Έντυπη Έκδοση

Παραδείσια χρώματα: Μεταμορφώσεις και αντικατοπτρισμοί

Ελενα Νούσια

Καμουφλάζ

εκδόσεις Υψιλον, σ. 60, 9 ευρώ

Διάστικτο το «Καμουφλάζ» της Ελενας Νούσια από παραδείσια χρώματα, συνήθως συνδεδεμένα με τα τροπικά πτηνά, επιζητεί απροκάλυπτα τη διερώτηση και την ατομική ερμηνεία του αναγνώστη. Τα παραδείσια πουλιά είναι πολύχρωμα. Ως πουλιά παραπέμπουν απ' ευθείας σε μια αίσθηση ελευθερίας, σε μια υπέρβαση των ανθρώπινων δυνατοτήτων (πτητική), ως παραδείσια δε, στον Παράδεισο, ήτοι σε τόπο ιδανικό και για τους περισσότερους ιδεατό και ανέφικτο.

Σ' αυτόν τον ου-τόπο, ή αντιθέτως σε ένα απολύτως ρεαλιστικό σκηνικό, όπου συναντάμε ήρωες/ηρωίδες να ψάχνουν το σπίτι τους, να παρακολουθούν παραστάσεις, να βαδίζουν με τα πόδια ή να παίρνουν το λεωφορείο, κινείται το σύνολο της αφήγησης. Ωστόσο, εκ προοιμίου σχεδόν, δηλαδή από το πρώτο μόλις κεφάλαιο/διήγημα αρχίζει η αμφισβήτηση των όσων διαβάζουμε. Ο τίτλος του είναι «Εμβόλιμη ιστορία» και μοιάζει να κλείνει το μάτι στον αναγνώστη. Πώς μπορεί άραγε το πρώτο κεφάλαιο ή το πρώτο διήγημα να επιγράφεται «Εμβόλιμη ιστορία»; Το παράδοξο αρχίζει να αποκαλύπτεται σιγά σιγά από το πρώτο αυτό κεφάλαιο, μιας αφήγησης, όπως είναι ο υπότιτλος του «Καμουφλάζ», που ωστόσο μπορεί να θεωρηθεί ενιαίο μυθοπλαστικό έργο ή σειρά διηγημάτων με ενιαίο συνδετικό ιστό την κοινότητα των θεμάτων, συμβόλων και υπαρξιακών αναζητήσεων.

Η εισαγωγική τριτοπρόσωπη αφήγηση μάς βάζει στο όλο κλίμα του βιβλίου, ήτοι: τα πράγματα δεν είναι μόνον όπως φαίνονται αλλά υπάρχουν και άλλες, συνήθως αόρατες, διαστάσεις. Παράλληλα τίθεται, ανεπαίσθητα σχεδόν, το θέμα της αναξιοπιστίας του αφηγητή («θρυλείται») και η αέναη ανθρώπινη προσπάθεια για υπέρβαση των ορίων. Το κεφάλαιο κλείνει με μια δεύτερη αφηγηματική φωνή η οποία, θεωρητικά, προσπαθεί να επιβεβαιώσει τα όσα λέει η πρώτη, δημιουργώντας ωστόσο επιπλέον απορίες. Ο αναγνώστης αρχίζει σιγά σιγά να βεβαιώνεται ότι πέρα από το μεμονωμένο σασπένς των διάφορων ιστοριών, θα πρέπει να έχει υπόψη του τη γενικότερη σύνθεση μιας παράξενης αλλά εξαιρετικά γοητευτικής ιστορίας, από αυτές που δεν μπορούν να περιοριστούν στα όρια ενός βιβλίου.

