Έντυπη Έκδοση

Είναι ο έρωτας ένα φιλοσοφικό ζήτημα;

Jean-Luc Marion

Το ερωτικό φαινόμενο

μτφρ.: Χρήστος Μαρσέλλος

εκδ. Πόλις, σ. 426, 22 ευρώ

Ο έρωτας είναι καθημερινώς στα χείλη όλων μας και όχι κατ' ανάγκην ως ευτυχής ή εκστατική εμπειρία: μπορεί να μας έχει πρόσφατα ή παλαιότερα προκαλέσει κάποιο οδυνηρό τραύμα, είναι πιθανόν να μας τρέφει με όνειρα και προσδοκίες που μοιάζουν ακόμη με άδηλες εικόνες του μέλλοντος, ενώ δεν αποκλείεται και να μας έχει στιγματίσει διά βίου μέσα από την αδιαφορία και την απουσία του. Ποιος είναι σε θέση να τα ξέρει αυτά και, ακόμη περισσότερο, ποιος μπορεί να πει τι είναι, πώς εκδηλώνεται και τι ακριβώς θέλει ή επιζητεί ο έρωτας; Μήπως η τέχνη; Σίγουρα ναι. Η ίδια έχει πολλάκις δηλώσει ικανή και αρμόδια για το ζήτημα, κι έχει προσπαθήσει κατ' επανάληψη να προσφέρει τη συνδρομή της, αν και με ελάχιστα διαφωτιστικά αποτελέσματα, αφού εκείνο το οποίο σίγουρα δεν περιλαμβάνεται στις δουλειές της είναι ο διαφωτισμός. Αλλά η φιλοσοφία; Είναι σε θέση η φιλοσοφία να κατεβεί από το βάθρο στο οποίο έχει τοποθετήσει το γνωστικό και το μεταφυσικό της εγώ προκειμένου να καταπιαστεί με κάτι που ανήκοντας (τουλάχιστον σε μια πρώτη προσέγγιση) στον χώρο του επιθυμητικού δεν μπορεί παρά να της προκαλεί ιλίγγους;

Πέρα από αγκυλωμένες βεβαιότητες

Στο έργο του «Το ερωτικό φαινόμενο», που αποτελείται από έξι σχετικώς ανεξάρτητα μεταξύ τους δοκίμια (χαρακτηρίζονται «στοχασμοί»), ο Jean-Luc Marion θέτει ευθύς εξαρχής το ερώτημα για το αν η φιλοσοφία είναι σε θέση να μιλήσει για τον έρωτα, σημειώνοντας αμέσως και την αδυναμία στην οποία έχει περιέλθει ο κλάδος της τους τελευταίους αιώνες. Μπλεγμένη με τις αναζητήσεις της επιστήμης, αλλά και με τις δικές της προτεραιότητες, που ήδη από τα μέσα του Μεσαίωνα την απέσπασαν από την πρώτη της ονομασία, η οποία δεν είναι άλλη από τη «φιλία της σοφίας», ρίχτηκε στις ατελείωτες (και, μιλώντας εκ των υστέρων, μάλλον αυτιστικές) περιπέτειες του όντος και της τεχνολογίας, στο εσωτερικό των οποίων δεν έχει πάψει να περιπλανιέται μέχρι και σήμερα. «Φιλία σοφίας», όμως, σημαίνει «αγάπη σοφίας», κι αυτό προϋποθέτει για τον Μαριόν μιαν έκκληση για νοητικό άνοιγμα στον κόσμο και στα πράγματα: μια χειρονομία η οποία να απευθύνεται σ' έναν περίγυρο κατά το δυνατόν απαλλαγμένο από τις καρτεσιανές απαγορεύσεις και τα λογικά στεγανά τους. Εκείνο, βεβαίως, το οποίο εννοεί ο Μαριόν δεν είναι πως ο φιλοσοφικός νους οφείλει να μετατραπεί σε μια καρδιά χτυπημένη από το συναίσθημα, έτοιμη να παραδοθεί αίφνης στον ύμνο και τον θρίαμβο ή στο πένθος και την καταδίκη του έρωτα. Γεννημένος το 1946 στο Meudon της Γαλλίας και καθηγητής Φιλοσοφίας τόσο στο Πανεπιστήμιο της Σορβόνης όσο και στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου, όπου διαδέχτηκε αντιστοίχως τον Emmanouel Levinas και τον Paul Ric―r, ο Μαριόν επιχειρεί να στρέψει ξανά τη φιλοσοφία στον έρωτα, προκειμένου να τη βοηθήσει να βγει, όπως και οι δάσκαλοί του, από τις επιστημολογικές της αγκυλώσεις και βεβαιότητες.

