Έντυπη Έκδοση

Πολιτική

Η άποψή μου

  • Η δεύτερη αιγυπτιακή «επανάσταση»

    Οταν η Υπερεθνική Ελίτ κατάλαβε ότι η δυναμική του κινήματος κατά του Μόρσι ήταν τέτοια που θα μπορούσε να θέσει αιτήματα πολύ πιο ριζοσπαστικά, οργάνωσε μέσω του στρατού ένα νέο, «μαλακό» πραξικόπημα Οπως έγραφα πριν από ένα μήνα από τη στήλη αυτή, το σχέδιο της Υπερεθνικής Ελίτ (Υ/Ε) για την πλήρη ενσωμάτωση της Μέσης Ανατολής στη Νέα Διεθνή Τάξη (ΝΔΤ) της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης και κάποιας μορφής αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας» παίρνει διαφορετικές μορφές υλοποίησης, ανάλογα με το εάν το υπάρχον καθεστώς είναι πελατειακό ή μη πελατειακό.

    Στην πρώτη περίπτωση, που ανήκουν η Αίγυπτος και η Τυνησία, δεδομένου ότι τα υπάρχοντα καθεστώτα συντηρούνταν μόνο με την ωμή φυσική βία, αρκούσε μια σπίθα (που φρόντιζε να τη δίνει η ίδια η Υ/Ε μέσα από τη «νεολαία του Facebook», τις Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις κ.λπ.), ώστε να εκραγούν τα έτοιμα ηφαίστεια. Με την αποφασιστική, βέβαια, βοήθεια των ΜΜΕ που ελέγχει η ίδια ελίτ, τόσο των αραβικών (Al Jazeera, Al Arabiya) όσο και των διεθνών (CNN, BBC κ.λπ.), τα οποία με 24ωρα ραπόρτα από την πλατεία Ταχρίρ ανατροφοδοτούσαν την εξέγερση, ενθαρρύνοντας τα λαϊκά στρώματα να κατεβούν στους δρόμους.

    Το τι επακολούθησε ήταν προδιαγεγραμμένο, με δεδομένο ότι οι συμμετέχοντες στην πρώτη «επανάσταση» ήταν ένα ετερόκλιτο «πλήθος», που αποτελούνταν από τα συνθλιβόμενα κάτω από τη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση και την αστυνομική βία του καθεστώτος Μουμπάρακ λαϊκά στρώματα, μέχρι τα πιο πολιτικά συνειδητοποιημένα (ριζοσπάστες σοσιαλιστές, νασερικοί κ.λπ.) και από τη μεσαία τάξη και τα αστικά στρώματα που εξέφραζαν οι ΜΚΟ και η «νεολαία του Facebook», μέχρι την εργατική τάξη και τους ισλαμιστές.

    Το μοναδικό κοινό αίτημα όλων αυτών ήταν «να φύγει ο Μουμπάρακ», γεγονός που έκανε εύκολη τη χειραγώγηση της «επανάστασης» από τις ντόπιες και την υπερεθνική ελίτ. Με δεδομένη την οικονομική εξάρτηση του αιγυπτιακού στρατού από την αμερικανική ελίτ, η οποία ουσιαστικά τον συντηρεί με βοήθεια 1,3 δισ. δολ. το χρόνο (πέρα από την εξάρτησή του σε οπλικά συστήματα, εκπαίδευση κ.λπ.), αρκούσε η άρση της υποστήριξής της προς το πελατειακό καθεστώς του Μουμπάρακ -πράγμα που έγινε, μέσω του αιγυπτιακού στρατού, με ένα «μαλακό» πραξικόπημα- για την εκπαραθύρωση του Μουμπάρακ.

    Ηδιάδοχη κατάσταση είχε βέβαια ήδη προετοιμαστεί από καιρό από την Υ/Ε (βλ. Τ.F., The New World Order in the Middle East: Integration into Neoliberal Globalization through «Democratization» and Armed Insurrection - υπό έκδοση), η οποία ήξερε από τα αποτελέσματα προηγούμενων εκλογών ότι η Μουσουλμανική Αδελφότητα (ΜΑ) θα κατακτούσε εύκολα την εξουσία. Σε αυτό θα βοηθούσε αποφασιστικά, πρώτον, η βαθιά διείσδυση της οργάνωσης με τα 600.000 μέλη στα φτωχά (αγροτικά και βασικά αγράμματα) στρώματα και σε τμήματα των αστικών λαϊκών στρωμάτων, μέσω του εκτεταμένου κοινωνικού δικτύου της και, δεύτερον, η διασπορά των υπόλοιπων αντικαθεστωτικών δυνάμεων.

