Έντυπη Έκδοση

Τα όνειρα του Κάφκα και οι Σκοτεινοί άγγελοι

Τα βιβλία αυτοσυστήνονται; Ο συγγραφέας είναι ο επαρκέστερος πληρεξούσιος ανάμεσα στο έργο του και στον αναγνώστη; Οι λέξεις και τα πράγματα του συγγραφέα πώς συναντούν τις λέξεις και τα πράγματα του ήρωα ή του αφηγητή;

Η στήλη «Τυπωθήτω» προκαλεί και απαντά σε τέτοιας υφής ερωτήματα. Βιβλία όλου του φάσματος, πριν φτάσουν στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, εξομολογούνται λεπτομέρειες της γραφής τους. Πεζογράφοι, ποιητές, δοκιμιογράφοι, μεταφραστές, ανθολόγοι, σε πρώτο πρόσωπο, πριν παραδοθούν στον συστηματικό και στον απλό αναγνώστη - βιβλία πριν αρχίσουμε να τα φυλλομετράμε.

«Η ζωή του μοιάζει με όνειρο...»

**Φελίξ Γκουαταρί. Εξήντα πέντε όνειρα του Φραντς Κάφκα και άλλα κείμενα (παρουσίαση και σημειώσεις Στεφάν Ναντό), μτφρ.: Ευγενία Γραμματικοπούλου, εκδόσεις Πατάκη

Η ενασχόληση του Φελίξ Γκουαταρί με τον Φραντς Κάφκα δεν εξαντλείται στο καταστατικό δοκίμιο που συν(υπ)έγραψε το 1975 με τον Ζιλ Ντελέζ, Κάφκα - Για μια ελάσσονα λογοτεχνία.1 «Πιο θαρραλέος (πιο σχιζοφρενής) μόνος του απ' ό,τι υπήρξε μαζί με το δίδυμό του», όπως κρίνει ο μελετητής του Στεφάν Ναντό, που προλογίζει το ανά χείρας σπονδυλωτό βιβλίο, ο ψυχαναλυτής επανέρχεται -μία δεκαετία αργότερα και ασυντρόφευτος αυτή τη φορά από τον φιλόσοφο συνεργάτη του- στις τρεις συνιστώσες (επιστολές, νουβέλες, μυθιστορήματα) οι οποίες κινούν τη «μηχανή γραφής ή έκφρασης του Κάφκα», έχοντας ως μοντέλο τα ημερολόγιά του, που διατρέχουν υποδόρια όλα του σχεδόν τα κείμενα.

«Ο Κάφκα γράφει στο ημερολόγιό του ότι η ζωή του μοιάζει με όνειρο [...] Εάν ζούσε σαν σε όνειρο, άλλο τόσο ονειρευόταν όπως έγραφε, με αποτέλεσμα ένας λογοτεχνικός κρίκος να συνδέει διαρκώς τα γεγονότα της καθημερινότητάς του και το ονειρικό του φαντασιακό», σημειώνει ο Γκουαταρί. Ωστόσο, δεν ανατρέχει στα όνειρά του με διάθεση να τα (παρα)σύρει σε μια αναλυτική εξέταση, όπως ίσως περιμέναμε ότι θα του υποδείκνυε η ιδιότητά του: «Εκεί όπου η φροϋδική ερμηνεία θα σταματούσε -μπροστά σε εκείνο που ο Φρόυντ αποκαλούσε "ομφαλό του ονείρου"-, εκεί ακριβώς τα πάντα αρχίζουν για τον Κάφκα. Αρνούμενος να καθυποτάξει τα σημεία μη νοήματός τους στον ζυγό μιας οποιασδήποτε ερμηνευτικής, τα αφήνει να εξαπλώνονται, να κλιμακώνονται για να γεννήσουν άλλες φαντασιακές μορφοποιήσεις, άλλες ιδέες, άλλα πρόσωπα, άλλες ψυχικές συντεταγμένες, χωρίς κανενός είδους δομική υπερκωδικοποίηση». Σταχυολογημένα από το σύνολο των καφκικών γραπτών, τα όνειρα δεν αποτελούν επομένως μια πέμπτη συνιστώσα, την οποία έρχεται καθυστερημένα να συμπληρώσει και να αναδείξει ο Γκουαταρί. Αυτοτελή «σημεία ιδιαιτερότητας», διαρκώς διασταυρούμενα και συνδιαλεγόμενα μέσω ποικίλων τρόπων «εγκάρσιας επικοινωνίας», τα όνειρα του Κάφκα λειτουργούν κατά τον Γκουαταρί εν είδει λάιτμοτιβ, τα οποία προδίδουν το κοινό τους ρίζωμα, καταλύουν τα ειδολογικά στεγανά και οδηγούν σε μια ευφρόσυνη άρ(νη)ση: «Πιστεύω ότι δεν είμαστε καν σε θέση να διακρίνουμε, μέσα στο έργο του Κάφκα, αυτό που αποτελεί τις νουβέλες, τα μυθιστορήματα, τα ημερολόγια, την αλληλογραφία».