Πώς και πότε είναι δυνατόν να προκύψει στον φιλοσοφικό στοχασμό το πρόβλημα του έρωτα; Από τη στιγμή, λέει ο Μαριόν, κατά την οποία θα τεθεί υπό ένα είδος μοιραίας αμφισβήτησης η αυτοεπιβεβαιωμένη γνώση του υπερβατικού υποκειμένου (του ego το οποίο βρίσκεται πίσω από το cogito) για τα αντικείμενα και τα όντα τα οποία το περιβάλλουν. Εστω ότι το αφηρημένο αυτό, καθαρώς νοητικό υποκείμενο ξέρει απ' έξω κι ανακατωτά (και ελέγχει πέρα για πέρα) τη φυσική, επιστημονική, ηθική, τεχνική, αλλά και καλλιτεχνική ή θεολογική πραγματικότητα η οποία το εμπεριέχει. Τι αξία μπορεί να έχει κάτι τέτοιο για το γυμνό εγώ, που δεν ανήκει σε καμία από αυτές τις πτυχές της πραγματικότητας και δεν αποκλείεται ως εκ τούτου να μην εμπιστεύεται κατά το παραμικρό αντικειμενικότητες οι οποίες δύσκολα εγγυώνται την οιαδήποτε εξασφάλιση για την απεριχαράκωτη υπόστασή του; Ετσι, όμως, το γυμνό εγώ πέφτει σε μια κατάσταση οδυνηρής ματαιότητας, από την οποία θα καταφέρει να ξεφύγει μόνον αν αναρωτηθεί, όχι για τη λογική, αλλά για την αγάπη: αν αναρωτηθεί, όχι για το τι κατανοεί το ego της μακρινής του αφαίρεσης, αλλά για το αν μπορεί το ίδιο, ένσαρκο και ατείχιστο, να εντοπιστεί και να αγαπηθεί από τους άλλους. Αυτό είναι ένα πρώτο στάδιο του έρωτα, που ο Μαριόν ονομάζει «ερωτική αναγωγή», αλλά είναι αμφίβολο αν φτάνει.

Προς τη μεγάλη υπέρβαση: το δώρο της αγάπης και της αμοιβαιότητας

Θέτοντας το ερώτημα για το κατά πόσο μπορεί να αγαπηθεί από τους άλλους, το γυμνό εγώ ήδη αμφιβάλλει για τον εαυτό του, τον οποίο και θα αρχίσει γρήγορα να αποβάλλει και να μισεί, νιώθοντας παράλληλα πως το ίδιο ακριβώς θα κάνουν και τα υπόλοιπα γυμνά εγώ, σχηματίζοντας κατ' αυτό τον τρόπο μια κοινότητα καχυποψίας, πικρίας και διάχυτης, ενδημικής ανασφάλειας. Υπάρχει λύση ή έξοδος; Υπάρχει, απαντά ο Μαριόν, και ζητάει από το γυμνό εγώ, σε μια «ριζικοποιημένη» εκδοχή της ερωτικής αναγωγής, να μην περιμένει να το ενθαρρύνουν στη δυνατότητά του να αγαπηθεί, αλλά να σπεύσει εκείνο πρώτο να εκτεθεί, διακηρύσσοντας τη διαθεσιμότητά του για αγάπη, όπως και την προθυμία του να προχωρήσει απροστάτευτο στον στίβο των άλλων. Το γυμνό εγώ οφείλει να διακινδυνεύσει τα πάντα γιατί μόνον έτσι θα κερδίσει τα πάντα, που είναι το ανυπόκριτο, άδολο και υψηλό δώρο της αγάπης και της αμοιβαιότητας: ένα δώρο που θα μεταφέρει εν κατακλείδι τον άλλο εντός μας, αφού αντί να τον διεκδικήσει εκ του ασφαλούς και εκ των προτέρων, θα του αφήσει μιαν ανοιχτή πρόσκληση και θα προκαλέσει το δικό του ρίσκο ή θα ποντάρει στη δική του διαθεσιμότητα. Τότε δύο διαφορετικές εποπτείες θα αποκτήσουν, όπως ωραία το διατυπώνει ο Μαριόν, κοινή σημασία και ο άλλος θα καταστεί πανοραμικά παρών τόσο στον εσωτερικό όσο και στον εξωτερικό μας χωρόχρονο.

