Έντυπη Έκδοση

Το νέο βιβλίο της Αμάντας Μιχαλοπούλου

Το κλεμμένο παιδί

Αμάντα Μιχαλοπούλου, «Πώς να κρυφτείς»

εκδόσεις Καστανιώτη, σ. 372, ευρώ 12,18

Ο μύθος του κλεμμένου παιδιού στάθηκε ανέκαθεν ένας από τους αγαπημένους των συγγραφέων και τροφοδότησε πλήθος μυθιστορημάτων, από τον «Ολιβερ Τουίστ» του Ντίκενς μέχρι «Το κλεμμένο παιδί» του Κιθ Ντόναχιου. Σε μια παραλλαγή του μύθου, που κέρδισε έδαφος μεταπολεμικά, το κλεμμένο παιδί είναι κορίτσι, οπότε στις ιστορίες αναμιγνύεται και το ερωτικό στοιχείο. Το καλύτερο παράδειγμα αυτής της εκδοχής του μύθου στο χώρο της λογοτεχνίας παραμένει «Ο Συλλέκτης» του Τζον Φόουλς. Από εκεί και πέρα, ανάλογα με την εποχή, διαφοροποιούνται οι τρόποι απαγωγής, κυρίως αλλάζει το θέμα στο οποίο επιθυμεί να εστιάσει ο συγγραφέας. Ενα θέμα που, την τελευταία εικοσαετία, με το διογκούμενο μεταναστευτικό ρεύμα, εμφανίζεται ανάμεσα στα δημοφιλέστερα είναι η αναζήτηση της ταυτότητας. Θεματικά σχηματοποιείται μέσα στο τρίπτυχο ταυτότητα-πατρίδα-γλώσσα. Αυτό είλκυσε και την Αμάντα Μιχαλοπούλου, που είχε έναν πρόσθετο λόγο για την εκλογή της, αφού, τα τελευταία χρόνια, ζει στη Γερμανία. Δεν ακολούθησε, όμως, την πεπατημένη να πλάσει έναν Ελληνα μετανάστη ή, πλησιέστερα σε αυτήν, έναν διανοούμενο της αλλοδαπής. Αλλωστε, το χαρακτηριστικό της από την αρχή της συγγραφικής της πορείας είναι τα πρωτότυπα παντρέματα μύθων και θεμάτων που, συχνά, εκ πρώτης όψεως, φαίνονται ξένα μεταξύ τους. Στο έκτο μυθιστόρημά της συνδέει τον παλαιό μύθο του κλεμμένου παιδιού με το επίκαιρο θέμα αναζήτησης ταυτότητας. Η μεν δοκιμασμένη συνταγή του μύθου τής εξασφαλίζει την επίφαση της περιπέτειας, ενώ το πολυσυζητημένο τού θέματος παρέχει έτοιμο ένα μεγάλο κομμάτι από το ιδεολογικό υπόβαθρο.

Το κλεμμένο παιδί του μυθιστορήματος είναι ο μοναχογιός ενός Ελληνα καθηγητή Αρχιτεκτονικής και οι απαγωγείς του, ένα ζευγάρι Γερμανών. Με αυτήν τη διευθέτηση της υπόθεσης, όταν το απάγουν, δεν αποχωρίζεται μόνο την οικογένεια αλλά αποκόπτεται από τη μητρική γλώσσα και απομακρύνεται από τα πάτρια εδάφη. Με άλλα λόγια, χάνει τη σιγουριά που προσφέρει η αίσθηση του ανήκειν σε μια κοινότητα, την οποία δεν επανακτά ούτε μετά την ανεύρεση και την επιστροφή του στην Ελλάδα, που, σύμφωνα με την υπόθεση, πραγματοποιούνται επτά χρόνια αργότερα. Το παρόν της μυθιστορηματικής πραγματικότητας τοποθετείται τρεις δεκαετίες μετά την απαγωγή, όταν το κλεμμένο παιδί έχει γίνει ένας άντρας που νιώθει ξένος και στις δυο χώρες. Παρουσιάζεται σαν κλειστός χαρακτήρας, που, σε ορισμένες περιπτώσεις, συμπεριφέρεται σχεδόν αγοραφοβικά. Σε γενικές γραμμές, δεν διαφέρει και πολύ από ένα μετανάστη. Οσο για το ψυχικό τραύμα της απαγωγής, η συγγραφέας μάλλον το αντιπαρέρχεται, αναφέροντας μόνο την ιατρική διάγνωση περί «μετατραυματικής διαταραχής άγχους» και ενθέτοντας στο ιστορικό του δυο «ψυχογενείς φυγές» κατά την εφηβεία του, μετά τον επαναπατρισμό του.