Και όχι μόνο: η ίδια η έννοια του λογοτεχνικού έργου έχει αρχίσει να χάνει εδώ την καταλληλότητά της, καθώς περιστέλλει τον «ουσιαστικά θρυμματισμένο, αποσπασματικό χαρακτήρα του καφκικού λόγου». Ετσι, στο μυαλό του Γκουαταρί αναδύεται η προοπτική ενός (συλλογικού) κινηματογραφικού έργου, γυρισμένο όχι για τον, αλλά (υποθετικά) από τον ίδιο τον Κάφκα, που όμως δεν υλοποιήθηκε ποτέ. Στο σωζόμενο σχεδίασμά του, με το οποίο κλείνει το παρόν βιβλίο, βλέπουμε να εντάσσονται δυνητικά εξίσου μυθοπλαστικά όσο και βιωματικά στοιχεία, αποτυπώσεις και εντυπώσεις του καφκικού σύμπαντος: σπαράγματα, εικόνες, εμμονές, κινήσεις, χειρονομίες, επαναλήψεις που κατατρύχουν τον συγγραφέα όσο και τον αναγνώστη. Ομοια με το όνειρο που «λειτουργεί με κολλάζ, με cut up», έτσι και το ημιτελές ντεκουπάζ των σκηνών τού υπό διαμόρφωση σεναρίου δεν επιβάλλεται σε, αλλά υποβάλλεται από το αντικείμενό του, κρατώντας συνειδητά στο προσκήνιο την εξελικτική, μη τελεσίδικη διάσταση οποιασδήποτε εργασίας με θέμα τον Κάφκα.

Ευγενία Γραμματικοπούλου

****************

Οι άγγελοι του σκότους

**Γιάννης Ατζακάς, Κάτω από τις οπλές, νουβέλα, εκδόσεις Αγρα

Πολλά χρόνια μετά την τελευταία συνάντησή τους -Οκτώβρης του '74 πρέπει να ήταν, σ' ένα ταβερνάκι της Ευαγγελίστριας στη Θεσσαλονίκη- ο απόμαχος πια ηθοποιός Χάρης Φωτίου ανασύρει τα καταχωνιασμένα στρατιωτικά ημερολόγια που του εμπιστεύτηκε τότε ο «εν όπλοις και εν οπλαίς κτηνών» σύντροφός του Αλκης Πολίτης, λίγο πριν εγκαταλείψει για πάντα τη «μητριά πατρίδα» του.

Με όσα η δική του μνήμη διέσωσε και η σχεδόν κρυπτική γραφή τού φανέρωσε, αναπαριστά εκείνον το χειμώνα του '68 στο κολαστήριο του Κολινδρού, τις παγερές μέρες και νύχτες της «μεγάλης νύχτας» των συνταγματαρχών. Εκπληρώνει, έτσι, έστω και με μεγάλη καθυστέρηση (είναι πια χειμώνας του 2008), την υπόσχεση που κάποτε είχε δώσει.