Μια τέτοια δεξίωση του άλλου έχει, βέβαια, για τη φιλοσοφία (τουλάχιστον για τη φιλοσοφία του Μαριόν) και τις θεολογικές της συνέπειες: τη ριζικοποιημένη εκδοχή της ερωτικής αναγωγής δεν την εφαρμόζει (ακριβέστερα: δεν εναπόκειται να την εφαρμόσει) μόνο το γυμνό εγώ, αλλά και ο θεός, που αγαπά απείρως καλύτερα από τον άνθρωπο, τον οποίο και νικά κατά κράτος ως εραστής (το έσχατο στάδιο της ερωτικής αναγωγής), αφού είναι ως εξ ορισμού απαλλαγμένος από την πλάνη και το σφάλμα. Δεν είμαι βέβαιος πως μπορώ να παρακολουθήσω τον Μαριόν ώς το έσχατο στάδιο της ερωτικής αναγωγής, μια κι έχω την αίσθηση πως εδώ το γυμνό εγώ εγκαταλείπει το πεδίο από την πίσω πόρτα. Εκείνο, όμως, το οποίο έχει τη μεγαλύτερη σημασία στην προσέγγισή του, πέρα από τα θεολογικά, είναι η άρνηση του ατομικισμού και του αποχαλινωμένου εγωισμού υπέρ ενός διαρκούς εκκοινωνισμού, ο οποίος αναδεικνύει ως κεντρική και απαράγραπτη διαδικασία του την επαφή και την επικοινωνία με τον άλλο. Παραλαμβάνοντας από τον Ρικέρ τη λειτουργία της συνομιλίας ως αδιάλειπτης ανταλλαγής ερωταποκρίσεων οι οποίες διευκολύνουν τη συνεύρεση και τη συμπόρευση των εταίρων, και από τον Λεβινάς τη λειτουργία του άλλου ως ανάδειξης και ενσάρκωσης του απείρου, ο Μαριόν μετατρέπει τον έρωτα σε παιχνίδι μιας έντονα αλληλέγγυας ατομικότητας, που ακόμη κι αν μας κρατάει κάπως διστακτικούς απέναντι στην πλαγίως υπερβατική της βάση (η αγάπη με θεολογικές ή μη αποχρώσεις προκύπτει, όχι ως ενόραση ή άγγιγμα των γυμνών ανθρώπων και πραγμάτων, αλλά, ολοφάνερα, ως ένα διακύβευμα του φιλοσοφικώς νοείν), δεν μπορεί παρά να μας θέλξει και να μας δελεάσει με τη βαθύτερη κοινωνικοπολιτική της σημασία.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Με φόντο τον Εμφύλιο
Μαγική πολιτεία
Παραδείσια χρώματα: Μεταμορφώσεις και αντικατοπτρισμοί
Ταγκόρ, ο γεφυροποιός
Βιβλία για τον κινηματογράφο
Κάτι που λείπει ή τα θεατρικά caprichos ενός ποιητή
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Με φόντο τον Εμφύλιο
Μαγική πολιτεία
Παραδείσια χρώματα: Μεταμορφώσεις και αντικατοπτρισμοί
Ταγκόρ, ο γεφυροποιός
Βιβλία για τον κινηματογράφο
Είναι ο έρωτας ένα φιλοσοφικό ζήτημα;
Κάτι που λείπει ή τα θεατρικά caprichos ενός ποιητή
Από τις 4:00 στις 6:00
Τυφλοί μπλουζίστες, «τροφοδότες» του ροκ
50 χρόνια τραγουδά για την κοινωνική ισότητα
Διήγημα
Το Ψυχοσάββατο
Συνέντευξη
Η «Νέα Πορεία» της Θεσαλονίκης
Το βλέμμα του χρόνου
Διακοπές στην Κάρυστο
Άλλες ειδήσεις
Στο λαμπρό σκοτάδι της πόλης
Η έρημη χώρα του Παρόντος