Έντυπη Έκδοση

Δέκα χιλιάδες βόμβες και μία κουκκίδα

Rawi Hage

Το παιχνίδι του Ντε Νίρο

μτφρ.: Θ. Γλυνάτσης

εκδόσεις Πάπυρος, σ. 329, ευρώ 18

Εξαιρετικό και πολυβραβευμένο, το μυθιστόρημα του Ράουι Χαζ παρουσιάζεται και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πάπυρος σε πολύ καλή μετάφραση του Θέμελη Γλυνάτση, η οποία χρηματοδοτήθηκε από το Συμβούλιο Τεχνών του Καναδά. Ο Χαζ είναι Λιβανέζος που ζει στον Καναδά και ασχολείται και με τις εικαστικές τέχνες. Το πρώτο του μυθιστόρημα χωρίζεται σε τρία μέρη, που το καθένα φέρει ως τίτλο το όνομα μίας πόλης: Ρώμη, Βηρυτός, Παρίσι. Οι πόλεις αυτές είναι νοητικές ή πραγματικές, ήτοι πόλεις που είτε κατοικεί είτε επιθυμεί να πάει ο κεντρικός ήρωας, στην προσπάθεια να ξεφύγει από την Κόλαση όπου ζει και να μπορέσει να επιβιώσει. Εξ αυτών η Ρώμη είναι η πόλη στην οποία ο Μπασάρ, ο κεντρικός ήρωας, επιθυμεί να καταφύγει, η Βηρυτός η πόλη όπου ζει και το Παρίσι η πόλη όπου διαμένει προσωρινά, πριν από την επόμενη μετακίνησή του.

Κομβικός χώρος λοιπόν η Βηρυτός του εμφύλιου πολέμου, με την ανατολική της πλευρά να κατοικείται από χριστιανούς Μαρωνίτες και τη δυτική από μουσουλμάνους, παλαιστίνιους πρόσφυγες και κομμουνιστές - οι τελευταίοι εκδιώχτηκαν από την αριστερή πλευρά. Και οι δύο πλευρές ελέγχονται μερικώς, αλλά και υποκινούνται από ξένες δυνάμεις, με κυριότερες τις όμορες χώρες Συρία και Ισραήλ. Στον ανατολικό τομέα κατοικούν ο νεαρός Μπασάρ και ο παιδικός, αδελφικός του φίλος Ζορζ, ο επονομαζόμενος Ντε Νίρο. Οι δύο φίλοι είναι αλήτες και κλεφτρόνια, όπως ακούμε να τους αποκαλούν κάποιοι γείτονες και όπως παραδέχεται και ο ίδιος ο Μπασάρ, του οποίου την πρωτοπρόσωπη αφήγηση παρακολουθούμε. Οι δύο φίλοι έχουν λάβει γαλλική παιδεία από το ιησουίτικο σχολείο που παρακολούθησαν και μιλούν απταίστως τη γαλλική γλώσσα, ο Ζορζ μάλιστα είναι νόθο παιδί Γάλλου διπλωμάτη. Και οι δύο έχουν περάσει το μεγαλύτερο τμήμα της ζωής τους μέσα στις βόμβες, τα ερείπια, τα σκουπίδια. Επιπλέον είναι ορφανοί: ο Ζορζ από την αρχή του μυθιστορήματος και ο Μπασάρ, που έχει ήδη χάσει πατέρα και παππού στον συνεχιζόμενο εμφύλιο, χάνει πολύ σύντομα και τη μητέρα του σ' έναν από τους βομβαρδισμούς. Επόμενο χαρακτηριστικό και των δύο είναι ότι διαθέτουν όπλο· οι νεαροί της Βηρυτού δεν μιλούν μόνο για αυτοκίνητα συγκρίνοντάς τα, αλλά διαθέτουν και συγκρίνουν και όπλα. Οι δε κοπέλες, σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενά τους, ονειρεύονται περισσότερες ανέσεις και γάλλους αγαπητικούς. Ο Μπασάρ είναι λιμενεργάτης και ο Ζορζ εργαζόμενος στο καζίνο (ένα από τα άπειρα) των φαλαγγιτών.