Η Μιχαλοπούλου πλάθει έναν ήρωα περίπου συνομήλικό της, με αντίστοιχο μορφωτικό επίπεδο, στον οποίο φαίνεται να διοχετεύει δικές της σκέψεις και εμπειρίες. Ουσιαστικά, κεντρώνει σε αυτόν το γνώριμο μυθιστορηματικό της σύμπαν, το οποίο, όπως σημειώναμε και με αφορμή το προηγούμενο μυθιστόρημά της, το «Πριγκίπισσα Σαύρα», στηρίζεται στην αρχική αμφισβήτηση της αστικής οικογένειας και, στη συνέχεια, στην αποδοχή της. Πιστεύουμε, μάλιστα, ότι θα είχε δώσει έναν πειστικότερο χαρακτήρα, αν είχε κρατήσει και το ίδιο φύλο. Σε αυτή την περίπτωση, δεν θα φαινόταν τόσο υπερβολική η συναισθηματικότητα που εκφράζει ο ήρωας απέναντι στην ερωτική του σύντροφο. Πάντως, για να στήσει το μυθιστόρημά της στο δίπολο Ελλάδας - Γερμανίας, επιλέγει οικείους και, όπως φαίνεται, προσφιλείς της τόπους.

Η απαγωγή γίνεται από το εξοχικό της οικογένειας στις ακτές του Κορινθιακού και καταλήγει στο Βερολίνο, μια πολυπληθή πόλη, στην οποία εγκαθίστανται οι απαγωγείς γιατί εκεί αισθάνονται ασφαλέστεροι. Σχεδόν το μισό μυθιστόρημα εκτυλίσσεται στον πρότυπο παραθεριστικό οικισμό που είχε κτίσει το 1970 ο πατέρας του κλεμμένου παιδιού, ενστερνιζόμενος τις ιδέες του Λε Κορμπιζιέ. Το σλόγκαν του ήταν «Μικρό σπίτι, μεγάλος κήπος». Ο μαθητής του, που το αγοράζει με το πρόσχημα ότι θα το μετατρέψει σε μουσείο του έργου του, ανατρέπει το σλόγκαν σε «Μεγάλο σπίτι, μικρός κήπος». Καίριος προβάλλει ο ειρωνικός σχολιασμός της συγγραφέως, όπως και οι σκέψεις που αναπτύσσει γύρω από το τι σημαίνει σπίτι για έναν άνθρωπο και πόσο άμεσα είναι συνδεδεμένο με τα αισθήματα ασφάλειας και ελευθερίας που εκείνος αναπτύσσει.

