Έντυπη Έκδοση

Οικονομία

Αναλύσεις

  • Ξεχνάμε γρήγορα και χάνουμε πολλά

    Τόσο στην πολιτική όσο και στην οικονομική ζωή οι άνθρωποι εμφανίζουν μια έντονη τάση να δίνουν μεγαλύτερη σημασία στα πρόσφατα γεγονότα και μικρότερη βαρύτητα σε αντίστοιχα παλαιότερα, ακόμα και αν τα τελευταία ήταν πολύ σημαντικά.

    Παρόμοια συμπεριφορά παρατηρείται όταν οι επενδυτές καλούνται να λάβουν επενδυτικές αποφάσεις. Αυτό το γνωστικό σφάλμα καλείται στη διεθνή αρθρογραφία "Recency Bias" και ορίζεται ως η γνωστική προδιάθεση που οδηγεί σε καταφανή ανάκληση και έμφαση στα πιο πρόσφατα γεγονότα και παρατηρήσεις σε σχέση με αυτά που συνέβησαν στο πρόσφατο ή και μακρινό παρελθόν.

    Οι ψυχολόγοι χρησιμοποιούν ένα παράδειγμα για τη μελέτη της ανθρώπινης μνήμης, που αποκαλείται ελεύθερη ανάκληση (free recall). Σε ένα τέτοιο πείραμα δίνεται μια λίστα από λέξεις που πρέπει να ανακληθούν στη μνήμη. Αποκαλείται ελεύθερη ανάκληση, καθώς οι λέξεις μπορούν να ανακληθούν με οποιαδήποτε σειρά. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα αυτού του πειράματος, οι λέξεις που ανακαλούνται είναι κυρίως αυτές που παρουσιάσθηκαν πρώτες (primacy effect) ή τελευταίες (recency effect).

    Μία από τις πιο προφανείς εκφάνσεις του recency bias είναι η λανθασμένη ερμηνεία και χρήση των παρελθουσών επιδόσεων των διαχειριστών χαρτοφυλακίων και αμοιβαίων κεφαλαίων. Οι επενδυτές τείνουν να εντοπίζουν τους διαχειριστές που επέτυχαν υπερβολικά υψηλές αποδόσεις για ένα ή δύο χρόνια και παίρνουν αποφάσεις βασισμένοι αποκλειστικά σε αυτήν την πρόσφατη πληροφόρηση. Δυστυχώς, οι επενδυτές δεν λαμβάνουν υπ' όψιν την κυκλική πορεία των αποδόσεων και θεωρούν τα α/κ που επέτυχαν εντυπωσιακές αποδόσεις στο πρόσφατο παρελθόν ιδιαίτερα ελκυστικά.

    Συνεπώς, το recency bias οδηγεί σε συμπεράσματα που βασίζονται σε περιορισμένο αριθμό παρατηρήσεων, με αποτέλεσμα να μην εξασφαλίζεται η εγκυρότητά τους. Οι επενδυτές που βασίζουν τις προβλέψεις τους για το μέλλον στις πρόσφατες επιτευχθείσες αποδόσεις τείνουν να επενδύουν όταν η αγορά βρίσκεται ήδη στα υψηλά της και τελικά σημειώνουν σημαντικές απώλειες. Η ανάλυση των εναλλακτικών επιλογών, όμως, απαιτεί τη μελέτη μεγάλου δείγματος παρατηρήσεων έτσι ώστε να προσδιορισθούν με σχετική ακρίβεια οι πιθανότητες επίτευξης υψηλών ή χαμηλών αποδόσεων.

    Επιπλέον, η προσκόλληση στα πρόσφατα δεδομένα οδηγεί τους επενδυτές στο να παραβλέψουν τα θεμελιώδη στοιχεία και την πραγματική αξία μιας μετοχής, καθώς επικεντρώνονται στις βραχυπρόθεσμες τάσεις της αγοράς. Οταν ο χρηματιστηριακός κύκλος βρίσκεται στην κορυφή του, τότε η αγορά φαίνεται πιο ελκυστική και οι επενδυτές κινδυνεύουν να επενδύσουν σε υπερτιμημένα αξιόγραφα αναλαμβάνοντας υψηλούς κινδύνους, καθώς γνωρίζουμε ότι η αγορά έχει την τάση να αναστρέφεται και να επιστρέφει στον μέσο όρο των αποδόσεών της. Το πιο επικίνδυνο για τους επενδυτές είναι να θεωρήσουν ότι «αυτή τη φορά θα είναι διαφορετικά».

    Ποτέ όμως δεν είναι! Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της περιόδου 1995-1999. Πολλοί επενδυτές θεώρησαν ότι θα συνεχιστούν τα εντυπωσιακά κέρδη των αγορών για πάντα, παραβλέποντας το γεγονός ότι μετά την άνοδο έρχεται η πτώση, με αποτέλεσμα όπως η φούσκα της νέας τεχνολογίας να σκάσει εντυπωσιακά!