Το κλίμα είναι τόσο ασφυκτικό που ο αφηγητής Μπασάρ κάνει το παν για να ξεφύγει. Ολη του η προσπάθεια επικεντρώνεται στην αναγωγή της κλοπής σε επιστήμη· σχεδιάζει πάντα με κάθε λεπτομέρεια το επόμενο χτύπημά του, σε μια προσπάθεια να βρει χρήματα για την επικείμενη φυγή του στη Ρώμη. Στο μυαλό του η Ρώμη υπερέχει όλων των άλλων ευρωπαϊκών πόλεων διότι υπήρξε κάποτε, τα πολύ παλιά χρόνια, η πρωτεύουσα μιας αυτοκρατορίας στην οποία ανήκε και η Μέση Ανατολή. Η Ρώμη είναι η πολυπόθητη Ιθάκη του, μόνο που και γι' αυτόν ο προορισμός φαντάζει όλο και πιο μακρινός.

Στα ατού της πένας τού Χαζ, ο τρόπος που αναστέλλει συνέχεια την αποκάλυψη κάποιων γεγονότων που θα έκαναν τη συνέχεια προβλεπόμενη. Ετσι ο αναγνώστης βιώνει συχνά ένα σασπένς πολύ αληθινό παρακολουθώντας εκ του σύνεγγυς τις ρασκολνικοφικές φαντασιώσεις του κεντρικού ήρωα, ο οποίος συχνά θέτει εαυτόν σε θέση υπερανθρώπου ή Νίντζα-εξολοθρευτή, επηρεαζόμενος από τις αμερικανικές ταινίες και τον παιδιόθεν διαμορφωμένο κυνισμό του. Οι περιγραφές του για τους δρόμους, τα συμβάντα, τις μάχες, τις πόλεις, τους ανθρώπους διακρίνονται από μια ποιητικότητα που έλκει την καταγωγή της τόσο από τον μαγικό ρεαλισμό όσο και από υπερρεαλιστικά σχήματα: «...με μια σχεδόν ιερατική φωνή απήγγειλε έναν μονόλογο αντάξιο ενός διεφθαρμένου δικαστή και μιας αγέλης από ύαινες στρογγυλοκαθισμένες στις θέσεις των ενόρκων, που υπομονετικά περίμεναν τα αποφάγια ενός θηλυκού λιονταριού κάτω από ένα δέντρο, κάπου στην Αφρική». Οι παρατακτικές προτάσεις, που συγκροτούν μεγάλο τμήμα της οπτικής τού πρωταγωνιστή, φέρουν κάτι από τη γοητεία των ανατολίτικων παραμυθιών και ταυτοχρόνως βοηθούν τον αφηγητή να δραπετεύει σ' έναν κόσμο όπου η ιστορία αναμειγνύεται με το παρόν και τη βάναυση καθημερινότητα. Πολλές φορές μάλιστα αυτή η δυνατή αφηγηματική τεχνική δηλώνεται ευθαρσώς από τον αφηγητή, όπως στο σημείο που μιλάει, στο Παρίσι πια, με την ετεροθαλή αδελφή τού φίλου του: «Παρέλειψα πολλά σε σχέση με τον Ζορζ και, όταν είδα πόσο χαρούμενη ήταν, άρχισα να αλλάζω τα ονόματα, να φυτεύω δέντρα, να βάφω τα τσιμεντένια κτίρια της παλιάς μας γειτονιάς με τροπικά χρώματα, να βάζω τους ανθρώπους να χορεύουν και να γελούν, παρά τις βόμβες που έπεφταν αδιάκοπα».

Ενα ακόμη χαρακτηριστικό της αφήγησης είναι η εμφάνιση και επανεμφάνιση συμβόλων και κωδίκων, όπως η πέρδικα που έρχεται και επανέρχεται στις σκέψεις και στα όνειρα του ήρωα και προπαντός στις περιγραφές και στον ενίοτε παραληρηματικό λόγο του, υπενθυμίζοντας την αρμενικής καταγωγής μάνα του· η πέρδικα (αρμενικό σύμβολο) είναι γι' αυτόν μια προσφιλής, παρηγορητική παρουσία. Στα επανερχόμενα μοτίβα ανήκουν και οι «δέκα χιλιάδες» βόμβες της εισαγωγικής πρότασης του βιβλίου που, στη συνέχεια, αντικαθίστανται με πολλά άλλα πράγματα, ανάλογα με την περίσταση: δέκα χιλιάδες φόνοι, δέκα χιλιάδες κόκκινα και πράσινα εκτυφλωτικά διαμάντια (σφαγή στους καταυλισμούς Σάμπρα και Σατίλα), δέκα χιλιάδες κύματα και δέκα χιλιάδες ψάρια (στο θαλάσσιο ταξίδι του προς Γαλλία), δέκα χιλιάδες δαίμονες και δέκα χιλιάδες πλάσματα (στους προσωπικούς του εφιάλτες), δέκα χιλιάδες Τζόνι Γουόλκερ (στο λαθρεμπόριο με τη δυτική πλευρά της πόλης) κ.ο.κ. Η χρήση τού «δέκα χιλιάδες» πολλές φορές προϊδεάζει τις επερχόμενες σκηνές, ενώ άλλες προοιωνίζεται δυσάρεστα συμβάντα ή συνδέει ακόμα αμεσότερα τις προσπάθειες του Μπασάρ να υπεκφύγει της ζωής του.

