Έντυπη Έκδοση

«Κωνσταντινούπολις»

Μία μεγαλειώδης έκδοση, με εισαγωγή και σχόλια του ιστορικού Κώστα Σταματόπουλου

Η μνημειακή έκδοση «Κωνσταντινούπολις», με εισαγωγή και σχόλια του ιστορικού Κώστα Σταματόπουλου, που θεωρείται ένας από τους βαθύτερους γνώστες της ελληνικής διάστασης της οθωμανικής και νεότερης Πόλης, έχει, όπως κάθε σημαντικό έργο, πολλές πλευρές κι επιδέχεται διάφορες προσεγγίσεις και τοποθετήσεις.

Καθώς υποδεχτήκαμε το 2010 και η Κωνσταντινούπολη παίρνει τη σκυτάλη της «Πολιτιστικής πρωτεύουσας της Ευρώπης», μπορεί π.χ. να ενταχθεί στην επικαιρότητα. Να θεωρηθεί μια γενναιόδωρη ελληνική συμβολή στον εορτασμό, που την καθιστά μεγαλύτερη το γεγονός ότι το θαυμάσιο αυτό βιβλίο (1.500 σελίδες μεγάλου σχήματος) κυκλοφορεί επίσης στην αγγλική και την τουρκική γλώσσα. Παρότι η έκδοση σχεδιάστηκε στην πραγματικότητα σε ανύποπτο χρόνο, παραμένει τεκμήριο του βυζαντινού παρελθόντος της Κωνσταντινούπολης. Και θα αποτελέσει σίγουρα λαμπρή ψηφίδα σε όσα πρόκειται να δουν το φως της δημοσιότητας την ερχόμενη χρονιά...

Το πολυσέλιδο αυτό λεύκωμα μας παρουσιάζει για πρώτη φορά, με θαυμάσια εκτύπωση και σοφή επιμέλεια, μια πολύτιμη συλλογή. Ενα τεράστιο φωτογραφικό αρχείο - που αποτυπώνει την όψη και τη ζωή της Κωνσταντινούπολης στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Μας δείχνει, προπάντων, πώς ήταν η εντός των τειχών Πόλη - το Βυζάντιο, που κατάλοιπα του μεγαλείου του βρίσκονταν ακόμα σκόρπια, έκθετα εδώ κι εκεί, ή θαμμένα στο χώμα, μέσα και δίπλα στις φτωχογειτονιές, πριν τα εξαφανίσουν τα πολεοδομικά σχέδια, η διάνοιξη δρόμων και οι κατεδαφίσεις ολόκληρων οικοδομικών τετραγώνων, χάριν της δημιουργίας πλατειών ή της ανάδειξης οθωμανικών μνημείων.

Οσοι ερευνητές έχουν μελετήσει παλαιές φωτογραφίες και προπαντός όσοι τις έχουν επίπονα αναζητήσει, ζητιανέψει σε ορισμένες περιπτώσεις, σε άγνωστες βιβλιοθήκες και επτασφράγιστα οικογενειακά συρτάρια, θα καταλάβουν καλύτερα την τεράστια προσφορά του κ. Μάριου Δαλέζιου, που παρουσιάζει την εξαιρετική αυτή έκδοση με τις φωτογραφίες του παππού και του πατέρα του. Γιατί οι ερευνητές γνωρίζουν καλύτερα από κάθε άλλον πόσο μεγάλη τύχη είναι να βρίσκονται τώρα λαμπρά τυπωμένες και προσβάσιμες στον καθένα αυτές οι συναρπαστικές εικόνες, προεκτείνοντας τη ζωή τους, ως αντικείμενα μελέτης. Συγχρόνως, θα αναλογιστούν με θλίψη πόσα αρνητικά ή γυάλινες πλάκες έχουν από ανίδεους κληρονόμους καταστραφεί και πεταχτεί, παίρνοντας μαζί τους στα σκουπίδια κόσμους ολόκληρους και πληροφορίες ανυπολόγιστης αξίας...

