Έντυπη Έκδοση

Ταξίδι στην επαναστατημένη χώρα

Αίγυπτος - Ενας ωραίος λαός

Χαίρομαι! Χαίρομαι απέραντα. Οχι γιατί «Νίκησε ο λαός»! Ετσι, γενικά. Αλλά γιατί νίκησε Αυτός ο λαός!

Ο λαός ο αιγυπτιακός.

Ο λαός που, μιλώντας γι' αυτόν ο «δυνατός» Αιγύπτιος ποιητής Ρίφα'ατ Σαλάμ λέει:

«Η ουσία του λαού του αιγυπτιακού είναι ο έρωτας της ζωής. Αντιμετωπίζει τα προβλήματα μ' ένα χαμόγελο, μ' ένα αστείο (...) Η ουσία της ψυχής της αιγυπτιακής είναι η απαλότητα, η ανθρωπιά, το βάθος το ιστορικό που έχομε».

Ο έρωτας της Ζωής! Σίγουρα - Ομως όταν αυτός ο έρωτας άρχιζε να γίνεται πίκρα κι απόγνωση έτσι που του την πρόσφερε ένας τυφλός δικτάτορας, ανίκανος να δει, ανίκανος ν' αγαπήσει την ομορφιά, τη ζεστή πνευματικότητα, την ευγένεια, το πηγαίο, το βαθύ αίσθημα του ίδιου του λαού του, ο λαός αυτός, ο λαός της Αιγύπτου με τα όμορφα μάτια, με τα όμορφα χέρια, με τα όμορφα ονόματα,

Φαουζίγια: η επιθυμητή

Ναουάλ: αυτή που ζει τα όνειρά της

Αμίνα: η έμπιστη

Λέιλα: το ξεκίνημα της νύχτας

Ζέναμπ: δέντρο όμορφο, όλο άρωμα

Σαμίρα: εκείνη που γλεντάει όμορφα

Σούμα: σημάδι1, αυτή που ξεχωρίζει

Ναμπίλ: ο ευγενής2

Χιλάλ: αρχή του φεγγαριού

Χάτεμ: γενναιόδωρος

Μουστάφα: ο διαλεχτός

Ναΐμα: αρχόντισσα

Φατχίγια: εκείνη που ανοίγει τα πάντα

Ο λαός που εύκολα σ' αποκαλεί,

«Οχτι», «Αδελφή μου»

«Αχούγια» «Αδελφέ μου»

«Αλμπι», «Καρδιά μου»

«Ρόχι», «Ψυχή μου»

«Για άμαρ», «Φεγγάρι εσύ»

Ο λαός αυτός τότε είπε,

Μη! Φτάνει πια!

Χαίρομαι! Ναι! Χαίρομαι απέραντα!

Γιατί τόσο καιρό επέμενα με πάθος πως απ' όλα τα αξιοθέατα -πυραμίδες, Αρχαιολογικό Μουσείο Καΐρου, Βιβλιοθήκη στην Αλεξάνδρεια, ναοί κι αγάλματα σε Λούξορ και Ασουάν- το πιο σημαντικό είναι ο ίδιος ο λαός του τόπου, τα μάτια του, τα λόγια του, η ψυχή του.

Δεν ντρέπονται να κλάψουν, να γελάσουν, να χορέψουν και να τραγουδήσουν όποια σχεδόν στιγμή, να σιωπήσουν για ν' ακούσουν τι τους λέει η ψυχή τους - Παίρνουν την ψυχή τους, παίρνουν την Ψυχή, σοβαρά.

«Η Δύση βάζει σε κίνδυνο την ψυχή της ανθρωπότητας», επισημαίνει με ύφος σοβαρό, πολύ σοβαρό ο Ρίφα'ατ Σαλάμ. Δε μίλησε για Οικονομία, δε μίλησε για Περιβάλλον. Μίλησε για ψυχή. Αυτή κινδυνεύει. Κι αλίμονο αν τη χάσομε - Το ζει καθημερινά ο λαός μας. Εμείς. Εμείς οι Ελληνες.

Είχα την τύχη να γεννηθώ ανάμεσά τους. Ανάμεσα στον αιγυπτιακό λαό. Σαν τους περισσότερους από μας τους Ελληνες της Αιγύπτου, δοσμένη ολότελα στο όραμα της «Γαλάζιας μας πατρίδας», της Ελλάδας. Η ύπαρξη του λαού αυτού ήταν ένα σκηνικό. Ενα σκηνικό που πολύ λίγο άγγιξε τη σκέψη, τη ζωή μας.