    Το φαινόμενο αυτό παρατηρήθηκε πρόσφατα και στις ανατολικές χώρες, με πιο εντυπωσιακό το πρόσφατο παράδειγμα της Κίνας το 2008.

    Την ίδια συμπεριφορά έχουν οι επενδυτές κατά τη διάρκεια έντονων πτωτικών τάσεων. Επηρεασμένοι από τα πρόσφατα αρνητικά γεγονότα, θεωρούν λανθασμένα ότι αυτή η τάση θα συνεχιστεί εντονότερα. Αυτή η βραχυπρόθεσμη μυωπική αντίδραση των μικροεπενδυτών δίνει τις ευκαιρίες στο «έξυπνο χρήμα» για την πραγματοποίηση βραχυπρόθεσμων υπερκανονικών κερδών.

    Η πρόσφατη ανοδική αντίδραση της εγχώριας χρηματιστηριακής αγοράς, όταν μία σημαντική μερίδα αναλυτών προέβλεπε τον Γενικό Δείκτη στις 900 μονάδες, αλλά και των αντίστοιχων διεθνών πολύ χαμηλότερα, είναι διδακτική για τη μελλοντική τους αξιοπιστία...

  • Ελλειμμα ζήτησης και σοβαρότητας στην Ε.Ε.

    Ποια είναι τα αποτελέσματα της πτώσης του πλούτου των αμερικανικών νοικοκυριών κατά 13 τρισ. δολάρια από την έναρξη της κρίσης; Συντηρητικοί κύκλοι τονίζουν ότι η προσπάθεια της αμερικανικής κυβέρνησης να «μεταφέρει» μέρος του ιδιωτικού χρέους στα... δημόσια ταμεία αποτελεί ωρολογιακή βόμβα για την οικονομία την επόμενη, δεύτερη περίοδο μετά την κρίση.

    Ομοίως, στην Ευρώπη, παρά τις διακριτές διαφορές στα αίτια και στη φύση της κρίσης, η επιμονή στη διατήρηση του Συμφώνου Σταθερότητας.

    Τα πράγματα όμως δεν είναι τόσο απλά. Η κατακόρυφη πτώση του πλούτου των νοικοκυριών στην Αμερική έχει μερικές άμεσες επιπτώσεις. Πρώτον, η κατανάλωση των νοικοκυριών περιορίζεται και η αποταμίευση αυξάνει. Πράγματι, η ζήτηση έχει υποχωρήσει περίπου 700 δισ. δολάρια και η αποταμίευση, από το 0 που ήταν, προσεγγίζει ήδη το +4%.

    Η ζήτηση που έχει χαθεί συρρικνώνει το ΑΕΠ, κλείνει παραγωγικές διαδικασίες, αυξάνει κατακόρυφα την ανεργία, μειώνει περαιτέρω τα εισοδήματα. Επίσης, η καταφυγή στην αποταμίευση, έχει τα ίδια αποτελέσματα, καθώς σημαίνει καταναλωτική αποχή! Επομένως, η κυβέρνηση, στις περιπτώσεις αυτές, ορθά νομίζω, επεμβαίνει για να βάλει ένα μαξιλάρι στην πτώση. Το δημοσιονομικό πακέτο όμως καλύπτει περίπου τα μισά από τα «αναγκαία» ποσά, 350 από τα 700 δισ. δολάρια

    Δεύτερον, η κατακόρυφη μείωση του πλούτου αυξάνει το χρέος αρχικώς αυτομάτως ως ποσοστό των περιουσιακών στοιχείων. Η δε μερική έστω κάλυψη/στήριξη από την κυβέρνηση των «ιδιωτικών ανοιγμάτων» αυξάνει με τον ίδιο τρόπο και παραπέρα, τα κρατικά ελλείμματα. Ομως είναι αυτός λόγος για να «παταχθούν» τα ελλείμματα αυτά; Οχι φυσικά.