    Ομως, η ΜΑ δεν είναι παρά ένα συντηρητικό ισλαμικό κίνημα, το οποίο είχαν ουσιαστικά δημιουργήσει οι Βρετανοί αποικιοκράτες στην Αίγυπτο, τη δεκαετία του 1920, για να χτυπήσουν τα ανερχόμενα σοσιαλιστικά και εθνικοαπελευθερωτικά αραβικά κινήματα.

    Χαρακτηριστικά δείγματα της σχετικής «δράσης» του ήταν η απόπειρα δολοφονίας του ηγέτη του εθνικοαπελευθερωτικού αραβικού κινήματος, του Νάσερ, καθώς και οι σφαγές Σύρων στρατιωτών και πολιτών, υποστηρικτών του Μπααθικού εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος στη Συρία, τόσο παλαιότερα όσο και σήμερα.

    Η Υ/Ε, ξέροντας αυτή την επιρροή της ΜΑ, προφανώς αποφάσισε να τη στηρίξει μεσο-βραχυπρόθεσμα, σε ένα είδος ισλαμικού «εκδημοκρατισμού». Μακροπρόθεσμα, ο στόχος ήταν να εξαναγκαστούν οι ισλαμιστές σε μια συμμαχία με τα μεσαία στρώματα που εκπροσωπούνται από τους «φυσικούς συμμάχους» της Υ/Ε (δηλαδή τους «φιλελεύθερους» τύπου Ελ Μπαραντέι, Μούσα κ.λπ.), που θα έκανε δυνατή την πλήρη ενσωμάτωση της Αιγύπτου στη ΝΔΤ. Σε αυτό θα βοηθούσε τόσο η αναπόφευκτη φθορά της ΜΑ από την εφαρμογή των νεοφιλελεύθερων πολιτικών που επιβάλλει η ΝΔΤ όσο και η παράλληλη, αποτελεσματικότερη, οργάνωση των «φιλελεύθερων» δυνάμεων.

    Το σχέδιο όμως αυτό, μολονότι λειτούργησε αποτελεσματικά (μέχρι στιγμής) στην Τυνησία, απέτυχε στην Αίγυπτο και γρήγορα τα λαϊκά στρώματα, που είναι τα κυρίως θύματα της παγκοσμιοποίησης, στράφηκαν κατά της ΜΑ και του Μόρσι, που αυτοπαρουσιάζονταν ως οι εκπρόσωποι της πρώτης «επανάστασης» του 2011, αλλά στην πραγματικότητα εφάρμοζαν στυγνά τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, ενώ συγχρόνως προσπαθούσαν να «εξισλαμίσουν» την αιγυπτιακή κοινωνία. Τα στρώματα αυτά ενώθηκαν σε ένα νέο ετερόκλιτο «πλήθος» ανάλογο με αυτό της πρώτης «επανάστασης», μείον τους ισλαμιστές.

    Κοινό αίτημα αυτού του πλήθους ήταν «να φύγει ο Μόρσι και η ΜΑ», αλλά ενώ στην πρώτη «επανάσταση» η αποπομπή του Μουμπάρακ ήταν προσχεδιασμένη από την Υ/Ε, η αποπομπή του Μόρσι δεν ήταν. Οταν όμως η Υ/Ε κατάλαβε ότι η δυναμική του νέου κινήματος κινδύνευε να θέσει αιτήματα πολύ πιο ριζοσπαστικά από τα ανώδυνα αιτήματα για αποπομπή του Μόρσι, οργάνωσε, μέσω του ελεγχόμενου από αυτήν στρατού, ένα νέο «μαλακό» πραξικόπημα, που οδήγησε στην αποπομπή του και στην ολοκλήρωση της δεύτερης «επανάστασης».

    Η προσδοκία της είναι ότι στη μεταβατική περίοδο μέχρι τις νέες εκλογές θα έχουν αλλάξει έτσι οι εκλογικοί συσχετισμοί, ώστε να επιτευχθεί στο μέλλον η συμμαχία των φιλελεύθερων μεσαίων στρωμάτων με τη ΜΑ, που θα επιτρέψει την πλήρη ενσωμάτωση της Αιγύπτου στη ΝΔΤ...

