοντας στους μετανάστες τη δυνατότητα να αποκτήσουν την ελληνική ιθαγένεια, να γίνουν δηλαδή Ελληνες πολίτες.

    * Καθηγητής Παιδαγωγικής στη Φιλοσοφική Σχολή Παν/μίου Αθηνών.

    Ο ΣΤΑΘΗΣ ΕΙΝΑΙ ΑΔΙΑΘΕΤΟΣ ΚΑΙ Ο ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΗΣ ΛΕΙΠΕΙ ΜΕ ΑΔΕΙΑ

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Πολιτική
Άλλα θέματα στην κατηγορία Πολιτική της έντυπης έκδοσης
Διαβουλεύσεις με την τρόικα
Πρώτα τρόικα - Στρος Καν, μετά το υπουργικό, για τις συμβάσεις
Από τον Στρος στον Ολι και στο βάθος Μέρκελ
Παπανδρέου: Συμβάσεις, επιμήκυνση οι δύο στόχοι για συνεννόηση με Ν.Δ.
Επιμήκυνση με κλειδιά ΔΕΚΟ και νοσοκομεία
Μονοπαραταξιακό είναι πλέον το προεδρείο στη ΓΣΕΕ
Κόμμα Ευρωπαϊκής Αριστεράς
Ο Τσίπρας αντιπρόεδρος του Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς
Νέος σχεδιασμός υπουργείου Εθνικής Άμυνας
Τουλάχιστον 20.000 εκτός στρατεύματος
Υπουργείο Εσωτερικών
Μεταβατικές λύσεις στις μετατάξεις δημοσίων υπαλλήλων
Υπόθεση Siemens
Καίει τη μαμά-Siemens ο δίσκος της Τσακάλου
Μαντέλης: Νόμιμα όλα τα εισοδήματά μου
Άλλες ειδήσεις
Υποδοχή έντασης στον Πρόεδρο
Επιβάλλουν αναγνώριση όλων των μειονοτικών ενώσεων
Μαζικό «παρών» στον Γοργοπόταμο
Ελληνοτουρκική άσκηση