Ωσπου φύγαμε. Ωσπου έπρεπε να φύγομε.

Θέλαν την πατρίδα τους δική τους.

Κι είχαν κάθε δικαίωμα.

Κι όταν φεύγαμε κλαίγανε, αυτοί που δεν είχαν ακουμπήσει οι ζωές μας.

Κι όταν φύγαμε κλάψαμε, μέσα βαθιά, χωρίς δάκρυα ίσως (εκείνοι με δάκρυα) αλλά μ' ένα τρόπο κι ένα πόνο που δεν περιμέναμε. Ομως η ψυχή, φαίνεται, φάνηκε, κατέγραφε. Για να θυμάται. Οταν το ανθρώπινο σκηνικό θα άλλαζε ξαφνικά κι εμείς θ' αναζητούσαμε εκείνο το άλλο το θαμπό που, τόσο απότομα, η έλλειψή του θα έκανε να ζωντανέψει. Τα ονόματα ζωντάνεψαν -Φάτμα, Αμίνα, Σαμίρα, Μουστάφα, Χιλάλ...- και δεν ήταν πια εκείνων που μας υπηρετούσαν αλλά του εαυτού τους.

Τότε. Το 1952 όταν ο πατριώτης Γκαμάλ Αμπντ ελ Νάσερ έδωσε την Αίγυπτο στον εαυτό της. Οπως τώρα το 2011, που ο λαός ο αιγυπτιακός ζήτησε πίσω την Αίγυπτο από κάποιο παιδί της που πρόδωσε και πλήγωσε και ταπείνωσε με τη φτώχεια και το φόβο, τον ίδιο το λαό του. Εναν τόσο ωραίο λαό.

«Ωραίος» είναι ένα επίθετο.

Δεν φτάνει.

Χρειάζεται το ουσιαστικό, η δύναμή του, η στιγμή η ζωντανή, αυτή που έζησες εσύ ο ίδιος, εσύ η ίδια.

Στιγμές που γράφτηκαν για να μείνουν.3

Για ν' ακουμπήσουν οι κουρασμένοι εαυτοί μας, οι κουρασμένοι άνθρωποι της χώρας μου και ν' ανασάνουν, να γαληνέψουν, να θυμηθούν, να γίνουν ανθρώπινοι. Ξανά.

Πάμε λοιπόν.

Ενας πολιτισμός ψυχής

«Σέιφ θα 'θελες να ζεις σ' ένα τέτοιο σπίτι;»

Δείχνω ένα άσπρο παλάτι. Μόλις έχει αναπαλαιωθεί, έγινε δημόσια βιβλιοθήκη. Ο Σέιφ είναι βαθύτατα καλλιτέχνης. Ζωγραφίζει συναρπαστικά, ξέρει πού να οδηγήσει το βλέμμα του να σταματήσει, σπουδάζει Ιστορία της Αρχιτεκτονικής.

«Ναι. Αλλά όταν σκέφτομαι τη φτώχεια! Τι σημαίνουν αυτά τα σπίτια...»

Σέιφ: «Κι εσύ;»

Η καρδιά μου κτυπάει.

«Κι εγώ, Σέιφ. Κι εγώ. Με σκοτώνει η ανάγκη της ομορφιάς, της ζωής της αισθητικής. Με σκοτώνει όμως κι ο πόνος ο ανθρώπινος. Χτες νύχτα, έξω από το "Ελληνικό Κέντρο", στη Σολιμάν Πάσα, είδα στα σκοτεινά δυο φιγούρες με ρούχα μακριά, που σα να 'χαν μόλις βγει απ' τη λάσπη, σα να 'ταν φτιαγμένες από λάσπη. Είδα τις πλάτες τους... Σα να τις ξέβρασε ξαφνικά το σκοτάδι, το πεζοδρόμιο... Η μια μεγάλη, ψηλή, η άλλη παιδιάστικη. Ηταν αδύνατο να κάνω πως δεν είδα. Αφησα την καλοντυμένη μου παρέα -είχε και γούνες- χωρίς εξήγηση, έτρεξα πίσω τους στα σκοτεινά, δεν ήξερα πώς να φωνάξω, νομίζω είπα "Μιτφαντιλίκουμ", "Παρακαλώ, σας παρακαλώ", και κείνες γύρισαν μ' ένα χαμόγελο, μ' ένα χαμόγελο Σέιφ, μέσα απ' τη λάσπη! Θα με τρελλάνει η Αίγυπτος με το χαμόγελό της. Εμείς εκεί στην Ελλάδα, το σταματάμε κι όταν υπάρχει λόγος...».

