Έντυπη Έκδοση

Η επισκέπτρια

Η Βαλμίρα παντρεύτηκε δυο φορές και χώρισε και τις δυο, γιατί κάνει για δέκα άντρες. Με τον πρώτο, τον Αλβανό, έκανε τρία παιδιά, δυο αγόρια δίδυμα κι ένα κορίτσι, τον δεύτερο, τον Ελληνα, τον έστειλε στη μάνα του πριν ξεραθεί το στεφάνι. Η κόρη είναι παντρεμένη στην Αλβανία, πάει και τη βλέπει συχνά.

Η Βαλμίρα καθαρίζει σπίτια, τα τρίβει λες και τα μισεί. Οταν κάνει διάλειμμα, και μύτες να πέφτουν, βγαίνει στο μπαλκόνι να καπνίσει. Εχει μια κακή συνήθεια, αμολάει και τα σκουπίδια από κει. Πάντως, ό,τι δεν χρειάζονται τα αφεντικά δεν το πετάει. Ετσι επίπλωσε το σπίτι της. Η αισθητική του μου θύμισε κάτι κούρσες πολυτελείας με μινιατούρες αιλουροειδών στο πίσω τζάμι που κουνάνε ασταμάτητα τα κεφάλια τους ανάμεσα σε πλεχτά εμπριμέ μαξιλαράκια. Η ετερογένεια των επίπλων σβήνει μέσα στη χρωματική πανδαισία των υφασμάτων τους. Το είδαμε ένα απόγευμα όταν γυρνούσαμε απ' τη βόλτα μας. Αυτή άπλωνε τα ρούχα της στο πεζοδρόμιο, αφού το διαμέρισμά της είναι ισόγειο. «Ντεν ήρθα γιατί ανέβηκε του ζάκαρο διουκόσαδεκαέξι!» έκανε. Είχα ακούσει το ασθενοφόρο, δεν ήταν η πρώτη φορά, όταν πάλι πριν από καιρό την παίρνανε έμοιαζε να 'ναι σε πλήρη σύγχυση, κοιτούσε ολόγυρα ταραγμένη σαν να μην αναγνώριζε κανέναν και τίποτα, λες κι έβλεπε στα ζωντανά εικόνες απ' τον άλλο κόσμο.

«Ελάτε!...» μας λέει εκείνο το απόγευμα και μας προετοιμάζει για το τι θα δούμε, λέγοντας για ένα πουλί που έρχεται καθημερινά, θρονιάζεται στο καθιστικό της κι αυτή το ταΐζει. Κι είδαμε μια περιστέρα, που σαν τυπική επισκέπτις, καθημερινή, παχιά παχιά, κούρνιαζε στο κεφαλάρι του καναπέ. Εμοιαζε, όμως, σαν να τη μάλωσε κανείς και το ψωμί που της είχε βάλει σ' ένα πιατάκι έμενε απείραχτο. Το 'να της φτερό κρεμόταν στο πλευρό σαν ξένο. Η Βαλμίρα έκανε σαν να μην έβλεπε πως ήταν άρρωστη ή σαν να μην ήθελε να το δεχτεί. Η γυναίκα μού είπε πως ίσως να 'μπαινε εκεί για να γεννήσει. Πώς κοιτούσε όμως το πουλί, σαν βαρύ σεκλέτι να 'χε (μου θύμισε τη γιαγιά μου όταν πήρε τον στερνό δρόμο της), και πότε-πότε έμοιαζε σαν ν' αναστέναζε. Κι η Βαλμίρα όλο την παίνευε, και πώς την κοίταζε, πώς την καμάρωνε, σαν για να την ψυχώσει! Κι ήταν τόση η θαλπωρή εκεί μέσα που δεν μας έκανε καρδιά να φύγουμε, ο ήλιος έδυε κι οι τελευταίες αχτίδες του έπεφταν λίγο πάνω απ' το κεφάλι του πουλιού, έμοιαζαν σαν δέσμες του σινεμά που πρόβαλλαν πάνω στον τοίχο δυο πρόσωπα, δυο πρόσωπα που 'λεγες πως κοιτώντας τη Βαλμίρα χαμογέλαγαν, ήταν τα δίδυμα, μέσα απ' την κορνίζα τους, που τα κατάπιανε μια νύχτα τα κυματάκια της Αδριατικής στη μεγάλη έξοδο του '91.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Η κυρία Μερτζάνη
Οδηγός επιβίωσης μετά τον χωρισμό
...ποτέ χωρίς πόνο
Η Ευρώπη, οι διεθνείς σχέσεις, το δημογραφικό, η προσφυγιά και το λαϊκό σινεμά
Με το διαρκές εργαλείο της φυγής
Το έτερον ίχνος του Λόγου
Αναφορά στην ποίηση
Το μεθυσμένο πέρασμα του Μπέντζαμιν από την Μασσαλία
Συνέντευξη
Ραντεβού με τον «Ελευθερουδάκη» στο 11 της Πανεπιστημίου
Αίγυπτος
Αίγυπτος - Ενας ωραίος λαός
Αντί προλόγοι στο θέμα
Ανοιχτή επιστολή* στο φίλο μου τον Γκότφριντ Βίλχελμ
Λογοτεχνία
150 χρόνια από τη γέννησή της
Η τρίτη ανάγνωση
Ο εξάδελφος Πονς
Από τις 4:00 στις 6:00
Η επιστροφή του Οδυσσέα
Το «κακό παιδί» των Rolling Stones
Άλλες ειδήσεις
Η επισκέπτρια