Εχει όμως και μία πρωτοτυπία αυτό το βιβλίο, που στιγμές στιγμές μεταβάλλεται σε αίνιγμα γι' αυτόν που το φυλλομετράει. Ενώ το θέμα του είναι ένα, η σαγηνευτική όψη της παλαιάς Κωνσταντινούπολης, οι φωτογράφοι είναι δύο. Ο πρώτος, ο Αχιλλέας Σαμαντζής, είναι καταξιωμένος επαγγελματίας, φωτογράφος του σουλτάνου μάλιστα, με δικό του φωτογραφείο στο κέντρο της Πόλης, απέναντι από το ιστορικό ξενοδοχείο «Πέρα Παλλάς» - το «στούντιο Απόλλων». Είναι γιος ζωγράφου, του Ιάκωβου Σαμαντζή εφφέντη, κι έχει στα νεανικά του χρόνια διδαχτεί και ο ίδιος ζωγραφική. Ο δεύτερος είναι ο γαμπρός του, σύζυγος της κόρης του Βιργινίας, ο Ευγένιος Δαλέζιος, φωτογράφος ερασιτέχνης. Ασχολείται με το εμπόριο ξυλείας. Αλλά υπήρξε επίσης πρόξενος της Δημοκρατίας της Γεωργίας στην Κωνσταντινούπολη και, συγχρόνως, μέλος του Ινστιτούτου Βυζαντινών Σπουδών των Παρισίων και πολλών άλλων επιστημονικών ιδρυμάτων, συγγραφέας βιβλίων, μελετών και άρθρων σε έγκριτα βυζαντινολογικά περιοδικά. Είναι περισσότερο ιστορικός, όπως φαίνεται, και λιγότερο επιχειρηματίας... Θα έλεγε κανείς ότι είναι διαφορετικοί οι στόχοι των δύο φωτογράφων. Για τον Δαλέζιο η φωτογραφία μπορούμε να εικάσουμε ότι ήταν ένα αποδεικτικό μέσο, ένα εργαλείο, τρόπος καταγραφής και μελέτης αυτών που έβρισκε στις έρευνές του, θαμμένα κάτω από θεμέλια παλαιών σπιτιών, μέσα σε σωρούς χαλασμάτων, εκεί που διανοιγόταν ένας δρόμος κι εκεί που είχε μόλις σωριαστεί σε ερείπια το παλιό ξύλινο σπίτι που έπιασε την προηγούμενη νύχτα φωτιά.

Η Ιστορία της Ελληνικής Φωτογραφίας, όμως, οφείλει πολλά σε ερασιτέχνες φωτογράφους. Ως πρόχειρο παράδειγμα θα αναφέρω τον ήρωα του Μακεδονικού Αγώνα, τον Παύλο Μελά, που όχι μόνο φωτογράφισε τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896, αλλά κατέγραψε με τον φακό του τη ζωή της Αθήνας, ιδιαίτερα της Κηφισιάς του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, με το ποιητικό ύφος ενός Βισκόντι...

Αυτός που εξετάζει προσεκτικά το βιβλίο, πάντως, αναρωτιέται συχνά: Ποιος από τους δύο φωτογράφους εντόπισε άραγε και απαθανάτισε τα βυζαντινά κιονόκρανα των σελίδων 166 και 167, που τα βλέπουμε πεσμένα, σαν μεγάλα μαρμάρινα λουλούδια, στο λιθόστρωτο και είναι αποδεικτικά της πληθώρας βυζαντινών μελών και ερειπίων που, κυριολεκτικά, τα έβρισκε κανείς τότε, όποια πέτρα κι αν σήκωνε, στην Κωνσταντινούπολη; Ο Σαμαντζής, που είναι ολοφάνερο ότι όταν δεν φιλοτεχνεί τα πορτρέτα των επιφανών πελατών του στο στούντιο «Απόλλων», αρέσκεται να φωτογραφίζει με το φυσικό φως γέρους, γυναίκες και παιδιά, στις γέφυρες και στα σοκάκια της Πόλης, βγάζοντας μάλιστα φωτογραφίες υποβλητικές, συχνά και αφαιρετικές, πολύ μοντέρνες θα έλεγα για την εποχή του; Ή ο Ευγένιος Δαλέζιος με τα αρχαιολογικά ενδιαφέροντα;

