Έντυπη Έκδοση

Από την Πόλη στην τσιμεντούπολη

Μνημονεύοντας τη Μαρία (Λωξάντρα) Ιορδανίδου

«Ζούμε στην εποχή του τσιμέντου και της πολυκατοικίας. Κι εγώ τώρα κάθουμαι σε μια πολυκατοικία. Εχω ένα εσωτερικό δυάρι στον τρίτο όροφο. Εσωτερικά τα λένε τώρα τα διαμερίσματα που δεν βλέπουν στο δρόμο αλλά στην αυλή. Μα και η αυλή πια δε λέγεται αυλή αλλά ακάλυπτος χώρος».

Ετσι αρχίζει η Μαρία Ιορδανίδου το βιβλίο της «Η αυλή μας» - το τελευταίο της, που κυκλοφόρησε το 1981 (Βιβλιοπωλείον της «Εστίας»). Οχτώ χρόνια αργότερα, στις 7 Νοεμβρίου 1989 -ακριβώς πριν από 20 χρόνια- έφευγε από τη ζωή, στα 92 της. «Την έζησα αν θέλει ο Θεός τη ζωή μου», γράφει προς το τέλος του ίδιου βιβλίου. «Την έζησα και τη γλέντησα. Γλέντησα ακόμα και τις τραγικές της στιγμές, γιατί η κάθε τραγωδία έχει και την κωμική της πλευρά και αυτή η κωμική της πλευρά δεν μου διέφευγε».

Συγγραφέας στα 66 της

Της «Αυλής» είχαν προηγηθεί τα βιβλία της: «Λωξάντρα», «Διακοπές στον Καύκασο», «Σαν τα τρελά πουλιά» (κι αυτά από το Βιβλιοπωλείον της «Εστίας»), όλα με πολλές εκδόσεις και πολυδιαβασμένα, ενώ η «Λωξάντρα» και το «Σαν τα τρελά πουλιά» έγιναν τηλεοπτικές σειρές.

Η «Λωξάντρα» που, επιπλέον, έγινε γαστριμαργική φίρμα, πρωτοκυκλοφόρησε το 1963, αλλά πέρασε σχεδόν απαρατήρητη. Η Ελλη Αλεξίου ήταν από τους ελάχιστους που το πρόσεξαν, σε κριτική της στην εφημερίδα «Δημοκρατική Αλλαγή». Βιβλίο και συγγραφέας ακούστηκαν μετά τη δικτατορία, όταν τιμήθηκε με το Χρυσό Σταυρό και το οφίκιο της Αρχόντισσας του Οικουμενικού Θρόνου. Και ήταν φυσικό να τιμηθεί από το Πατριαρχείο, αφού το βιβλίο της αναφέρεται στον ελληνισμό της Πόλης (όπου γεννήθηκε και η ίδια), πριν φυσικά σφαγιαστεί και διωχθεί από τους Τούρκους.

Εν πολλοίς αυτοβιογραφική η «Λωξάντρα», όπως άλλωστε και τα κατοπινά, ταυτίστηκε με τ' όνομα της Ιορδανίδου, μολονότι επρόκειτο για τη γιαγιά της. Το 'γραψε όταν ήταν 66 ετών, καθώς πριν η ζωή της ήταν γεμάτη βιοπάλη. «Οταν εργάζεσαι δεκάξι και δεκαοχτώ ώρες το εικοσιτετράωρο, όταν έχεις να μεγαλώσεις δυο παιδιά και μια μητέρα γριά, δεν σου μένει καιρός ανάσα να πάρεις - τι να γράψω μου λες!».