    Σήμερα η ανησυχία είναι ότι η χρηματοδότηση αυτή μπορεί να προκαλέσει πληθωρισμό, κι ενώ η ρευστότητα σήμερα είναι βασιλιάς («cash is king»), αύριο μπορεί να είναι σκουπίδια («cash is trash»). Η ανησυχία δεν έχει βάση μόνο στην επεκτατική δημοσιονομική πολιτική. Εδράζεται και στις ανάλογες, επεκτατικές κινήσεις της Αμερικανικής Κεντρικής Τράπεζας, που, όπως υποστηρίζεται από πολλούς, δημιουργούν τις προϋποθέσεις για μελλοντική αύξηση του πληθωρισμού και των επιτοκίων. Γεγονός που στο τέλος μπορεί να αποτελέσει και κρίσιμο ανάχωμα στην ανάπτυξη της οικονομίας, η οποία αν είναι να ανακάμψει σοβαρά, χρειάζεται αντιθέτως χαμηλά επιτόκια! Είναι ακριβώς έτσι;

    Μάλλον όχι, ή έστω εξαρτάται. Λόγω της σοβαρής κρίσης του χρηματοπιστωτικού συστήματος, ο δανεισμός του ιδιωτικού τομέα έχει παγώσει. Ομως, το πιο σημαντικό είναι, και πρέπει να γίνει κατανοητό αυτό, ότι αν και το χρήμα έχει γίνει πια φτηνό, κανείς δεν θέλει να ρισκάρει να επενδύσει, καθώς όλοι βλέπουν μπροστά τους μια περίοδο με αδύναμη ζήτηση. Τώρα, εάν θέλοντας να ενισχύσεις τη ζήτηση μειώνεις τους φόρους, τα νοικοκυριά (λόγω αβεβαιότητας και χρέους) θα ενισχύσουν περαιτέρω την αποταμίευση, και λιγότερο την κατανάλωση. Αρα, αυτός που μπορεί να ξοδέψει στα σίγουρα για να «κρατήσει» την κατάσταση, είναι η κυβέρνηση.

    Τώρα, θα μου πείτε τα επιχειρήματα των συντηρητικών ότι η κυβέρνηση ποτέ δεν μπορεί να κάνει σωστή χρήση, ορθή επένδυση των χρημάτων. Ομως το ζήτημα είναι μακροοικονομικό αυτή τη στιγμή, ενώ οι πραγματικά αποδοτικοί τομείς μιας επένδυσης δεν είναι δα και τόσο δύσκολο να εντοπιστούν (κάθε είδους σκληρές και μαλακές υποδομές).

    Ομως, κι εδώ ο δρόμος δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα. Ολα εξαρτώνται από την ορθή τοποθέτηση των κυβερνητικών επενδύσεων, με την έννοια του υψηλού πολλαπλασιαστικού αποτελέσματος. Οι επενδύσεις σε «γέφυρες που οδηγούν στο πουθενά», ή οι «τρύπες στο δρόμο», δεν εξυπηρετούν την υπόθεση της ανάκαμψης.

    Τα εισοδήματα που «δημιουργούνται» από μια λελογισμένη αύξηση των «ενδεδειγμένων» δημοσίων επενδύσεων είναι πολλαπλάσια, καθώς οι πρώτοι που λαμβάνουν εισόδημα από την κυβερνητική ένεση ξοδεύουν σε αγαθά και υπηρεσίες άλλων, κι εκείνοι σε άλλους, κ.ο.κ. Ετσι αυξάνει η ζήτηση και προσεγγίζει την προσφορά.

    Ομως, όσο λιγότερο αποταμιεύουμε, τόσο υψηλότερη είναι η «πυραμίδα» των θετικών επιδράσεων, τόσο υψηλότερος είναι ο πολλαπλασιαστής που γεννά διαθέσιμο εισόδημα. Γι' αυτό είναι κρίσιμο τα λεφτά να επενδύονται κεντρικά, κυβερνητικά, και κυρίως να δημιουργούν όσο το δυνατόν ισχυρότερες, μακρύτερες εισοδηματικές επιδράσεις. Εάν συμβεί αυτό, τότε δεν υπάρχει και λόγος ανησυχίας υπερβολικού πληθωρισμού. Η... κυβερνητική μόχλευση βρίσκει αντιστοιχία σε ένα νέο, υψηλότερο επίπεδο παραγωγής και εισοδήματος. Ετσι μπορεί και το ιδιωτικό χρέος ως ποσοστό του (υψηλότερου τώρα) εισοδήματος να πέσει, αλλά και το κυβερνητικό έλλειμμα και χρέος να αποκλιμακωθεί στη δεύτερη, μελλοντική, περίοδο αφού η φορολογική βάση της οικονομίας θα έχει αυξηθεί (αυτόματος σταθεροποιητής), απομακρύνοντας και το ενδεχόμενο αύξησης των επιτοκίων.

    Τότε και η ευρωζώνη πρέπει να κάνει το ίδιο; Συνολικά ναι, αλλά πώς να γίνει αυτό όταν δεν υπάρχει ευρωπαϊκό υπουργείο Οικονομίας; Αν συνεχιστεί αυτή η αδράνεια ή έστω η ασυμμετρία στην αντίδραση που υπάρχει, και με δεδομένη την απαράδεκτη συντηρητικότητα της ΕΚΤ, η βαθιά ύφεση, η μάλλον βαθύτερη ύφεση στην Ε.Ε. θα γίνεται ακόμη βαθύτερη και η ανεργία ακόμη υψηλότερη.