Στο επόμενο κεφάλαιο, το «Scripta manent», η πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια δηλώνει: «Είχα χαθεί επιστρέφοντας στο σπίτι μου». Η αγωνία της, πραγματική ή μεγεθυσμένη όπως όλων, διασχίζει φιλοσοφικές ατραπούς, όπως τι σημαίνει έμφυλη υπόσταση, ταυτότητα ή ετερότητα, ταυτοπροσωπία ή ετεροπροσωπία και σχολιάζει το αμφίσημο νόημα του «τα γραπτά μένουν». (Σε ποια διάσταση; Μήπως έχουμε περισσότερες διαστάσεις από τις ευκολοπροσδιόριστες;) Το νέο στοιχείο που εισάγεται εμφανώς σ' αυτό το κεφάλαιο είναι ο αντικατοπτρισμός του κεντρικού προσώπου από ένα άλλο, που είναι ίδιο αλλά και έτερο. Η «Αλλαγή φρουράς» που ακολουθεί, πέρα από μια αρχική αίσθηση αποξένωσης είναι φανερό ότι συνδέεται άμεσα με το πρώτο. Εδώ ο ήρωας στέκεται μπροστά στο σπίτι του, αλλά δεν μπορεί να το ανοίξει, η κλειδαριά είναι διαφορετική. Ο υπηρέτης που τελικά ανοίγει την πόρτα δηλώνοντας «...εδώ μένουμε εμείς», αρχικά κινεί υποψίες ως καταληψίας στέγης (squatter), αλλά ταυτοχρόνως εγείρει ζητήματα ιδιοκτησίας, κατοχής υλικών αγαθών, ταυτότητας και ετερότητας (πάσης μορφής ξένοι/άλλοι: άστεγοι, μετανάστες, περιθωριακοί, ψυχικά ασθενείς). Περιγραφόμενος μάλιστα ως υπηρέτης, ο ξένος δίνει αφορμή για περαιτέρω εναλλαγή των ρόλων «κυρίου» και «υπηρέτη», εξουσιαστικής σχέσης που συχνά αποτελεί τις δύο όψεις ενός νομίσματος: «...η διεκδίκηση τόσο από πλευράς του όσο και από πλευράς μου του ίδιου σπιτιού μού δημιουργεί μια αλλόκοτη σύμπνοια με αυτό το άτομο και τη φάρα του, "θες να πεις πως δεν είμαστε άλλο από μεταμφίεση και μακιγιάζ δικό σας;"». Σε έντονο έως επώδυνα στακάτο ρυθμό «Το βλέμμα» μάς εισάγει σε ακόμη μία μεταμόρφωση: αυτή που προκαλεί το βλέμμα του θεατή στον υποκριτή που καλείται να υποδυθεί έναν ρόλο. Το σαιξπηρικό teatrum mundi αναδεικνύεται εισάγοντας έναν καινούριο αμφίσημο ρόλο, αυτόν του εξουσιαστή (αστυνομικού) που είναι ταυτοχρόνως και εξουσιαζόμενος. Η θεατρική σκηνή ή η θεατρικότητα ολόκληρης της ανθρώπινης ύπαρξης, που περιλαμβάνει όλες τις μάσκες, τα καθημερινά μας προσωπεία, τις μεταμφιέσεις, το καμουφλάζ, το μακιγιάζ και ό,τι άλλο μας κάνει να κρυβόμαστε από τον ενδότερο εαυτό μας, είναι το σκηνικό και της «Ακατάλληλης στιγμής» και του «Το έκοψε». Στο πρώτο η υποκριτική επιχειρεί να υπερκεράσει την υποκρισία, αφήνοντας μετέωρο τον ήρωα να αναλογίζεται τα πιθανά σφάλματά του, ενώ στο δεύτερο, που ο χώρος συγκεκριμενοποιείται από την αρχή, «Στο θέατρο» -η σύντομη σκηνή από θεατρικό έργο- ο υποθετικός θεατής/χαρακτήρας μεταμορφώνεται σε έναν εκ των πρωταγωνιστών.

Ο «κύριος» και ο «υπηρέτης» επανέρχονται στο «Υπέρ πάντων αγών». Εδώ κάποιος εξυπηρετεί έναν γέρο, που ελέγχει όλες τις κινήσεις του σπιτιού από γιγαντοοθόνη, καθηλωμένο σε αναπηρικό καροτσάκι. Η αλλαγή κι εδώ συντελείται μέσω της επέκτασης του σπιτιού και της εμφάνισης νέων προσώπων. Η εξουσιαστική τηλε-θέαση οδηγεί τόσο στην πνευματική παραλυσία όσο και στη φυσική και σωματική. Παρότι ο υπηρέτης γίνεται πλέον κύριος, τα πάντα έχουν διαστρεβλωθεί και η δυνατότητα ελέγχου παραμένει απατηλή. Ο αποπνικτικός κόσμος που συνοδεύει την απώλεια του ελέγχου συνεχίζεται και στο «Κάτι σαν πίστα αεροδρομίου», όπου ο κεντρικός χαρακτήρας, εδώ γυναίκα, απειλείται από ένα χάσμα που ανοίγει και την ακολουθεί την ώρα που προβάρει μια πολυτελή τουαλέτα. Η μαγική εικόνα που δημιουργείται οδηγεί στη διερώτηση για την ανεξάρτητη ή χειραγωγούμενη επιθυμία. Στο «Βραδυφλεγής ανάφλεξη» εντυπωσιάζει ο σχολιασμός του βίου πολλών διανοουμένων και καλλιτεχνών και η ειρωνική αποτύπωση διαφόρων ασήμαντων που κατά καιρούς απασχολούν τα σχετικά σινάφια. Το γεγονός που δημιούργησε την ιστορία σοφά διαλανθάνει και οπωσδήποτε δεν είχε υποπέσει στην αντίληψη του αυτόπτη μάρτυρα σερβιτόρου. Στο «Οχι μακριά από το λιμάνι», η ανάμνηση μιας ιστορίας της παιδικής ηλικίας οδηγεί στο υπαρξιακό ερώτημα του αληθινού προσώπου κάτω από τις μάσκες και τις μεταμφιέσεις μας.