Ξεκίνησε τη «Λωξάντρα», «σαν ατζαμής, στα γηρατειά μου, και δεν ήξερα πώς ν' αρχίσω! Το 'παθα κι εγώ σαν τα παιδιά του σχολείου. Ο άντρας μου ήταν δάσκαλος και το είχε καημό που τα παιδιά δυσκολευόντουσαν να γράψουν έκθεση. "Γιατί, παιδί μου, δεν μπορείς να γράψεις;". "Δεν μπορώ ν' αρχίσω, κύριε, την αρχή δεν ξέρω!". "Ωραία, τότε θα σου δώσω μια συμβουλή: μην αρχίσεις από την αρχή, άρχισε από τη μέση". Λοιπόν, ακολούθησα τη συμβουλή του άντρα μου. Επιασα τη Λωξάντρα από τη μέση και την έβγαλα γριά στην πρώτη σελίδα. Ετσι έγινε η Λωξάντρα. Υστερα απ' αυτό μερακλώθηκα κι ήθελα να γράψω κι άλλο!»

Είναι από την πρώτη συνέντευξη που της είχα πάρει για την «Ε», στις 22 Οκτωβρίου 1979 (γιατί ακολούθησαν κι άλλες, μαζί μ' ένα τηλεοπτικό πορτρέτο στην εκπομπή «Παρασκήνιο», με σκηνοθέτη τον Λάκη Παπαστάθη). Την επισκεπτόμουν, στο διαμερισματάκι της στη Ν. Σμύρνη, όχι μόνο ως δημοσιογράφος, αλλά και ως φίλος και θαυμαστής. Ηταν από τις θηλυκές «γκουρού» που είχα επιλέξει, καθώς χαιρόμουν τη ζωντάνια, την αισιοδοξία, το χιούμορ, τα τραταρίσματά της.

Γίναμε αγγλοπρεπείς

Τη μνημονεύω, λοιπόν, σήμερα, κυρίως με κάποια ψήγματα από την «Αυλή μας», που αναφέρεται στη διαβίωσή της σε μια αθηναϊκή πολυκατοικία. Κι ας προσθέσω ότι το βιβλίο αυτό το έγραψε στα 84 της. Και καθώς πια δεν καλόβλεπε, το έγραψε με μαρκαδόρο: «Οσο περνάνε τα χρόνια, τόσο μεγαλώνω τα γράμματα!».

Γράφει: «Αλλάζουν οι καιροί, αλλάζουν και οι άνθρωποι. Μέσα στις πολυκατοικίες οι άνθρωποι γίνανε αγγλοπρεπείς. Βλέπεις κάποιον στη σκάλα ή στο ασανσέρ και δε σε χαιρετά. Στέκεται μπροστά σου σαν κολώνα πάγου, φοβάσαι να τον χαιρετήσεις κι εσύ. Δεν ξέρεις καλά καλά, συγκάτοικος είναι ή ξένος. Εχασαν οι Ρωμιοί τη ρωμιοσύνη τους».

Η εικόνα άλλαξε κάπως με τους σεισμούς του 1981: «Απ' τη στιγμή που άρχισαν οι σεισμοί, οι πολυκατοικίες της αυλής χάσανε την αγγλοπρέπειά τους. Οι άνθρωποι ξανάγιναν Ρωμιοί. Αρχισαν να χαιρετιούνται χωρίς να έχουν συστηθεί. Αργά και πού αρχίσανε μικροβεγγέρες». Εννοείται πως όταν πέρασε η φούρια του σεισμού οι περίοικοι ξανάγιναν... αγγλοπρεπείς.

Στο τέλος του βιβλίου δηλώνει και τις τελευταίες επιθυμίες της: Να μη μαυροφορεθεί κανείς. Ούτε στεφάνια. Οποιος θέλει, να δώσει το αντίτιμο στον δήμαρχο Ν. Σμύρνης υπέρ της υπηρεσίας απορριμμάτων. «Ακόμα να μη με κλάψετε καθόλου, αν μπορείτε. Τα κλάματα δεν χρειάζονται όταν ο θάνατος είναι φυσιολογικός». *

Ετσι & αλλιώς

Ελαχε να γνωρίζω την Ελλη Παππά (μια ακόμη θηλυκή «γκουρού» μου) από τότε που πρωτοχώθηκα στη δημοσιογραφία, ως κομματική υπεύθυνη και αρθρογράφο στην προδικτατορική «Δημοκρατική Αλλαγή».