    Το ζήτημα είναι ότι ενώ στην Αμερική έχει σημειωθεί ταχύτατα μια αλλαγή στην οπτική και στις λύσεις/πολιτικές του προβλήματος που υπάρχει, στην Ε.Ε. δεν υπάρχει καν συζήτηση, ενώ περισσεύει ο δογματισμός, οι αγκυλώσεις, και ένα απαράδεκτο επιχείρημα που λέει ότι η δημοσιονομική ισορροπία είναι αρετή επειδή... το κράτος είναι σπάταλο, η κοινωνική πολιτική αναποτελεσματική και οι πολιτικοί διεφθαρμένοι. Μα αυτό είναι άλλης τάξης θέμα, και είναι απαράδεκτο να χρησιμοποιείται, σε τέτοιες κρίσιμες ώρες, ως δικαιολογία.

    Μην απορείτε λοιπόν είτε για τα υψηλά ποσοστά αποχής ή για την αύξηση της ευρωσκεπτικιστικής ψήφου. Εχει υλική, οικονομική βάση.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Οικονομία
Άλλα θέματα στην κατηγορία Οικονομία της έντυπης έκδοσης
Κτηματαγορά
Η ανάκαμψη αργεί, αλλά οι τιμές στα ύψη
Η Βουλή έκλεισε και έμειναν οι εκκρεμότητες
Για εξόφληση οφειλών τα νέα στεγαστικά
Πιο ακριβό το ένσημο από το μεροκάματο
Κυβερνητικά μέτρα για μείωση του ελλείμματος
Τι ελπίζει η κυβέρνηση, τι φοβάται η Κομισιόν
Δημοσιονομικά στοιχεία
Οι εισαγωγές κρύβουν την ύφεση
Στοιχεία Κομισιόν
Πληγές, χρέη-ανεργία
Δανεισμός Δημοσίου
Κόστισαν ακριβά οι χειρισμοί τους
Συνέντευξη: Δρ. Μάρτιν Φέλσταϊν
«Μην αυξήσετε τους φόρους»
Αγορές εμπορευμάτων
Στήνεται νέα φούσκα
Αερομεταφορές
Νέα τάξη πραγμάτων και στους ελληνικούς αιθέρες
Ακρίβεια
Ακαμψία και μεσάζοντες πνίγουν το λιανεμπόριο
Ανανέωσιμες Πηγές Ενέργειας
Στα χαρτιά έχει μείνει η πράσινη ανάπτυξη
Αποτελέσματα α' τριμήνου 2009
Ευνοημένοι οι ισχυροί, δοκιμάζονται οι μικροί
Αυτοκινητοβιομηχανία
Φιλί της ζωής για την Opel
G.Μ.: Ο δρόμος μετά την πτώχευση
Ξεκίνησε αδέκαρος, έγινε μεγιστάνας
Διεθνείς Αγορές
Διχασμένοι οι αναλυτές
Παραμένει η αβεβαιότητα για το μέλλον
Επιδοτήσεις
Ψαρεύουν ψήφους στο παρά πέντε
Ποια προγράμματα χρηματοδότησης «τρέχουν»
Επιχειρήσεις
Συνταγή επιτυχίας στο χώρο της τεχνολογίας
Επιχειρηματικά "ανοίγματα"
Ψάχνουν διαμάντια στη λάσπη
Κυνηγά ευκαιρίες ο ΟΠΑΠ
Ευρωπαϊκή Ένωση
Αποπληθωρισμός εν όψει
Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα
Χρησμοί Τρισέ για αύξηση των επιτοκίων
Καύσιμα
Μάχη ΕΛΛ.ΠΕ. και Motor Oil για τη Shell
Οδηγός καταθέσεων
Γκρίνια σε ώτα μη ακουόντων
Η ρευστότητα των τραπεζών βλάπτει τους πελάτες
Οικονομική κρίση και ευρωεκλογές
Οι ευρωκάλπες στη σκιά των προβλημάτων
Τα κράτη και τα μέτρα
Χρονοβόρες διαδικασίες για τους αδύνατους, μέτρα εξπρές για τους τραπεζίτες
Πώς αντέδρασε η Ε.Ε.
Ρουμανία
Σανίδα σωτηρίας το χρήμα του ΔΝΤ
Τεχνολογία
Τα κοπέλια του mobile marketing
Τηλεπικοινωνίες
Οξύνεται η σύγκρουση ΟΤΕ-παρόχων
Νέο σκηνικό
Χρηματιστήριο Αθηνών
Διάθεση για ρίσκο στις αγορές
Άλλες ειδήσεις
Με άγριες διαθέσεις το νέο αφεντικό της Shell
Σύντομα