Εχομε σταματήσει και κοιτάμε τώρα το ποτάμι.

Ενας άνθρωπος με κελεμπία κάτω στην όχθη κάθεται ανακούρκουδα. Κοιτάει κι εκείνος ακίνητος το νερό.

«Ηταν μάνα και κόρη - Τους έδωσα κάτι και το χαμόγελο άπλωσε, άπλωσε, φώτισαν τα πρόσωπα, έγινε Αγάπη, Σέιφ, "Ραμπίνα Χαλίκι", "Ο Θεός να σ' έχει καλά".

Από καρδιά σε καρδιά, δεν υπήρχαν όρια, γίναμε το ένα που φτιάχνει η Αγάπη. Τόσο εύκολα, Σέιφ; Είναι δυνατόν;».

Μιλάει απλά:

«Αϊουα. Ναι».

Του μιλώ καθώς το νερό της νύχτας του Νείλου γυαλίζει μαγικά έτσι όπως πέφτουν πάνω τα φώτα της Μεγάλης Νύχτας του Καΐρου.

Του λέω,

για τον τυφλό γέρο στην Εμάντ ελ Ντιν που περνάει ανάμεσα στ' αυτοκίνητα με τη βοήθεια ενός νέου κι εγώ σταματώ και περιμένω να δω τι έκφραση θα έχουν μόλις φτάσουν απέναντι στο πεζοδρόμιο, κι όπως είχα μάθει πια να προσμένω, χαμογελούν. Και οι δύο,

για τη φελάχα με την κελεμπία έξω απ' το Goody's (στην καρδιά του Καΐρου το Goody's για το Θεό! Αυτός είναι κίνδυνος!) που της χαμογελώ μόλις αγγίζουν τα μάτια μας, κι εκείνη, που πουλάει «τίρμις»4 σε σακουλάκια σ' ένα μεγάλο ρηχό ψάθινο δίσκο πάνω στο κεφάλι, έρχεται προς το μέρος μου να μου πουλήσει και δε δέχεται τα χρήματα από τη Ναουάλ τη φίλη μου αλλά θέλει -τα ίδια αυτά χρήματα- να της τα δώσω εγώ γιατί ήμουν «η αγαπημένη της», «Χίγια ιλ χαμπίπτι»: «Εκείνη είναι η αγαπημένη μου». Επειδή της είχα χαμογελάσει,

για την κουρασμένη Φαουζίγια που είχε σφουγγαρίσει όλο τον όροφο κι είναι εκεί απ' το πρωί, κι έχει γείρει στον καναπέ του χολ του Hostel και κοιμάται και, περνώντας, της χαϊδεύω ελαφρά το μέτωπο κι εκείνη μισανοίγει τα μάτια, μου φιλάει την παλάμη, ψιθυρίζει «Αχέμπακ για Olympia», «Σ' αγαπάω Ολυμπία», και ξαναγέρνει,

για τον άνθρωπο που βγαίνει στη μία το πρωί στους δρόμους του Ζαμάλεκ να... πουλήσει λεμόνια κι όταν καθώς βγαίνω απ' το ταξί δεν περνώ αδιάφορη, ούτε κάνω κοινωνιολογικές παρατηρήσεις στον εαυτό μου αλλά αγοράζω τα λεμόνια του και μου λέει «Ξύπνησα ξαφνικά γιατί θυμήθηκα πως τα παιδιά μου δε θα 'χαν τίποτα αύριο να φάνε, ο Θεός να σ' έχει καλά». Και πως ακόμα θυμάμαι εκείνη τη φωνή στο άδειο Ζαμάλεκ στη μία το πρωί: «Λαμούουν... Λαμούουν...»