Η ιστορία αρχίζει λίγο μετά το βασιλικό αντιπραξικόπημα της 13ης Δεκεμβρίου 1967, όταν ο Αλκης φτάνει με δυσμενή μετάταξη στο πειθαρχικό 2ο Τάγμα Ορεινών Μεταφορών Κολινδρού. Η κοινή πολιτική καταγωγή, η τραγική μοίρα των γονιών τους, η δημοκρατική δράση τους στις αρχές της δεκαετίας του '60, συνδέουν γρήγορα τον ηθοποιό του Θεάτρου Τέχνης και τον απόφοιτο της Φιλοσοφικής Σχολής Θεσσαλονίκης με μια βαθιά πνευματική φιλία.

Ο Χάρης, έχοντας εξαρχής την ειδικότητα του ημιονηγού -του ανεφοδιαστού, όπως τότε τους είχαν μετονομάσει, του μουλαρά, όπως τους ήξερε ο κόσμος όλος-, αναλαμβάνει να κατατοπίσει τον πρώην τυφεκιοφόρο του πεζικού στις βαριές εργασίες του στάβλου, απαγγέλοντας παράλληλα εδάφια από το «Μνημόνιον του ανεφοδιαστού»: Τον ημίονο τον μεταχειριζόμεθα με υπομονή και καλοσύνη. Τον ανταμείβομε κάθε φορά που υπακούει, με θωπείες. Με βάρβαρα μέσα, όπως οι ραβδισμοί και οι φωνασκίες, επιτυγχάνομε το αντίθετον αποτέλεσμα: ο ημίονός μας γίνεται δύστροπος.

Η μοχθηρία όμως του μανιακού μόνιμου επιλοχία Βούρκουλα να τους ορίζει κάθε νύχτα «γερμανικό» νούμερο στις δύο διπλανές σκοπιές, του στάβλου και της χαράδρας, τους επιτρέπει τουλάχιστον να έχουν ατελείωτες συζητήσεις για το θέατρο, τη λογοτεχνία και την πολιτική. Ετσι, η νυχτερινή θέα της Θεσσαλονίκης απέναντι από το σκοτεινό τους στρατόπεδο οδηγεί τον Αλκη σε μιαν αντίστροφη παρώδηση του «Αγγελιάσματος» του Βασίλη Βασιλικού, όταν εξομολογείται στον φίλο του τον έρωτά του για τη μικρή Ερση: ...Μόνο που εμείς εδώ είμαστε οι απόβλητοι του Συστήματος, οι εξορισμένοι από τον λαμπερό γαλαξία τους. Οι εχθροί του Φωτός είμαστε εμείς, οι τρισκατάρατοι άγγελοι του Σκότους. Αυτό το παγωμένο αστέρι όπου μας έχουν ρίξει, δεν είναι παρά ένα τελικό πεδίο δοκιμής και δοκιμασιών.

Αργότερα, κάποιες άλλες νύχτες, καθώς ο φοβερός εκείνος χειμώνας έφτανε στο τέλος του και πλησίαζε η πρώτη μαύρη επέτειος του πραξικοπήματος, ο Αλκης αρχίζει να μιλά και για τις μέρες του στο επίλεκτο 565 Τάγμα Πεζικού στον Λαγκαδά: τα μισαλλόδοξα κηρύγματα και τον άγριο κατατρεγμό των «χαρακτηρισμένων» φαντάρων· την είσοδο της μονάδας του το χάραμα της 21ης Απριλίου 1967 στη Θεσσαλονίκη και τον στρατωνισμό της στον Παλαιό Σιδηροδρομικό Σταθμό· τη συμμετοχή της στις επινίκιες καρναβαλικές γιορτές της χούντας στο Καυταντζόγλειο στάδιο της πόλης.