  • Η δύναμη του αφανούς πλήθους

    «Ο θάνατος ενός ανθρώπου», έλεγε ο Ιωσήφ Στάλιν, «είναι τραγωδία. Η εξόντωση εκατομμυρίων ανθρώπων είναι στατιστική». Στα λόγια αυτά αποτυπώνεται ένα γεγονός: ότι ο πόνος για την απώλεια ενός προσώπου μετατρέπεται σε αδιαφορία όταν πρόκειται για μαζική απώλεια ανθρώπων σε μάχες, θρησκευτικές έριδες, ιδεολογικού χαρακτήρα διώξεις και άλλες τέτοιου τύπου αιματηρές αντιπαραθέσεις.

    Οσο, ωστόσο, και αν για έναν τέτοιο μαζικό αφανισμό η ευθύνη βαρύνει όσους τον προκάλεσαν ή συμμετείχαν σε αυτόν, δεν παύομε κι εμείς, οι θεατές, να έχομε το δικό μας μερίδιο ενοχής, γιατί, πρώτον, ανήκομε στο ίδιο είδος όντων με τους συντελεστές των μαζικών εκκαθαρίσεων και γιατί, δεύτερον, ξεχωρίζομε αθέμιτα έναν μικρό αριθμό προσώπων, που χαρακτηρίζομε ήρωες από το πλήθος των συναγωνιστών τους. Λέγοντας, για παράδειγμα, «ο Λεωνίδας και οι 300...» ξεχωρίζομε τον Λεωνίδα από τους υπόλοιπους, λες και οι 300 δεν έπραξαν το ίδιο που έκανε κι εκείνος, και δεν πλήρωσαν κι αυτοί, όπως εκείνος, με το θάνατό τους την ίδια με τη δική του απόφασή τους να αντισταθούν στον εισβολέα. Προκειμένου, ακριβώς, να αμβλυνθεί η άδικη μεταξύ επώνυμων ηρώων και αφανών αγωνιστών διάκριση εφευρέθηκε υπέρ των τελευταίων αυτών το μνημείο του Αγνωστου Στρατιώτη.

    Το δυστύχημα, όμως, για τους αφανείς αγωνιστές είναι ότι ο σεβασμός προς τον εν λόγω συμβολισμό τείνει να εκλείψει. Οχι μόνο εξαιτίας των κρουσμάτων βανδαλισμού που εκδηλώνονται σε βάρος του μνημείου του Αγνωστου Στρατιώτη από ομάδες νέων ως επί το πολύ προσώπων, που, απελπισμένα, λόγω του αδιέξοδου στο οποίο τα οδήγησαν οι συνθήκες της κοινωνίας μας, ξεσπούν επάνω του, αλλά και γιατί σαν έννοια μοιάζει να οδηγείται στη χρεοκοπία. Μπορούμε, ορισμένως, μετά την ανακάλυψη του DNA, να μιλάμε για άγνωστους ανθρώπους και, συνεπώς, για άγνωστους στρατιώτες; Το ζητούμενο, εν τοιαύτη περιπτώσει, είναι οι αφανείς αγωνιστές να αποκτήσουν, όπως οι επώνυμοι ήρωες, ταυτότητα, έτσι ώστε να αρθεί η άδικη απουσία τους από την ιστορία, χωρίς αυτό, βέβαια, να σημαίνει καταγραφή στην ιστορία όλων τους αδιακρίτως.

    Η ιστορία δεν είναι, κατά την έκφραση του Αλεξάνδρου Δουμά πατρός, ένα καρφί που μπορούμε να κρεμάσουμε τους πάντες για να τους βλέπουμε, αλλά είναι, όπως είπε ο Θουκυδίδης, διδασκαλία μέσα από συγκεκριμένα παραδείγματα. Από την άποψη αυτή, η επιλογή προσώπων, των ηρώων, ως υποδειγμάτων είναι αναπόφευκτη, αρκεί μόνο, προβαίνοντας στην επιλογή αυτή, να μη δημιουργηθεί η εντύπωση που επιχείρησε να επιβάλει ο Χέγκελ, σύμφωνα με την οποία η ιστορία είναι αποκλειστικά δημιούργημα ορισμένων ανθρώπων -των κοσμοϊστορικών προσώπων, όπως τους ονομάζει ο ίδιος-, που επιχειρούν να την κατευθύνουν εκεί όπου αυτοί κρίνουν ότι πρέπει να την οδηγήσουν.