για τον άνθρωπο στο δρόμο του Νείλου στο Λούξορ που πουλάει «καρκαντέ» (ξεραμένα λουλούδια από ιβίσκους που έβραζαν κι έπιναν κι οι Φαραώ) σε σακουλάκια πάνω σ' ένα κάρο και που μου δίνει δύο παραπάνω απ' ό,τι έχω πληρώσει γιατί, όπως λέει: «Χάιδεψες το παιδί μου» - Το λεπτό εκείνο αγοράκι που έτρεξε να τον βρει μετά το σχολείο. «Ιμπνι»: «Ο γιος μου»,

για το σοβαρό, μεγάλο πυροσβέστη που φόρεσε μια μάσκα και μπήκε με το κίτρινο αδιάβροχο και τις μπότες, κρατώντας το σωλήνα με το νερό να τα βάλει με τη φωτιά εκείνο το πρωινό τού εφιάλτη που ξέσπασε στο Hostel πυρκαγιά, μη ξέροντας αν θα ξανάβγαινε κι όταν βγήκε μετά από ώρα ανασαίνοντας με δυσκολία και με το πρόσωπο ριγέ από τον ιδρώτα και τον καπνό, πήγα κι ακούμπησα το χέρι μου δειλά στην πλάτη του να τον ευχαριστήσω κι εκείνος σηκώθηκε απ' το σκαλί της Κόπτικης εκκλησίας, απέναντι, όπου είχε σωριαστεί, για να δεχτεί το «Ευχαριστώ» μου. Σηκώθηκε. Με το χέρι στην καρδιά. Πάντα ανασαίνοντας με δυσκολία,

για τον 11χρονο Ιμπραήμ με τα μελένια μαλλιά και μάτια στο φτωχό χωριό κοντά στην Κοιλάδα των Νεκρών που μου πουλάει μια μικρή πάνινη κούκλα και αντί μία λίρα του δίνω δύο, κι εκείνος έρχεται μαζί μου, ξυπόλυτος κι όμορφος με τη μακριά του παλιά αλλά καθαρή κελεμπία στον μακρύ ασφαλτοστρωμένο δρόμο, με έρημο δεξιά κι αριστερά, και μου λέει να ξαναπάω. Κι όποτε πηγαίνω, να ζητώ τον Ιμπραήμ τον «ζουγάιαρ», τον μικρό, γιατί έχει και μεγάλο. Και περπατάμε ώρα στην άδεια άσφαλτο και τώρα κρατιόμαστε απ' το χέρι γιατί έχομε γίνει πια φίλοι. Και ρωτώ, τι άλλο; Τι παραπάνω;

για κείνο το δειλινό στη Σαχάρα που καθώς κατεβαίνω απ' το ταλαιπωρημένο φορτηγάκι του Αμπντάλα που μ' έχει ξεναγήσει και τον έχω πληρώσει και τον έχω ευχαριστήσει, στέκομαι άφωνη σ' ένα κόκκινο - πορτοκαλί ηλιοβασίλεμα πιο πέρα απέναντι στην έρημο. «Αμπντάλα, λάζεμ αρούχ ινάκ»: «Πρέπει να πάω εκεί». Και ξαναμπαίνομε στο φορτηγό και πάμε «εκεί» και κατεβαίνομε και γονατίζω στην άμμο κι ο Αμπντάλα κάθεται λίγο πιο πίσω ανακούρκουδα κι αφήνω να με πάρει ολόκληρη το ηλιοβασίλεμα στην έκστασή του, κι όταν συνέρχομαι έχει περάσει ώρα πολλή, έχει βραδιάσει. Και ρωτώ πόσα οφείλω παραπάνω κι ο Αμπντάλα λέει «Αέμπ! Ντα μους σουγλ, ντα ντιν!» «Ντροπή! Αυτό δεν είναι δουλειά, αυτό είναι θρησκεία!» και

για 'κείνη την αυστηρή, μελαχρινή γυναίκα με τα κοντά γκρίζα σγουρά μαλλιά και τα γυαλιά, βοηθό ουσιαστικό στο Εργατικό Κίνημα της Αιγύπτου που με κοίταζε εχθρικά, σαν παρείσακτη. Σ' εκείνη τη συγκέντρωση γυναικών για μια πιθανή δημιουργία γυναικείου κόμματος. Ομως όταν κάποια στιγμή σηκώθηκα και διάβασα ένα ποίημά μου, μετά την πρόταση της Αμαλίας Νικολαΐδη5 που με είχε φέρει μαζί της,