Στο «Για άσχετους λόγους» η μόνιμη αναζήτηση του Εγώ και του Αλλου, μέσα από τις συνεχείς μεταμφιέσεις τους, φτάνει στην κορύφωσή της. Η εξαιρετική σύνθεση ξεκινά με πρωτοπρόσωπη αφήγηση, τύπου μαρτυρίας, ενώπιον κοινού. Το φύλο δεν καθορίζεται. Αντιθέτως σε ολόκληρο το κεφάλαιο/διήγημα ο αναγνώστης προσπαθεί να ορίσει το φύλο από ενδείξεις και συχνά, ενώ αποφασίζει ότι ο αφηγητής είναι άντρας ή γυναίκα, σύντομα διαψεύδεται (;). Το παιχνίδι με το φύλο τού/της πρωταγωνιστή/-στριας δεν είναι τυχαίο και διατρέχει το αφήγημα συνολικά. Η αναζήτηση του βαθύτερου Εγώ μας που συχνά μας διαφεύγει, είναι άφυλη. Η ψευδοαστυνομική εξέλιξη της ιστορίας, παρότι είναι όλη εστιασμένη στην αναζήτηση του κρυφού/καμουφλαρισμένου Εγώ που αναγνωρίζεται μόνον από απόσταση, κρατά αμείωτη την ένταση. Τα υπερβατικά στοιχεία: «...εκείνο το κορμί να πλέει στην οροφή σαν υπερμέγεθες μπαλόνι», συντροφεύουν τις κοινές σ' όλα τα κεφάλαια αναζητήσεις περί ταυτότητας και ετερότητας και τα «παραδείσια» χρώματα της προσωπικής φαντασμαγορίας.

Η μετατροπή του θύματος σε θύτη και τούμπαλιν καταγράφεται μαστορικά στο «Ο αναζητούμενος στόχος», που ξεκινά συνταρακτικά: «Μήπως κανένας μπάτσος με πέτυχε με το πιστόλι του;» και, μέσα από αλλεπάλληλες μεταμορφώσεις και αντικατοπτρισμούς, καταλήγει σε μια βασική διερώτηση που αφορά τον καθένα μας. Το ξάφνισμα συνεχίζεται στο «In crescendo», όπου, σε πρώτο επίπεδο, μέσα στ' αεροδρόμιο ανακαλύπτεται λαθρεπιβάτης και προξενείται αναστάτωση. Ωστόσο στο «λεξικό» της Νούσια τίποτα δεν υπάρχει χωρίς το διαλεκτικό όμοιο/αντίθετο και ίσως πάλι τίποτα να μην είναι όπως φαίνεται. Στα εκφραστικά μέσα εδώ προστίθενται και σκηνές slapstick comedy και οι ανατροπές συνεχίζονται στο «Μαέστρος», όπου πάλι ξεκινά με μια εντυπωσιακή, κοφτή πρόταση: «Ηθελε το βέλτιστο». Στο «Aura» το φιλοσοφικό παιχνίδι επανέρχεται στη διπλή εστίαση: στην ιστορία του αφηγητή σε αόρατο ακροατή, που αφορά τις προσπάθειές του να βρει βοήθεια σε τυφλό φοιτητή, και στην ανατροπή της με τον αόρατο ακροατή να αφηγείται πώς συνάντησε τον προηγούμενο αφηγητή οδηγώντας σε διπλασιασμό της παραδοξότητας.