    Την αλήθεια ότι στη διαμόρφωση της ιστορίας ενός λαού μαζί με τους ηγέτες του συμπράττει επίσης και το αφανές πλήθος, μοιάζει να μη θέλουν ή να μην μπορούν να την καταλάβουν ποικιλώνυμοι παράγοντες της Ευρωζώνης. Πίστεψαν ότι για την επιτυχία του εγχειρήματός των, να επιβάλουν στον τόπο μας τα καλούμενα Μνημόνια, αρκούσε μόνο να υποτάξουν στη βούλησή τους τα πρόσωπα που είχαν αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας μας, αγνοώντας πλήρως και επιδεικτικά τη θέληση του αφανούς πλήθους.

    Ας μη διαφεύγει την προσοχήν τους, όμως, ότι οι ανατροπές στην ιστορία δεν γίνονται μόνο με επαναστάσεις. Μπορούν, κάλλιστα, να επιτευχθούν και με απλές εκλογές!

  • Οικονομική ανάπτυξη και οι συνέπειες

    Οι διαφορές στην αφετηρία, στα αίτια και στα κίνητρα των κοινωνικών κινητοποιήσεων στην Τουρκία και στη Βραζιλία είναι προφανείς, καθώς πρόκειται για δύο χώρες με πολύ διαφορετικές ιστορικές παραδόσεις, διαφορετικό πολιτισμικό υπόβαθρο και διαφορετική κοινωνική διάρθρωση.

    Ομως, θα μπορούσε κανείς να εντοπίσει ένα σημαντικό κοινό χαρακτηριστικό: και οι δύο χώρες έχουν τα τελευταία χρόνια επιτύχει σημαντικούς ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης και έχουν δημιουργήσει, έτσι, μια νέα κοινωνική πραγματικότητα. Εχει αρχίσει να δημιουργείται μια αρκετά εύρωστη μεσαία εισοδηματική τάξη, η οποία φαίνεται να πρωτοστατεί στις κινητοποιήσεις, μαζί με τις χαμηλότερες εισοδηματικές τάξεις, για «ασήμαντες αφορμές», που κάτω από άλλες πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες δεν θα προκαλούσαν σχεδόν καμιά διαμαρτυρία.

    Στη Βραζιλία η αφορμή ήταν η μικρή αύξηση της τιμής των εισιτηρίων στα μέσα μαζικής μεταφοράς, ενώ στην Τουρκία ήταν η κοπή δέντρων για τη δημιουργία ενός εμπορικού κέντρου.

    Ηαντιστοιχία μεταξύ των δύο περιπτώσεων έγκειται στο γεγονός ότι στα χρόνια της οικονομικής ανάπτυξης δημιουργήθηκαν νέα κοινωνικά στρώματα με μεγαλύτερες απαιτήσεις για περισσότερη και καλύτερης ποιότητας δημοκρατία, λιγότερη διαφθορά, υψηλότερη ποιότητα ζωής και αειφορία στην αναπτυξιακή διαδικασία.

    Ταυτόχρονα, η διαδικασία της οικονομικής ανάπτυξης δημιούργησε νέες ανισότητες. Η διεύρυνση των δυνατοτήτων επίτευξης ενός υψηλότερου επίπεδου κατανάλωσης και ευημερίας δεν περιλαμβάνει ούτε όλους τους πολίτες ούτε όλες τις μειονότητες ούτε όλες τις περιοχές, προκαλώντας νέες αντιθέσεις. Τα λιγότερο ευνοημένα κοινωνικά στρώματα απαιτούν όλο και μεγαλύτερες δυνατότητες κατανάλωσης διεκδικώντας υψηλότερα εισοδήματα, ώστε να πλησιάσουν τους περισσότερο ευνοημένους της ανάπτυξης, που δεν είναι πλέον λιγοστοί και «απόμακροι πλούσιοι», αλλά πολλοί, που βρίσκονται ανάμεσά τους.

    Καθώς η δημοκρατία στις χώρες αυτές δεν είναι παγιωμένη και δεν λειτουργούν αποτελεσματικά οι θεσμοί (εργατικά συνδικάτα, ενώσεις της κοινωνίας πολιτών κ.ά.) το κύμα δυσαρέσκειας παίρνει εύκολα μεγάλες διαστάσεις, περιλαμβάνοντας κάθε λογής διαμαρτυρόμενους πολίτες με διαφορετικά αιτήματα και συχνά ετερόκλιτους στόχους.