Ομως τα χειρότερα στο 2ο Τ.Ο.Μ. δεν είχαν ακόμη συντελεστεί. Η άρνηση του Αλκη να αποκηρύξει τις «αντεθνικές» ιδέες του και να δηλώσει δημόσια πίστη στο στρατιωτικό καθεστώς εξοργίζει τον διοικητή του 2ου Γραφείου, Φατζέα, που θέτει σε σταδιακή εφαρμογή ένα σχέδιο ψυχολογικής βίας και φυσικής του εξόντωσης.

Κάποτε, στις αρχές της άνοιξης, ο Αλκης μετατίθεται στο Διδυμότειχο, απ' όπου, αφού υπηρέτησε και τις μέρες της φυλακής του, απολύεται με διαγωγή «κακή» στις 13 Αυγούστου του '68, την ημέρα που ο Αλέξανδρος Παναγούλης θα εκτελούσε τον «πανάθλιο τύραννο».

Η χρονογραφική αφήγηση του Χάρη Φωτίου συμπληρώνεται από μια σύντομη αναδρομή στα χρόνια της Κατοχής και της Αντίστασης, καθώς και από μερικές αναφορές στην πρώτη Μεταπολίτευση, ενώ τα πάθη του φίλου του σκόπιμα αποδίδονται με θεατρικό λόγο. Στη δική του διήγηση «εγκιβωτίζονται» και οι δύο αναστροφικές αφηγήσεις του Αλκη για τα βάσανα του έρωτα και την πολιτική του δίωξη.

Τα αποσπάσματα που παρεμβάλλονται από το κρυφό ημερολόγιο του Αλκη διασώζουν, πότε σε λυρική και πότε σε συμβολική και υπαινικτική γραφή, το αυθεντικό κλίμα εκείνης της αποτρόπαιας εποχής. Η εναλλαγή αυτή των αφηγηματικών τρόπων σχετίζεται μόνο με τους χαρακτήρες και τα ενδιαφέροντα των κύριων προσώπων της ιστορίας και σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί μια «μεταμοντέρνα» σύλληψη.

Αν επιδίωξα συνειδητά κάτι, αυτό ήταν το άρωμα ενός αδικημένου έρωτα να επικαλύπτει τη βαριά φασιστική αποφορά εκείνων των ημερών, ενώ, από βαθύτερα ακόμη, να αναδύεται η αίσθηση των χαμένων θυσιών και των ματαιωμένων ονείρων.

Γιάννης Ατζακάς

1. Ελληνική μετάφραση Κωστής Παπαγιώργης, Καστανιώτης, 1998.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Στη στήλη
Τυπωθήτω
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Από τις 4:00 στις 6:00
Πειραιάς, η πιο τραγουδισμένη πόλη
Η πρώτη ακαδημαϊκός στην Ελλάδα
Μια άγνωστη συνομιλία με την ακαδημαϊκό Γαλάτεια Σαράντη
Κριτική βιβλίου
Ο αέναος κύκλος των μεταμορφώσεων στο θέατρο της Μ. Λαϊνά
Σαν συγκεφαλαίωση βίου
Για τα κείμενα του Ανδρέα Λεντάκη
Δέκα χιλιάδες βόμβες και μία κουκκίδα
Γιάννης Μαρκόπουλος Προσωπογραφία της μουσικής του
Από πού προήλθε ο αντισημιτισμός του Χίτλερ;
Ομοιοκατάληκτος «άγγελος προβοκάτορας»
Μουσική
Ενα παιδί-θαύμα που γίνεται 60άρης
Προδημοσίευση
Απόσπασμα από το διήγημα Βίνκελμαν ή το Πεπρωμένο
η Διεθνής Λογοτεχνική Συνάντηση Dasein 2010
Μία πόλη, δέκα ποιητές, τέσσερις καλλιτέχνες, έξι γλώσσες
Άλλες ειδήσεις
Γράμμα από το Λονδίνο
«Καβαλάρηδες στη θάλασσα», του Τζον Μίλινγκτον Σινγκ, στο θέατρο «Σφενδόνη»
Μια ζωή