Και διατηρώ τις καλύτερες μνήμες από την ευρυμάθεια, την ευγένεια, την κατανόηση (ιδιαίτερα σ' εμάς τους νεότερους), τη γενναιότητα, σε καιρούς που είχε ρίσκο (και περιεχόμενο) να ανήκεις και να δρας. Ακρως συγκινητική η κηδεία της, παράλληλα (ύστερα από 57 χρόνια!) με του αδικοχαμένου συντρόφου της Νίκου Μπελογιάννη (ως κατάσκοπος -τι να κατασκοπεύσει από μια Ελλάδα δοσμένη;). Αφήνει, πέρα από τον υποδειγματικό της βίο, κι ένα σημαντικό συγγραφικό έργο- απόρροια επίμοχθης μελέτης και προβληματισμού.

***

Η αποφασιστική συμβολή του Νίκου Κούρκουλου στην ανακαίνιση του Εθνικού Θεάτρου μνημονεύτηκε δίκαια στα εγκαίνια. Οσο για το εναρκτήριο «Πουθενά» του Δημήτρη Παπαϊωάννου είναι, όπως εκτιμήθηκε, περισσότερο μια εικαστική και λιγότερο (ώς καθόλου) χορευτική (αλλά πάντως ενδιαφέρουσα) παράσταση, που αποσκοπεί να καταδείξει τις εντυπωσιακές σκηνικές δυνατότητες του θεάτρου -τη συνύπαρξη της κλασικής δομής του με τα σύγχρονα τεχνολογικά επιτεύγματα. Εν αναμονή των παραστάσεων που θ' ακολουθήσουν.

Δοκιμασμένος μ' επιτυχία σε όλα περίπου τα ήδη του λόγου, ο Φώντας Λάδης αποφάσισε να δώσει ζωή σ' ένα αρχαίο άγαλμα και να το φέρει στις μέρες μας. «Ο νέος των Αθηνών», γραμμένο σε θεατρική - ποιητική μορφή, προσφέρεται για όπερα, χορόδραμα, μιούζικαλ κ.λπ. Μια γεύση του, σε χορευτική μορφή, πριν από λίγες ημέρες στο φυσικό του χώρο, στο Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών, άφησε άριστες εντυπώσεις, ανοίγοντας τον δρόμο για μια ολοκληρωμένη παρουσίασή του σ' ένα ευρύτερο κοινό. Ηδη έχει εκδηλωθεί ενδιαφέρον από τη Γαλλία, όπου έχει κυκλοφορήσει ως βιβλίο σε μετάφραση από την ελληνική έκδοση (εκδ. «Πύλη»).

ΣΗΜ.: Από την κατακλείδα συνέντευξης του Κέβιν Κόστνερ στον Θανάση Λάλα: «Εγώ σας ευχαριστώ, κύριε Λάλα. Μου άρεσε πολύ αυτή η συνομιλία... Υπάρχουν στιγμές σε συνεντεύξεις που βαριέμαι(...). Μόνο ο Λάρι Κινγκ και εσείς με έχετε προβληματίσει ρωτώντας». Τυχερός ο Κέβιν Κόστνερ.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Στη στήλη
Διαχρονικά
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Θέατρο
Τρίτο Στεφάνι: η αγιότητα της χυδαιότητας
Η αβάσταχτη ποίηση της κοινοτοπίας
Συνέντευξη: Μπρουνό Ντιμόν
Οι θρησκευτικές προκαταλήψεις αποξενώνουν από την κοινωνία
Ποίηση
«Μ' ένα στεφάνι φως» στο Μέγαρο Μουσικής
Κριτική θεάτρου
Με Πιραντέλο στην παράδοση του Κουν
Ρεσιτάλ υποκριτικής
Μουσική
Μουσική χωρίς βίζες και διαβατήρια
Συνέντευξη: Ευγένιος Τριβιζάς
Μια φορά κι έναν καιρό, ένας εγκληματολόγος
Αρχιτεκτονική
Αρχιτεκτονική: τέχνη ή επιστήμη;
Άλλες ειδήσεις
Morto per la liberta