Φοβάμαι τα διψασμένα δάχτυλα

Φοβάμαι τα μάτια που δεν απαντούν

Φοβάμαι τα παιδικά βλέμματα που ξέρουν

Φοβάμαι την καρδιά σας που ξεχνά

Φοβάμαι την καρδιά μου που θυμάται

Φοβάμαι τη σωτηρία του έρωτα

Φοβάμαι το λυγμό στο βαθύ μυστικό της νύχτας

Τη μεγάλη κραυγή που έπνιξα

Τη μεγάλη γαλήνη

Τη μεγάλη αγωνία

Το στραφτερό δρόμο που οδηγεί παντού

Τα βουβά καράβια του γυρισμού

Την ομορφιά που δεν παρηγορεί

Την ασχήμια που δεν ελπίζει

Τα χέρια του πατέρα μου σαν κόβουν το ψωμί

Τα μάτια της μητέρας όταν κοιτάζουν τη ζωή μου

Φοβάμαι

ήρθε, έσπρωξε μες στον κόσμο που είχε πια σηκωθεί και κουβέντιαζε, και κλαίγοντας, ναι κλαίγοντας, μου 'σφιξε τα χέρια και είπε:

«Olympia! This is more than Poetry, this is life!

Ι am with you. Ι am with you...»

«Ολυμπία! Αυτό είναι πιο πολύ από Ποίηση, αυτό είναι ζωή.

Είμαι μαζί σου, είμαι μαζί σου...»

Ο Σέιφ λέει ξανά, ήρεμος και σκεφτικός.

«Αϊουα»: «Ναι».

Ομως εγώ θέλω να μιλήσω. Να μιλήσω ακόμα.

Μαζεύτηκε πολλή ζωή. Εχω κι άλλα να πω.

Γι' αυτό το λαό.

Γι' ανθρώπους που η πλατιά μόρφωσή τους ή τα ταξίδια σ' άλλους τόπους, σ' άλλους πολιτισμούς, δεν τους χώρισαν απ' το λαό τους ούτε απ' την αλήθεια της ψυχής τους. Τους έφεραν πιο κοντά. Οπως

για τον Φαρούκ Σούσα, τη «γλυκειά φωνή» όπως τον φωνάζουν, τον «πρόεδρο της αιγυπτιακής ραδιοφωνίας», τον ωραίο ποιητή

ΙΧΝΗ6

«Κρύβεσαι

Γίνεσαι ένα

Με τα σιγανά βήματα της ψυχής

Κλαις μες στη βροχή,

Τρέφεσαι γλείφοντας τη σκιά

Τη στεγνή άμμο

Ρωτάς: πότε χάθηκε, πού;

Από τη θέση μου κοιτάζω την Ανατολή

Με το ένα μου χέρι ανοίγω το παράθυρο

Της μέρας

Με το άλλο βαστώ τον τοίχο

Της νύχτας...

Βήματα αντηχούν στην Αβυσσο

Η φωτιά τραγουδάει

Αυτή την αυγή δεν θα την προδώσει κανείς».

για τον θαυμάσιο άνθρωπο που μου εξήγησε τον εαυτό μου,

«Olympia, είσαι η χρυσή μας γέφυρα ανάμεσα στη Δύση και την Ανατολή. Η μόρφωσή σου είναι δυτική όμως γεννήθηκες και μεγάλωσες στην Αίγυπτο, η καρδιά σου ανήκει στην Ανατολή - «Ραμπίνα Ιουφάχεκ»: «Ο Θεός να σε κάνει ακόμα πιο χρήσιμη».

Και που όταν τον ρώτησα, έτσι ξαφνικά, «Φαρούκ Σούσα, τι είναι ποίηση;» γίνεται αυστηρός, παύει να χαμογελά κι απαντάει θυμωμένος:

«Ποτέ δε ρώτησα τον εαυτό μου. Γιατί να τον ρωτήσω; Γράφω ποίηση. Διαβάζω ποίηση. Δεν αγαπώ τους ορισμούς. Γιατί οι ορισμοί, κάνουν την Ποίηση ένα κομμάτι μέταλλο. Χωρίς ζωή. Χωρίς πνεύμα». - Οταν όμως ρώτησα «Το πλησίασμα Ελλάδας - Αιγύπτου πώς το βλέπετε;»

Ανοίγει. Χαμογελάει.

«Ενα μεγάλο, ζεστό πλάτεμα».

Σ' εκείνη τη συνέντευξη στο Κάιρο, στο επιβλητικό, επίσημο γραφείο πάνω απ' το Νείλο, με κόσμο πολύ να περιμένει έξω και κάτω τρία πατώματα δύο ώρες και πιο πολύ θυμάμαι, υπομονετικά - «Χρήσιμη», «Ο Θεός να σε κάνει ακόμα πιο χρήσιμη», είχε πει. Η λέξη που η έλλειψή της απαντάει σε πολλά ερωτηματικά. Η λέξη-κλειδί.