    Ετσι, αιτήματα για ατομικές ελευθερίες εναντίον των ισλαμικών περιορισμών και για καλύτερη ποιότητα ζωής -κυρίως στην Τουρκία- μέχρι και αύξηση μισθών και συγκράτηση τιμών -κυρίως στη Βραζιλία- μπορεί να αλληλοεμπλέκονται και να τροφοδοτούν την κοινωνική διαμαρτυρία. Επιπλέον, καθώς επικρατούσαν στο πρόσφατο παρελθόν στρατιωτικά και δικτατορικά καθεστώτα και στις δύο χώρες, το ξεσηκωμένο πλήθος επωφελείται από τη σχετική πολιτική ελευθερία, που τα τελευταία χρόνια έχει κατακτηθεί, για να εκδηλώσει δυναμικά τις διεκδικήσεις του.

    Οτρόπος αντιμετώπισης των κινητοποιήσεων από τις κυβερνήσεις στις δύο χώρες προφανώς διαφέρει, αλλά είναι κοινή η αμηχανία απέναντι σε μια τόσο μεγάλη κοινωνική αναταραχή. Κατά πόσο οι κινητοποιήσεις αυτές θα αποσταθεροποιήσουν, όχι απλώς τις κυβερνήσεις, αλλά τα νεαρά δημοκρατικά καθεστώτα των χωρών αυτών και θα ανακόψουν την αναπτυξιακή διαδικασία, είναι άγνωστο.

    Αγνωστο επίσης είναι, αν και άλλες αναδυόμενες χώρες του Τρίτου Κόσμου, που γνώρισαν σημαντική οικονομική ανάπτυξη τα τελευταία χρόνια, θα ακολουθήσουν την εξέλιξη των δύο αυτών χωρών. Τα κοινωνικά και τα πολιτικά φαινόμενα έχουν πολλαπλά αίτια και η πρόβλεψή τους είναι σχεδόν αδύνατη.

    Είναι, ωστόσο, εξαιρετικά ενδιαφέρον να διαπιστώνεται ότι κοινωνικές κινητοποιήσεις μπορούν να εκδηλωθούν και σε χώρες που παρουσιάζουν υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, όπως και σε χώρες που βρίσκονται σε βαθιά κρίση, για διαφορετικούς λόγους, αλλά με την ίδια ένταση και έκταση.

    Φαίνεται ότι η ιστορία του κόσμου όχι μόνο δεν τελείωσε, αλλά, ίσως, τώρα αρχίζει στις αναδυόμενες χώρες, τις οποίες ο δυτικός κόσμος θεωρούσε «ήσυχους» υποδοχείς των επενδύσεών του, απορροφημένος από τα δικά του προβλήματα, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, αφ' ότου ξέσπασε η οικονομική κρίση.

  • Ο κ. Πέτερ Μπόφινγκερ, το «κούρεμα» και το ευρωομόλογο

    Ο Πέτερ Μπόφινγκερ είναι ένας από τα πέντε μέλη του Συμβουλίου Οικονομικών Συμβούλων της Γερμανίδας καγκελαρίου. Σε πρόσφατη συνέντευξή του στην «Berliner Zeitung», εκφράστηκε εναντίον του «κουρέματος» των χρεών της περιφέρειας, και προφανώς της Ελλάδας.

    Εσπευσαν τα ελληνικά ΜΜΕ να θεωρήσουν «είδηση» τη θέση του κ. Μπόφινγκερ και να παρουσιάσουν τα λεγόμενά του διαστρεβλωμένα και εκτός του πνεύματος με το οποίο ειπώθηκαν. Στην ουσία, ο κ. Μπόφινγκερ επανέλαβε μια πάγια θέση του: Οχι στο «κούρεμα» του χρέους της περιφέρειας, ναι όμως στο ευρωομόλογο.