Εμφαση δίνεται στην αντίθεση ανάμεσα στο εξοχικό και τις κατοικίες του ήρωα στο Βερολίνο. Πρώτα, το σπίτι - φυλακή των απαγωγέων και αργότερα, όταν τριαντάρης πια αποφασίζει να επιστρέψει στη Γερμανία, έναν στενό χώρο στο ισόγειο πολυκατοικίας του Ανατολικού Βερολίνου, που αποκαλεί «Πέρασμα». Σύμφωνα με την περιγραφή είναι κάτι σαν διάδρομος, όμως η ονομασία στοχεύει να λειτουργήσει συμβολικά για την ακαταστάλακτη συναισθηματική του κατάσταση σε αυτήν τη φάση της ζωής του. Σαν φυλακή, όμως, βιώνει και το πατρικό του σπίτι της οδού Ασκληπιού. Πρόκειται για μια άνετη αστική κατοικία των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών. Υιοθετώντας, όμως, την οπτική των παιδιών της οικογένειας, προβάλλει σαν ένα φορτικό μαυσωλείο. Εκτός από τα σπίτια, η Μιχαλοπούλου δείχνει τη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στα θέλγητρα και την κακομοιριά των δυο χωρών. Από τη μια το παραθαλάσσιο θέρετρο του Κορινθιακού, από την άλλη μια λίμνη στη βόρεια Γερμανία ως φτωχό υποκατάστατο. Και προς εξισορρόπηση, από τη μια η σχεδόν εφιαλτική καθημερινότητα της Αθήνας και από την άλλη η ηρεμία «της πόλης με τα γκράφιτι», όπως αποκαλεί το Βερολίνο. Σε αυτό το μυθιστόρημα, η συγγραφέας δεν είναι η τουρίστρια του παλαιότερου μυθιστορήματός της «Οσες φορές αντέξεις». Μια δεκαετία αργότερα, οι παρατηρήσεις της δεν στέκονται πια στην επιφάνεια των πραγμάτων. Ενδίδει, όμως, και πάλι σε μια τουριστική περιγραφή, αυτή τη φορά της Ταγγέρης.

Το μυθιστόρημα, εξ ολοκλήρου σε πρώτο πρόσωπο, μοιράζεται σε πέντε φωνές: τον ήρωα, τρεις γυναίκες αφοσιωμένες σε αυτόν (τη μικρότερη αδελφή του, τη γερμανίδα σύντροφό του και την έφηβη φίλη του ανιψιού του) και τον απαγωγέα. Ενώ, υπό μορφή ένθετης επιστολής, παρατίθεται η αφήγηση του πατέρα του. Το πιο επιτυχές κομμάτι στο πλάσιμο των χαρακτήρων είναι το πατρικό δίπολο, του πραγματικού και του, τρόπον τινά, θετού πατέρα. Ελευθερόφρων ο πρώτος, προτεστάντης θεολόγος ο δεύτερος, αντίθεση που αναδεικνύεται μέσα από τις αποχρώσεις των υιικών αισθημάτων. Αλληλοσυμπληρούμενες οι αφηγήσεις, περιγράφουν όσα συμβαίνουν το καλοκαίρι του 2006, που ο ήρωας έρχεται στην Ελλάδα, ενώ, με αναδρομές, δίνονται διαφορετικές εκδοχές του ιστορικού της απαγωγής και της, εν συνεχεία, ανεύρεσης. Προσεκτικά δομημένο το μυθιστόρημα, πάσχει μόνο ως προς την οικονομία της όλης σύνθεσης. Από μια άποψη, την βλάπτει η παράταση που δίνεται προς το τέλος, με ένα ταξίδι στο εξωτικό Μαρόκο και μια εγκυμοσύνη. Από μια άλλη πλευρά, αυτά, ακριβώς, τα παραγεμίσματα θα εκτιμηθούν από το γυναικείο αναγνωστικό κοινό. Ας μη λησμονούμε ότι, χάρις σε αυτό, έχει προκύψει ιδιαίτερη κατηγορία μυθιστορημάτων γύρω από τη μητρότητα.