Τα προβλήματα των νεαρών ηρώων μεγεθύνονται, με την ένταξη του Ζορζ στην εθνοφρουρά των φαλαγγιτών. Από τη μια, ο Μπασάρ χάνει έναν φίλο και από την άλλη, δείχνει να κατανοεί τα προβλήματα της αντίπαλης, δυτικής πλευράς. Οι βομβαρδισμοί συνεχίζονται ακατάπαυστα, ο κύκλος της διαφθοράς, της πορνείας, των πάσης φύσεως ναρκωτικών, του λαθρεμπορίου, των καζίνων, των παρηκμασμένων πρώην αποικιοκρατών συνεχίζεται. Τα πιστόλια και τα Καλάσνικοφ, οι ακριβές μάρκες ρούχων, καλλυντικών, ηλεκτρονικών, αυτοκινήτων δελεάζουν τους νεαρούς της Βηρυτού, μιας γενιάς που παίζει κυριολεκτικά ρώσικη ρουλέτα με τη ζωή της, γιατί η ανυπαρξία ή ο θάνατος είναι σαφώς πιο οικεία και παρηγορητικά. Το «παιχνίδι» του ηθοποιού Ντε Νίρο στον «ελαφοκυνηγό» ήταν όντως η ρώσικη ρουλέτα, και σ' ένα συγκλονιστικό κείμενο ο συγγραφέας σκοτώνει με τον ίδιο τρόπο τον φερώνυμό του. Στον Μπασάρ δεν μένει πια παρά η πολυαναμενόμενη φυγή.

Στο Παρίσι, όπου καταλήγει, θα συναντήσει τη μοίρα του κάθε μετανάστη, αυτών οι οποίοι «σε αντίσκηνα... κρατούσαν κλειδιά για σπίτια που δεν θα ξανάβλεπαν ποτέ» και που βολοδέρνουν μόνοι και φοβισμένοι (χωρίς χαρτιά) στους δρόμους της πόλης. Ή όπως λέει ο ήρωας: «Δεν ήξερα τι να κάνω και συνειδητοποίησα πως δεν μπορούσα να σκεφτώ κάτι να κάνω... κανείς δεν με ήξερε στο Παρίσι, κανείς δεν με περίμενε για φαγητό, ούτε για να περπατήσω σε νεκρική πομπή, ούτε για δουλειά, για φαΐ, για να κουβαλήσω τους τραυματίες, για να κάνω κόντρες με τη μηχανή». Ούτε «Ο ξένος» του Καμί, με τον οποίο συνομιλεί το μυθιστόρημα και ο ήρωάς του, ούτε οι μετανάστες ρεσεψιονίστ και καμαριέρες στο ξενοδοχείο όπου διαμένει, ούτε η σχετική βοήθεια από την οικογένεια του πατέρα τού Ζορζ είναι στοιχεία ικανά για να αλλάξουν τη ζωή του και προπαντός τον χαρακτήρα του. Πορεύεται πλέον τον μοναχικό δρόμο τού εκτελεστή αντιήρωα που είχε εξαρχής επιλέξει, και σ' ένα ευρηματικό και ανοιχτό τέλος ο συγγραφέας αφήνει τον Μπασάρ την ώρα που αγοράζει ένα εισιτήριο τρένου για τη Ρώμη, ολοκληρώνοντας την κυκλική αδιέξοδη πορεία του.