Ο Κώστας Σταματόπουλος στη θαυμάσια μελέτη του (ακόμη και ορισμένες λεζάντες του είναι μικρές πραγματείες...), μια μελέτη που τοποθετεί τους φωτογράφους και τις φωτογραφίες στο ιστορικό πλαίσιο της εποχής τους, λέει ότι η «φωτογραφία, μέσα απ' αυτό που δείχνει, αποκαλύπτει εξίσου και αυτόν που την τράβηξε». Σε γενικές γραμμές είναι σωστό. Μπορεί κανείς να διακρίνει το ενδιαφέρον του Σαμαντζή για τους ανθρώπους της Πόλης και το πάθος του Δαλέζιου για τα βυζαντινά κτήρια και τις υπέροχες βυζαντινές προσόψεις, τους μισογκρεμισμένους νάρθηκες, τα τόξα και τις αψίδες, που με την ίδια αξιοπρέπεια που υποστήριζαν την αίγλη και τη λαμπρότητα την εποχή της ακμής, υποφέρουν τώρα την εγκατάλειψη και τη μοναξιά.

Δεν ξέρω αν η φαντασία μου, που την ενεργοποίησε σε υπέρτατο βαθμό αυτό το υπέροχο βιβλίο, προτρέχει και καλπάζει. Πάντως, εγώ τους βλέπω συχνά μαζί τους δύο φωτογράφους. Πιστεύω δηλαδή πως τα ίδια θέματα και τα ευρήματα τα στόχευαν κάποτε με τον φακό τους και οι δύο. Γιατί ποιος θα μπορούσε να φωτογραφήσει τόσες φορές τον λεπτό, κομψό Ευγένιο Δαλέζιο ψηλά στα τείχη ή να τον απαθανατίσει στην ωραία, αλλά και πολύ δύσκολη τεχνικά φωτογραφία, καθώς κωπηλατεί στην κινστέρνα του Ιουστινιανού, με τον περιορισμένο ακόμη και σήμερα φωτισμό, εκτός από τον καλοκάγαθο και καλοζωιστή, τον λίγο βαρύ, με το παχύ μουστάκι και με το φέσι του πολίτη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας πεθερό του, που ήταν έμπειρος φωτογράφος; Θέλω να πω ότι συνήθιζαν ίσως γαμπρός και πεθερός τις κοινές εξορμήσεις με τις φωτογραφικές μηχανές τους ανά χείρας. Η φωτογραφία ήταν στην εποχή τους τεχνολογικός νεωτερισμός, ευρωπαϊκό χόμπι που είχε ενθουσιάσει, γιατί μπορούσε να απαθανατίσει τις φευγαλέες οπτικές συγκινήσεις. Γι' αυτό και είχε διαδοθεί αλματωδώς, ιδιαίτερα όταν περί το τέλος του 19ου αιώνα άρχισαν να κυκλοφορούν στο εμπόριο οι εύχρηστες, φορητές φωτογραφικές μηχανές. Οι δύο άντρες απολάμβαναν ενδεχομένως κοινούς περιπάτους. Η διαφορά της ηλικίας τους δεν ήταν μεγάλη. Ο Σαμαντζής είχε γεννηθεί το 1870. Ο Δαλέζιος το 1888.