Να τελειώσουμε με μια διαπίστωση για τον τρόπο με τον οποίο γράφονται σήμερα τα μυθιστορήματα. Η απαγωγή έγινε στις 21 Ιουλίου 1974, ωστόσο ο πατέρας αναφέρει την ημερομηνία περιφραστικά: «Την επομένη της απαγωγής σου άρχισαν βομβαρδισμοί αμάχων στην Κυρήνεια και τη Λευκωσία». Ως διατύπωση είναι η θεωρούμενη σήμερα πολιτικώς ορθή. Στη δεκαετία, όμως, του 1980, που τη χρησιμοποιεί, υπήρχε εν χρήσει μόνο η έκφραση «τουρκική εισβολή». Αλλά και γενικότερα, παρατηρούμε ότι ο ιδεολογικός περίγυρος επηρεάζει, όλο και περισσότερο, τις συγγραφικές επιλογές, ακόμη και σε βάρος του μυθοπλαστικού κόσμου. Για παράδειγμα, η Μιχαλοπούλου θεώρησε αναγκαία την ανάμιξη του μελανού παρελθόντος της Γερμανίας: Η γυναίκα που απήγαγε το παιδί «είχε χάσει την οικογένειά της σε στρατόπεδα συγκέντρωσης». Η μητέρα της συντρόφου του ήρωα «μιλάει για το ναζιστικό παρελθόν της οικογένειάς της». Ο ίδιος ο ήρωας ξεναγεί τουρίστες «στην εβραϊκή γειτονιά» του Βερολίνου. Επιπροσθέτως, αποπειράται μια διακειμενική συνομιλία με το γνωστό μυθιστόρημα του Γερμανού Β. Γκ. Ζέμπαλντ «Αούστερλιτς». Για το ζευγάρι των απαγωγέων υιοθετεί τα βασικά χαρακτηριστικά που ο Ζέμπαλντ δίνει στο ζευγάρι των Ουαλών, που μεγάλωσε τον εβραίο ήρωά του, μετά τη φυγάδευσή του από την Τσεχία, το 1939. Μάλιστα, ο ίδιος ο απαγωγέας, αναγνώστης του μυθιστορήματος του Ζέμπαλντ, εξομοιώνει την τύχη του «κλεμμένου παιδιού» με τον ξεριζωμό του Εβραιόπουλου. Ετσι συμπληρώνεται η αναφορά στο ναζιστικό παρελθόν. Ωστόσο, η διακειμενικότητα, με το βεβιασμένο χαρακτήρα της, φτάνει να δείχνει αυτοσκοπός. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Η βελόνα και το πηγάδι
Μία Καρυάτις στο Δεκέμβρη του '44
Δεσποινίς ετών 60 με τα... τυχερά της
Η Αφρική του Μοράβια
Αποφεύγοντας την ομοιογενοποίηση του κειμένου
Με θέα το Σύμπαν
Ποιος μπορεί να πει με βεβαιότητα τι είναι σωστό και τι λάθος;
Λαογραφίες, λαϊκοί πολιτισμοί, ταυτότητες
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Λογοτεχνία
Αλύτρωτες ψυχές
Πάλι για το θαύμα τής Λούλας Αναγνωστάκη
Από τις 4:00 στις 6:00
Θυμώνω εύκολα και τραγουδώ...
Αξίζει μεγαλύτερη προσοχή
Αφανής Αναγνώστης
Δυο-τρία πράγματα που έμαθα γι' αυτή
Κριτική βιβλίου
Η βελόνα και το πηγάδι
Το κλεμμένο παιδί
Μία Καρυάτις στο Δεκέμβρη του '44
Δεσποινίς ετών 60 με τα... τυχερά της
Η Αφρική του Μοράβια
Αποφεύγοντας την ομοιογενοποίηση του κειμένου
Με θέα το Σύμπαν
Ποιος μπορεί να πει με βεβαιότητα τι είναι σωστό και τι λάθος;
Λαογραφίες, λαϊκοί πολιτισμοί, ταυτότητες
Προδημοσίευση
...Ιούς, Μανιούς, ίσως και Aqua Marina
Νερό
Άλλες ειδήσεις
Θεατρικό δρώμενο
22η έκθεση βιβλίου
Πολωνός ελαιοχρωματιστής
Περιοδικά
Ποντάρω μονάχα στο ακατόρθωτο