Η λέξη που ταυτίζεται απόλυτα μ' ένα άλλο όνομα, μια άλλη ζωή. Το όνομα και τη ζωή της Ναουάλ Χάσαν, της μεγάλης φίλης μιας ολόκληρης ζωής, από τότε. Μαζί στο πανεπιστήμιο στο αμερικάνικο στο Κάιρο, ώς τώρα, 55 χρόνια μετά. Η Ναουάλ. Η κόρη του Μοχάμεντ Χάσαν Πάσα. Του πρέσβη. Η Ναουάλ που αρνήθηκε τη θέση της στα Ηνωμένα Εθνη για να επιστρέψει να υπηρετήσει την πατρίδα της. Το 1960 στον πόλεμο. Στον πόλεμο της Διώρυγας. «Θα ήταν σα να εγκατέλειπα μια μάνα που με χρειαζόταν» μου είχε πει. Κι από τότε δε σταματάει να βοηθάει. Μια έμπρακτη συμπόνια. Ενας αληθινός πατριωτισμός. Οπως όταν φρόντισε να στείλουν να φυτέψουν χουρμαδιές στην άδεια, νεκρή γη όπου είχαν πετάξει τους Νούβιους τότε με το φράγμα του Ασουάν. Κι ήταν ευτυχισμένοι πριν. Ζούσαν απ' τη χουρμαδιά! Ζούσαν απ' το Νείλο!

Μια μνήμη! Πλάι στο Νείλο τρώμε ήσυχα. Η Ναουάλ κι εγώ.

Λέω: «Ναουάλ, νιώθω πως έχω δώσει τόσα πολλά, τριάντα πέντε χρόνια δασκάλα, τα βιβλία μου, το θέατρο, τον αγώνα για τα παλιά σπίτια, που θέλω πια να χαρώ ό,τι έχει ακόμα να μου προσφέρει η ζωή».

Κι η Ναουάλ, απλή, σοβαρή:

«Κι εγώ, νιώθω πως η ζωή μου 'δωσε τόσα πολλά -ευτυχισμένα παιδικά χρόνια, ταξίδια, βιβλία, φιλίες, σπουδές- που θέλω να το ανταποδώσω βοηθώντας όσο μπορώ».

Αυτός, ο λαός που έζησα!

Υπάρχει και το σκοτάδι. Σίγουρα.

Το έζησε 30 ολόκληρα χρόνια.

Τη χειρότερη μορφή του.

Και το νίκησε.

Με το φως που κράτησε ζωντανό.

Το δικό του φως. *

1. Ελληνική ρίζα: «Σήμα».

2. Γαλλική ρίζα: «Noble».

3. Αναφορά στο βιβλίο της Ολυμπίας Καράγιωργα «Αίγυπτος πατρίδα της καρδιάς μου», εκδόσεις Φιλιππότης, 2001.

4. Τίρμις: «θέρμοι», τους αναφέρει κι ο Λουκιανός, ο Ερμής ζητάει από το νεκρό για να τον μεταφέρει στον Αδη «θέρμους».

5. Ιδιαιτέρα του Σεφέρη στο Κάιρο - Σημαντική Αιγυπτιώτισσα.

6. Μετάφραση Κωστή Μοσκώφ. Απόσπασμα.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία
Αίγυπτος
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Η κυρία Μερτζάνη
Οδηγός επιβίωσης μετά τον χωρισμό
...ποτέ χωρίς πόνο
Η Ευρώπη, οι διεθνείς σχέσεις, το δημογραφικό, η προσφυγιά και το λαϊκό σινεμά
Με το διαρκές εργαλείο της φυγής
Το έτερον ίχνος του Λόγου
Αναφορά στην ποίηση
Το μεθυσμένο πέρασμα του Μπέντζαμιν από την Μασσαλία
Συνέντευξη
Ραντεβού με τον «Ελευθερουδάκη» στο 11 της Πανεπιστημίου
Αίγυπτος
Αίγυπτος - Ενας ωραίος λαός
Αντί προλόγοι στο θέμα
Ανοιχτή επιστολή* στο φίλο μου τον Γκότφριντ Βίλχελμ
Λογοτεχνία
150 χρόνια από τη γέννησή της
Η τρίτη ανάγνωση
Ο εξάδελφος Πονς
Από τις 4:00 στις 6:00
Η επιστροφή του Οδυσσέα
Το «κακό παιδί» των Rolling Stones
Άλλες ειδήσεις
Η επισκέπτρια