Δεν ήταν οι μόνοι άλλωστε που ξεκινούσαν από το ευρωπαϊκό κέντρο, το Σταυροδρόμι και το Πέραν, για κάποιους από τους μακρινούς λόφους της Πόλης. «Πήγαιναν συχνά για να ξεκουράσουν την ψυχή τους μέσα σ' ένα αναδρομικό εθνικό αναβάπτισμα. Την τελευταία φορά είχαν πάει με άλογα στον λόφο της Μονής της Χώρας, από το ύψωμα του οποίου μπορούσαν να απολαύσουν τις αδρές γραμμές των βυζαντινών τειχών που ζώνουν τη θεοφύλακτη Πόλη...» - γράφει, για κείνη ακριβώς την εποχή, η Σοφία Σπανούδη. Διευκρινίζοντας στη συνέχεια ότι οι ιππείς, που έπαιρναν συχνά μαζί και τον σύζυγό της Κωνσταντίνο Σπανούδη, ήταν ο Αθανάσιος Σουλιώτης και ο Ιων Δραγούμης... Επειδή μιλάμε πάντως για τα τείχη, πρέπει κανείς να σημειώσει ότι όποιος από τους δύο φωτογράφους έβγαλε τη δισέλιδη φωτογραφία των Τειχών (σελ. 194 και 195 του βιβλίου), των Τειχών που ξετυλίγονται σε ατέλειωτο βάθος, μελαγχολικά φαντάσματα, μισογκρεμισμένα κι ωστόσο επιβλητικά ακόμα, εξασφάλισε μια θέση στην Ιστορία της Φωτογραφίας, θα τολμούσα να πω διεθνώς.

Δεν γνωρίζουμε με τι μηχανές είχαν βγάλει τις φωτογραφίες τους ο Σαμαντζής και ο Δαλέζιος. Και είναι κρίμα. Αν και, πέρυσι, στη μεγάλη έκθεση του Γιόζεφ Κουντέλκα, στο Μουσείο Μπενάκη, όταν τον ρώτησα για τις φωτογραφικές του μηχανές, ο μάγος αυτός του φακού μού είχε απαντήσει, κάπως αυστηρά μάλιστα, ότι «τις φωτογραφίες δεν τις βγάζουν οι κάμερες, αλλά οι φωτογράφοι...».

Οι φωτογράφοι του παλιού καιρού δεν είχαν στη διάθεσή τους αυτόματα φωτόμετρα και γενικότερα τα προηγμένα μέσα που προσφέρει η τεχνολογία, ιδιαίτερα η ηλεκτρονική, στους φωτογράφους της εποχής μας. Αλλά είχαν τους αξεπέραστους χειροποίητους κρυστάλλινους φακούς, που απέδιδαν όλο το φάσμα της τονικότητας, στα μεγάλου σχήματος αρνητικά της εποχής, τις μυριάδες διαβαθμίσεις του μαύρου προς το γκρίζο, του γκρίζου προς το υπόλευκο και το λευκό, εξασφαλίζοντας στην αποτύπωση της εικόνας υψηλή ποιότητα και ευκρίνεια και άφηναν βέβαια τον πρώτο, τον κυρίαρχο ρόλο, στην ανθρώπινη ματιά.

Οι δύο φωτογράφοι, τους οποίους μας γνωρίζει το μαγευτικό αυτό βιβλίο, είχαν όμως κι έναν άλλο σύμμαχο: το δραματικό φως της Πόλης. Τη βιαιότητα και την εναλλαγή των καιρών. Τα βαριά σύννεφα που μαζεύονται πάνω από τον Βόσπορο και τον ασάλευτο Κεράτιο, ώσπου να τα εξαφανίσει ο μαυροθαλασσίτικος βοριάς και να πλημμυρίσει τη στεριά και τη θάλασσα ολόχρυση η λιακάδα. Είναι ο ίδιος άνεμος που εξαφανίζει και την ομίχλη στην Πόλη. Τα πέπλα της υγρασίας που κουρνιάζουν στα σοκάκια το ξημέρωμα, μουσκεύουν τα καλντερίμια και φτάνουν κάποτε ψηλά, ώς τις κορφές των μιναρέδων, παγιδεύοντας τους ατμοσφαιρικούς ρύπους από τζάκια σπιτιών και καπνούς πλοίων. Αυτό το εναλλασσόμενο φως είναι πανταχού παρόν στις φωτογραφίες του Σαμαντζή και του Δαλέζιου. Περιβάλλει τον χότζα που διασχίζει στοχαστικός τον κήπο του τεμένους. Δύο ηλικιωμένους Τούρκους που συνομιλούν απορροφημένοι, ακουμπισμένοι στην κουπαστή της γέφυρας του Γαλατά, με φόντο το Σουλεϊμανιέ. Αγκαλιάζει γυναίκες και παιδιά. Τις χανούμισσες με τις ομπρέλες τους στην εξοχή του Κεάτ-χανέ, τα ξύλινα σπίτια στα Ταταύλα. Αγγίζει ακόμα και τους χαμάληδες, που μαζί με την απόλυτη ένδεια διαθέτουν, ευτυχώς, και την τεχνική να σηκώσουν στη ράχη τους τεράστια βάρη... Η ζωή της Πόλης! Με την ομορφιά και τις αντιφάσεις της. Κι εκεί, στις όχθες του Βοσπόρου, πίσω από ονειρώδεις κήπους και περίτεχνες προσόψεις παλατιών, τα γυρίσματα και οι τραγικές αντιφάσεις της Ιστορίας. Ο φακός του Αχιλλέα Σαμαντζή ως επίσημου φωτογράφου εστίασε πολλές φορές και σε μεγάλα γεγονότα, αφήνοντάς μας πολύτιμα ιστορικά ντοκουμέντα.