Ενδιαμέσως επιτυγχάνεται η παρουσίαση ενός πολύ βίαιου πολέμου με πάμπολλες σκοτεινές πτυχές. Η εικόνα των Καλάσνικοφ με τις κολλημένες πάνω τους χαλκομανίες αγίων, οι σφαγές των προσφύγων στη νότια Βηρυτό, που έχουν περιγράψει παλαιότερα ο Ζαν Ζενέ, ο Ρόμπερτ Φισκ και πολλοί άλλοι, τα βαθύτερα συμφέροντα των αρχηγών ενός διχασμένου λαού, οι οποίοι καταδικάζουν τους πολίτες σε κάθε λογής ντόπα, συγκλονίζει. Η κυνικότητα, ο σαρκασμός, η παρωδική διάθεση που εμφανίζεται και στα έργα των Εντγκαρ Κέρετ και Τζαμίρ-Αλ-Υιουσέφ (Τα μπλουζ της Γάζας, Καστανιώτης), δίνουν το στίγμα μιας λογοτεχνίας, ένθεν και ένθεν των συνόρων, που αποφεύγει τις ωραιοποιήσεις και προσεγγίζει τα τεκταινόμενα στην περιοχή με μια δόση ειρωνείας, κάνοντας σοβαρή προσπάθεια απομυθοποίησης των όποιων «δικών» μας. Τα στοιχεία αυτού του ιδιότυπου «βρόμικου ρεαλισμού» στην περίπτωση του Χαζ συνδυάζονται με την ανατολίτικη προφορικότητα, τον έντονο λυρισμό, τις υπερρεαλιστικές πινελιές. Αξιοπρόσεκτη και η περιδιάβαση των δρόμων της ανατολικής -κυρίως- Δαμασκού, με διεισδυτική ματιά ανάλογη πολλών προγενέστερων αλλά και συγκαιρινών μας συγγραφέων, όπως ο/η Γιασμίνα Χάντρα από το Αλγέρι, η περιγραφή κάποιων εθίμων τής εκεί χριστιανικής κοινότητας, η σύγκριση της ζωής των ανθρώπων που έχουν συγγενείς στη Γαλλία, με τους υπόλοιπους κι ενός απο-εξωραϊσμένου Παρισιού, ιδωμένου μέσα από το βλέμμα του μετανάστη. «Είσαι μια κουκκίδα σ' αυτό το παιχνίδι, μια κουκκίδα», λέει κάποιος στον ήρωα, αλλά ο συγγραφέας δείχνει μ' αυτό το πρώτο του μυθιστόρημα την όρεξη να αφήσει έντονο το δικό του αποτύπωμα στον παγκόσμιο λογοτεχνικό χάρτη.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Ο αέναος κύκλος των μεταμορφώσεων στο θέατρο της Μ. Λαϊνά
Σαν συγκεφαλαίωση βίου
Για τα κείμενα του Ανδρέα Λεντάκη
Γιάννης Μαρκόπουλος Προσωπογραφία της μουσικής του
Από πού προήλθε ο αντισημιτισμός του Χίτλερ;
Ομοιοκατάληκτος «άγγελος προβοκάτορας»
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Από τις 4:00 στις 6:00
Πειραιάς, η πιο τραγουδισμένη πόλη
Η πρώτη ακαδημαϊκός στην Ελλάδα
Μια άγνωστη συνομιλία με την ακαδημαϊκό Γαλάτεια Σαράντη
Κριτική βιβλίου
Ο αέναος κύκλος των μεταμορφώσεων στο θέατρο της Μ. Λαϊνά
Σαν συγκεφαλαίωση βίου
Για τα κείμενα του Ανδρέα Λεντάκη
Δέκα χιλιάδες βόμβες και μία κουκκίδα
Γιάννης Μαρκόπουλος Προσωπογραφία της μουσικής του
Από πού προήλθε ο αντισημιτισμός του Χίτλερ;
Ομοιοκατάληκτος «άγγελος προβοκάτορας»
Μουσική
Ενα παιδί-θαύμα που γίνεται 60άρης
Προδημοσίευση
Απόσπασμα από το διήγημα Βίνκελμαν ή το Πεπρωμένο
η Διεθνής Λογοτεχνική Συνάντηση Dasein 2010
Μία πόλη, δέκα ποιητές, τέσσερις καλλιτέχνες, έξι γλώσσες
Άλλες ειδήσεις
Γράμμα από το Λονδίνο
«Καβαλάρηδες στη θάλασσα», του Τζον Μίλινγκτον Σινγκ, στο θέατρο «Σφενδόνη»
Μια ζωή