    Το σκεπτικό του είναι απλό: Ενα «κούρεμα», ιδίως αν είναι (όπως απαιτείται) βαθύ, θα πλήξει τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM), από τον οποίο δανειζόμαστε ως χώρες της περιφέρειας. Ο ESM βέβαια δεν έχει δικά του χρήματα. Τα δανείζεται από τις αγορές, με εγγυήσεις των χωρών-μελών της Ευρωζώνης. Π.χ. τα χρήματα της προηγούμενης δόσης «μας» προήλθαν από δανεισμό του ESM εκ μέρους ακόμη και της πτωχευμένης Ισπανίας! Οπότε, ένα «κούρεμα» αυτών των χρεών θα σημάνει ταυτόχρονα δύο πράγματα: αύξηση των επιτοκίων δανεισμού του ίδιου του ESM και αύξηση των επιτοκίων δανεισμού της Ισπανίας - η οποία ήδη αδυνατεί να αναχρηματοδοτήσει το χρέος της. Καταστροφή δηλαδή.

    Να γιατί ο κ. Μπόφινγκερ λέει ότι, από τη στιγμή που η Ευρώπη μετέφερε όλες τις ζημίες και τα χρέη από τους ιδιώτες πιστωτές στους ώμους των Ευρωπαίων φορολογουμένων, κάποιοι εκ των οποίων είναι ιδιαίτερα καχεκτικοί (π.χ. οι Ισπανοί), το κούρεμα θα χειροτερεύσει την κατάσταση και γι' αυτό απαιτείται να ισοκατανεμηθεί το χρέος, έτσι ώστε να πέσει πιο πολύ πάνω στους ώμους με τη μεγαλύτερη δυνατότητα να το σηκώσουν. Με άλλα λόγια, ο κ. Μπόφινγκερ προτείνει το ευρωομόλογο. Ενα ομόλογο που θα εκδίδουν και θα εγγυώνται όλες οι χώρες της Ευρωζώνης μαζί.

    Τον κ. Μπόφινγκερ τυχαίνει να τον εκτιμώ ιδιαίτερα, να έχουμε συνομιλήσει επί μακρόν (συμφωνώντας σε μεγάλο βαθμό) και να τον θεωρώ ό,τι καλύτερο υπάρχει σήμερα στη Γερμανία από πλευράς μακροοικονομικής σκέψης και αναλυτικής ικανότητας. Δυστυχώς, όπως ο ίδιος δεν κρύβει, οι εισηγήσεις του δεν εισακούγονται. Αν θέλετε, πρόκειται για τη μειοψηφία του ενός (από τα πέντε μέλη του Συμβουλίου Οικονομικών Συμβούλων της κ. Μέρκελ), του οποίου η παρουσία παίζει περισσότερο «νομιμοποιητικό» παρά πραγματικά συμβουλευτικό (προς την καγκελάριο) ρόλο. Μακάρι, αγαπητέ αναγνώστη, οι εισηγήσεις του κ. Μπόφινγκερ να εισακούγονταν.

    Εχοντας εξηγήσει την άποψή του, κι έχοντας εκφραστεί θετικά γι' αυτόν, επιτρέψτε μου τώρα να σας πω πού διαφωνώ μαζί του.

    Πρώτον, το ευρωομόλογο όπως το εισηγείται δεν θα είναι αποτελεσματικό. Ενα ομόλογο το οποίο εγγυάται η Γερμανία και η Ελλάδα μαζί θα έχει επιτόκια πολύ υψηλά για τη Γερμανία και όχι αρκετά χαμηλά για την Ελλάδα. Οχι, αυτό που χρειαζόμαστε δεν είναι κοινώς εγγυημένα ομόλογα, αλλά ομόλογα έκδοσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, τα οποία θα αποπληρώνουν τα κράτη-μέλη. Και αυτά ευρωομόλογα θα είναι, από τη στιγμή που θα εκδίδονται από ευρωζωνικό οργανισμό, μόνο που θα λειτουργεί καλύτερα και χωρίς να χρειάζεται Γερμανία και Ελλάδα να το συν-εκδίδουν.

    Δεύτερον, με τον κ. Μπόφινγκερ διαφωνούμε ως προς τη χρήση του ευρωομόλογου. Εκείνος κρίνει ότι πρέπει να εκδοθεί για να αποπληρωθούν τα δημόσια χρέη άνω του 60% του ΑΕΠ κάθε χώρας (του ορίου του Μάαστριχτ). Δική μου θέση είναι το αντίθετο: τα ομόλογα έκδοσης της ΕΚΤ πρέπει να χρησιμοποιούνται για να εξυπηρετείται το κατά Μάαστριχτ «νόμιμο» χρέος της κάθε χώρας.