Ωστόσο αυτά καταλαμβάνουν ελάχιστες σελίδες στο βιβλίο, αν και η φωτογραφία του κάιζερ Γουλιέλμου του Β' με στολή οθωμανού στρατάρχη, που έχει βγάλει ο Σαμαντζής, θεωρείται όχι απλώς ιστορική, αλλά και από κάθε άποψη αποκαλυπτική, ακόμα και από τους τούρκους ιστορικούς της φωτογραφίας...

Το βιβλίο είναι ωστόσο ένας ύμνος στο υπέρλαμπρο όραμα της Πόλης, που, σε όλες σχεδόν τις φωτογραφίες, αχνοφαίνεται στο βάθος σαν μεγαλειώδες σκηνικό. Πλαισιώνει τους πύργους, τους μιναρέδες, τους τρούλους βυζαντινών εκκλησιών, που, όπως παρατηρεί ο Οικουμενικός Πατριάρχης σε επιστολή προς τον Μάριο Δαλέζιο, που προτάσσεται στην έκδοση, «τεχνουργούν εν σιγή την αέναον μαρτυρίαν και το αρχοντικόν ήθος της βασιλίδος των πόλεων».

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Τουρκία
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Οσκαρ Ουάιλντ
Οταν το μέλλον παραμονεύει
Διηγήματος τελετουργία
Η εσώτερη Κωνσταντινούπολη
Οι πόλεις του Βορρά και οι απορίες του Νότου δίπλα μας
Ο Κόσμος, ο Θεός, η θάλασσα στο διηνεκές
Τα ποιήματα του Νίκου Δήμου ( 1955-2005)
Ιστορία επιβίωσης με όρους
Ο πρώτος αθλητισμός δεν έχει γήπεδο
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Οσκαρ Ουάιλντ
Οταν το μέλλον παραμονεύει
Διηγήματος τελετουργία
«Κωνσταντινούπολις»
Η εσώτερη Κωνσταντινούπολη
Οι πόλεις του Βορρά και οι απορίες του Νότου δίπλα μας
Ο Κόσμος, ο Θεός, η θάλασσα στο διηνεκές
Τα ποιήματα του Νίκου Δήμου ( 1955-2005)
Ιστορία επιβίωσης με όρους
Ο πρώτος αθλητισμός δεν έχει γήπεδο
Συνέντευξη: Χρ. Χρυσόπουλος
Οι κρυφές όψεις της λογοτεχνίας
Λογοτεχνικό Συμπόσιο
Καβάφεια 2009
Κριτική μουσικής
Στο ντιβάνι του Δισκαναλυτή
Από τις 4:00 στις 6:00
Το πρωί με ξυπνάς με φιλιά
Για πάντα νέος
Άλλες ειδήσεις
Τηλεφώνημα από την Ανατολική Ακτή των ΗΠΑ
Τα σονέτα του Σαίξπηρ στο Berliner Ensemble
Γράμμα από το Λονδίνο
Apres vous