Στα δύο τελευταία κεφάλαια, «Συνειδητοποιήσεις» και «Ο ανεξάντλητος μίτος», αρχικά συναντάμε ένα λεωφορείο που διασχίζει τη νύχτα με επιβάτες τους πρωταγωνιστές των προηγούμενων ιστοριών και ο νοούμενος συγγραφέας διαπιστώνει πως: «...διαδρομές καμουφλάζ συνιστούν άπασες ανεξαιρέτως οι πορείες οχημάτων ή βημάτων ανά τον κόσμο». Ετσι δημιουργούνται προσδοκίες για το τελευταίο κεφάλαιο: ο αναγνώστης είναι πλέον πεπεισμένος ότι θα αποτελεί το κλείσιμο μιας απόλυτα συνεκτικής ιστορίας. Εκεί η μητροκτόνος παρουσία της συγγραφέως αντιδιαστέλλεται με τη μητρική γενεσιουργό παρουσία της στην ακατάβλητη διαλεκτική ζωής και θανάτου. Ο κύκλος των ιστοριών κλείνει, αφήνοντας προοπτικές για τον «ανεξάντλητο μίτο» άλλων ιστοριών.

Εξαιρετική σύνθεση και σαγηνευτικό αφήγημα, το «Καμουφλάζ» θέτει τα στοιχεία της λογοτεχνίας του φανταστικού, της μπορχικής προβληματικής, του θεάτρου του παραλόγου και της διαλεκτικής φιλοσοφίας σε αγαστή σύμπνοια. Η μια ιστορία παρεισφρέει στην επόμενη, σαν να πρόκειται για κρίκους ενός γιγαντιαίου παζλ. Οι συνειρμοί τού αναγνώστη, που εκτείνονται από την «Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων», το «Φαρενάιτ 451», την 11η/9, τον βίο του Ταχτσή, την υπερκατανάλωση, τον Δεκέμβρη του '08 κ.ά., δικαιώνουν πανηγυρικά το εγχείρημα της πεζογράφου και ποιήτριας Ελενας Νούσια. Στα συν της προσεγμένης έκδοσης, το ιδιαίτερο εξώφυλλο της Ακριβής Συμεωνίδη.

Ισως μας συνέδεσε τόσο στενά η γκάιντά του. Ο πατέρας μου δεν ξέρω από ποιον έμαθε την γκάιντα. Ξέρω όμως ότι ήτανε τρία καθαυτό αδέλφια και οι τρεις επαίζανε την γκάιντα. Ενας ήταν ο μπάρμπας μου ο Αντώνης, ο οποίος πέθανε, κι αυτός έπαιζε γκάιντα καλή, κι ένας ο μπάρμπας μου ο Μορφίνης, ο οποίος πέθανε στην Αμερική και ο οποίος έπαιζε και λίγο μπουζούκι. Εφυγε το δώδεκα και δεν ξαναγύρισε. Τα παιδιά του είναι εκεί στη Νέα Υόρκη. Είναι κι ένας Μάρκος Βαμβακάρης εκεί. Οπως λέγομαι γω, το ίδιο όνομα. Μάρκος Μορφίνη Βαμβακάρης λέγεται αυτός, εγώ λέγομαι Μάρκος Δομενίκου Βαμβακάρης.

Μάρκος Βαμβακάρης

Αυτοβιογραφία, της Αγγελικής Βέλλου-Κάιλ ©, εκδόσεις Παπαζήση

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Με φόντο τον Εμφύλιο
Μαγική πολιτεία
Ταγκόρ, ο γεφυροποιός
Βιβλία για τον κινηματογράφο
Είναι ο έρωτας ένα φιλοσοφικό ζήτημα;
Κάτι που λείπει ή τα θεατρικά caprichos ενός ποιητή
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Με φόντο τον Εμφύλιο
Μαγική πολιτεία
Παραδείσια χρώματα: Μεταμορφώσεις και αντικατοπτρισμοί
Ταγκόρ, ο γεφυροποιός
Βιβλία για τον κινηματογράφο
Είναι ο έρωτας ένα φιλοσοφικό ζήτημα;
Κάτι που λείπει ή τα θεατρικά caprichos ενός ποιητή
Από τις 4:00 στις 6:00
Τυφλοί μπλουζίστες, «τροφοδότες» του ροκ
50 χρόνια τραγουδά για την κοινωνική ισότητα
Διήγημα
Το Ψυχοσάββατο
Συνέντευξη
Η «Νέα Πορεία» της Θεσαλονίκης
Το βλέμμα του χρόνου
Διακοπές στην Κάρυστο
Άλλες ειδήσεις
Στο λαμπρό σκοτάδι της πόλης
Η έρημη χώρα του Παρόντος