    Σε τελική ανάλυση, όμως, οι μεταξύ μας διαφορές δεν είναι το ζήτημα. Αυτό που δυστυχώς ισχύει είναι ότι οι εισηγήσεις του κ. Μπόφινγκερ έχουν την ίδια πιθανότητα να γίνουν αποδεκτές όσο και οι δικές μου: σχεδόν καμία! Οπότε, η Ευρώπη φαντάζει καταδικασμένη να πορεύεται συστηματικά προς την αποδόμηση.

  • Οι «δύο ταχύτητες» της Ε.Ε.

    Το ζήτημα της πολιτικής ενοποίησης της Ε.Ε. έχει προσλάβει τελευταία το χαρακτήρα του «επείγοντος», καθώς τούτο πλέον ορίζεται βασικά από παραμέτρους της κρίσης. Εγγενείς αδυναμίες σύνθεσης απόψεων επ' αυτού όμως μετατοπίζουν διαρκώς τη λήψη αποφάσεων από μέρους των κρατών-μελών, εκείνων εντός και των άλλων εκτός της Ευρωζώνης.

     Η πίεση που εκδηλώνεται σε κάθε ευκαιρία για την προώθηση ενός σχήματος που θα κατέληγε σε κάποια μορφή ευρωδιακυβέρνησης συνδέεται πρώτιστα με το εκκρεμές του προβλήματος της δημοσιονομικής ένωσης στην Ε.Ε.

    Η αδυναμία αντιμετώπισης της κρίσης, στο μεταξύ, αποδίδεται ωσαύτως στην έλλειψη ενιαίας δημοσιονομικής πολιτικής και θεωρείται κατ' αυτό ότι με την πολιτική ενοποίηση θα σμικρύνει και η απόσταση από την οικονομική ένωση. Καθίσταται έτσι προφανές πως ο στόχος της πολιτικής ενοποίησης μέσα από μια οιονεί ευρωκρατική οντότητα επιδιώκεται ως επιλογή, η οποία θα συνδέεται αφ' ενός με μια «συμβατική» λύση εξόδου από την κρίση, αφ' ετέρου με τη δημιουργία ενός νέου ευρωπαϊκού πυρήνα κρατών στο πλαίσιο της Ευρωζώνης.

    Ητάση τού να προβάλλεται το όραμα μιας πολιτικής ενοποίησης της Ευρώπης μέσα από την οπτική γωνία που προσφέρει σήμερα το δομικό πλαίσιο της υφιστάμενης οικονομικής ένωσης της Ε.Ε. δεν είναι ασφαλώς κάτι το νέο. Τούτο όμως συμβαίνει ενώ η Ευρώπη δοκιμάζεται από μια κρίση διαρκείας, η οποία προήλθε ακριβώς μέσα από τις θεσμικές ανεπάρκειες, αντιφάσεις και πραγματικές αδυναμίες του οικοδομήματος της Ευρωζώνης. Οπότε καθίσταται φανερό ότι δεν αναζητείται ευρωπαϊκή αλλά μια «υπερεθνική» λύση εξόδου από την κρίση, από την οποία θα προσδιορίζεται συνάμα και η δομή της ευρωπαϊκής διακυβέρνησης του μέλλοντος.

    Οι υφιστάμενες διαφωνίες, εν προκειμένω, δεν συνιστούν διαδικαστικά ζητήματα, όπως κάποιοι εκ του πονηρού ή αφελώς υποστηρίζουν, αλλά εκφράζουν απόλυτα προσανατολισμούς και στρατηγικές δεδομένων χωρών, όπως η Γερμανία, που επιδιώκουν να κρατήσουν τον έλεγχο σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, κυρίως πρώτιστα μέσω δημοσιονομικών ελεγκτικών μηχανισμών και οικονομικών επεκτάσεων Ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε εν ολίγοις, οιονεί «ευρωτσάρος» της Ενωσης, δεν εκφράζει τίποτε άλλο από εκείνο που έπραττε ο Μέτερνιχ πριν από δύο αιώνες, με μόνη διαφορά εκείνη του ιστορικού αντικειμένου και του είδους των χειρισμών εξαναγκασμού.

    Μιλώντας ενώπιον του Ευρωκοινοβουλίου, ο επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο αναφέρθηκε στην αναγκαιότητα της δημιουργίας μιας «ευρωπαϊκής ομοσπονδίας εθνών-κρατών», δήλωση που παραπέμπει στην ιδέα ενός μετα-εθνικού ή υπερ-εθνικού κράτους στην Ευρώπη. Με δεδομένη ήδη την απώλεια της εθνικής τους κυριαρχίας, τα κράτη της περιφέρειας έχουν χάσει πλέον τον εθνικό τους χαρακτήρα (από το Μάαστριχτ και ένθεν), θα ήταν όμως τραγικό και για την ίδια την Ευρώπη αν αυτά καταλήξουν σε «νομαρχίες» των Βρυξελλών, και δη με διορισμένους εκπροσώπους.

    Εξειδικεύοντας τα πράγματα περαιτέρω, η Γερμανίδα καγκελάριος Ανγκελα Μέρκελ είχε ζητήσει προ καιρού να αποκτήσει η Ε.Ε. ισχυρότερες εξουσίες σε κεντρικό επίπεδο (Βρυξελλών) για τη διαχείριση των εθνικών προϋπολογισμών των κρατών-μελών. Το θέμα αυτό ακριβώς συνιστά την αρχή και τον πυρήνα λειτουργίας μιας δημοσιονομικής ένωσης στην Ε.Ε., επιλογή που υπάγει τις εθνικές οικονομίες υπό τον άμεσο και θεσμικό έλεγχο όχι μόνο εκ μέρους των κοινοτικών οργάνων, αλλά και των παγκοσμιοποιητικά διαπλεκόμενων τραπεζικών κολοσσών.

    Ορισμένοι επιμένουν να κάνουν και σήμερα λόγο για μια «Ευρώπη δύο ταχυτήτων», εκδοχή όμως που έχει αποκτήσει ήδη εντελώς νέα περιεχόμενα, καθώς δεν αφορά μόνο σε διαφορετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, αλλά κυρίως σε βαθμούς συμμετοχής στη χάραξη πολιτικών και στρατηγικών. Και η συμμετοχή αυτή των κρατών-μελών δεν θα είναι δύο αλλά περισσοτέρων διαβαθμίσεων, ανάλογα δηλαδή με το ειδικό βάρος τους και με το αντικείμενο της διαπραγμάτευσης.

    Θα πρόκειται, ως φαίνεται ήδη, για ένα ομοσπονδιοποιημένο υπερεθνικό ευρωκράτος, στον πυρήνα του οποίου όμως θα βρίσκεται μια δημοσιονομική ένωση που θα λειτουργεί μεν αποφασιστικά, αλλά με κριτήρια καθαρά λογιστικά. Εχοντας ως κύριο έργο τους οι ευρωλογιστές δημοσιονόμοι της Ε.Ε. τον έλεγχο των χρεών (και τη ρύθμιση αυτών...) θα καθιστούν ομήρους των ίδιων τις κυβερνήσεις, οι οποίες θα προσφεύγουν εκεί για «υποβολή αιτημάτων» τους.

    Ισως να φαντάζει κάπως «οργουελική» μια τέτοια ευρωπαϊκή εικόνα του μέλλοντος. Δυστυχώς όμως προς τα εκεί εξελίσσονται τα πράγματα και του χρόνου πάμε για ευρωεκλογές (: και «κηπουρών» πάλι;).

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Πολιτική
Άλλα θέματα στην κατηγορία Πολιτική της έντυπης έκδοσης
Eurogroup
Η δόση σε δόσεις, η «σκούπα» με τη μία...
Ευρωζώνη
Κρύος ιδρώτας στην Ευρωζώνη από τον ελληνο-πορτογαλικό ιό αστάθειας
Κυβέρνηση
Ποιος... κατέστρεψε πιο πολύ την Ελλάδα;
Λίστα Λαγκάρντ
Ο αποδιοπομπαίος και ο απαλλακτέος...
Νέα Δημοκρατία
Ο Μάκης ζυγώνει, ο Βύρωνας ξεμακραίνει, ο Νικήτας επιμένει...
Ρατσισμός
200.000 «Γιάννηδες», ενός κοκόρου κυβερνητική γνώση...
ΣΥΡΙΖΑ
«Θα ζητήσουμε μείωση χρέους και πάγωμα τόκων για 4 χρόνια»
Συνεντεύξεις/Αναλύσεις
«Αρνήθηκα προτάσεις κατά των κοινωνικών δικαιωμάτων»
Υπουργείο Δικαιοσύνης
Το «τρίποντο» του κ. Αθανασίου
Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης
Τι έβγαλε η «κληρωτίδα» του Κυριάκου