Έντυπη Έκδοση

Οι πόλεις του Βορρά και οι απορίες του Νότου δίπλα μας

* Ρομπέρτο Σαβιάνο

Το αντίθετο του θανάτου

μτφρ.: Σώτη Τριανταφύλλου

εκδόσεις Πατάκη, σ. 85, ευρώ 7,50

Το μυθιστόρημα «Γόμορρα» έκανε ευρέως γνωστό τον τριαντάχρονο Σαβιάνο, η αποκάλυψη όμως των τρόπων λειτουργίας της ναπολιτάνικης μαφίας τού στέρησε την ελευθερία του· έκτοτε ζει υπό προστασία. Το νέο του συγγραφικό βήμα περιλαμβάνει δύο εκτεταμένα διηγήματα: «Το αντίθετο του θανάτου», με τον χαρακτηριστικό υπότιτλο «Επιστροφή από την Καμπούλ», και «Το δακτυλίδι», με υπότιτλο «Σκηνές από τη ναπολιτάνικη ζωή». Στο δεύτερο, επιστρέφει στο γνωστό του θέμα, δηλαδή της τρομοκράτησης του ιταλικού Νότου από την Καμόρα.

Η δεύτερη ιστορία ξεκινά με αναδρομή: ο έφηβος αφηγητής με τη βέσπα του οδηγεί στο χωριό του μια γνωστή του από τον Βορρά που θα τον συνοδέψει στον γάμο ενός μακρινού ξαδέρφου. Είναι σαφές ότι αμφισβητεί κάποια από τα τοπικά ήθη, αλλά αισθάνεται εγκλωβισμένος σ' αυτά. Νιώθει πως η ιστορία της νότιας Ιταλίας είναι πολύ διαφορετική από αυτή της βόρειας και, όπως όλοι οι συνομήλικοί του, σκέφτεται συχνά τις πόλεις του Βορρά. Προσπαθεί να προστατέψει τη φίλη του από τους φαλλοκράτες συγχωριανούς, διστάζει να της μιλήσει για όσα ξέρει (π.χ για τα καντήλια στις γωνίες των δρόμων, που δεν είναι για αντιστασιακούς του πολέμου, όπως θεωρεί αρχικά η φίλη του, αλλά για θύματα της μαφίας), επιχειρεί να την περάσει γρήγορα από τα άσχημα σημεία της διαδρομής και να της προβάλει τα όμορφα. Νιώθει αγάπη για τον τόπο του, που συνοδεύεται από απώθηση για όσα συμβαίνουν καθημερινά εκεί.

Αρκετά χρόνια αργότερα η ίδια κοπέλα, που είναι πλέον δημοσιογράφος στη Ρώμη, έρχεται ξανά στη Νάπολη για να διερευνήσει τη δολοφονία δύο νεαρών. Ο τρόπος που εκφράζεται γι' αυτούς στενοχωρεί τον αφηγητή: αισθάνεται ανίκανος να της εξηγήσει τον τρόπο που λειτουργούν κάποια πράγματα στην περιοχή του. Ωστόσο η αποστολή της δημοσιογράφου ανασύρει επίπονα στη μνήμη το περιστατικό της δολοφονίας, και την τύχη που περιμένει πολλούς από τους νεαρούς που αρνούνται να συνεργαστούν με τη μαφία, τους «αντιστασιακούς» ενός καθημερινού κρυφού πολέμου. Πιθανόν τα δύο άτομα στα οποία είναι αφιερωμένο το βιβλίο να είναι οι νεαροί της έρευνας της δημοσιογράφου ή κάποιοι άλλοι· δεν έχει και τόση σημασία γιατί τα θύματα είναι πολύ συχνά.

«Το αντίθετο του θανάτου» αρχίζει με τη λυρικότατη αφήγηση μιας νεαρής κοπέλας, της Μαρίας, που προσπαθεί να φανταστεί το Αφγανιστάν συναρμολογώντας τα διάφορα στοιχεία που ξέρει γι' αυτό από εικόνες της τηλεόρασης. Ακροατής της ο νοούμενος συγγραφέας, που μας παρέχει επιπρόσθετες πληροφορίες: πόσο δύσκολα προφέρεται η λέξη Αφγανιστάν στη ναπολιτάνικη διάλεκτο, τα μαύρα που φορούν οι ντόπιες στα ξόδια κ.λπ. Η Μαρία ήταν έτοιμη να παντρευτεί τον Εντσο μόλις θα επέστρεφε από το Αφγανιστάν, αλλά ο Εντσο δεν επέστρεψε, οπότε η κοπέλα προσπαθεί επίμονα να ανασυστήσει τον τόπο και τον τρόπο θανάτου ρωτώντας τους στρατιώτες που έχουν επιστρέψει. Στο χωριό της «υπάρχουν βετεράνοι από κάθε πόλεμο, απ' όλες τις τελευταίες συρράξεις. Αυτές που δεν χαρακτηρίζουμε πια "μάχες" ή "συγκρούσεις", αλλά "αποστολές"», σχολιάζει εύστοχα ο αφηγητής.

Το χωριό της Μαρίας και τα όμορα χωριά έχουν αφύσικα πολλές συνδέσεις στο Ιντερνετ, ώστε να επικοινωνούν οι στρατιώτες με τις οικογένειές τους. Η ερώτηση «ποιος είναι ο πιο πρόσφατος πόλεμος» στον ιταλικό Νότο θεωρείται «τετριμμένη», μια και υπάρχουν πολλοί πρόσφατοι πόλεμοι: στον Λίβανο, στη Σομαλία, στη Βοσνία, στο Κοσσυφοπέδιο, στο Αφγανιστάν. Το χωριό της Μαρίας είναι επίσης ένα από τα χωριά γύρω από τη Νάπολη όπου είναι ισχυρή η παρουσία της μαφίας. Εάν δεν συνεργαστείς μαζί της, μία από τις σοβαρές εναλλακτικές για το μέλλον σου είναι η κατάταξη στον μισθοφορικό ιταλικό στρατό. Αμφότεροι οι πόλεμοι, φανερός και μυστικός, είναι αδιέξοδοι· το μαρτυρούν ακόμη και τα καμένα οχήματα: τα τεθωρακισμένα στην περίπτωση του Αφγανιστάν, των συνεργατών της μαφίας στην περιοχή της Νάπολης. Και στις δύο περιπτώσεις η πλακέτα που αναγράφει τα στοιχεία και φορούν στον λαιμό οι στρατιώτες, αποδεικνύεται χρήσιμη για την αναγνώριση, σχολιάζει πικρά ο αφηγητής.

Πέρα από τις μεμονωμένες περιπτώσεις στρατιωτών διαφόρων πολέμων που συναντούν η Μαρία και ο αφηγητής, η συγκλονιστικότερη μαρτυρία είναι η μαρτυρία της ίδιας της δεκαοχτάχρονης Μαρίας, η οποία έμεινε κατ' ουσίαν χήρα πριν παντρευτεί. Η στωικότητα με την οποία αφηγείται την ιστορία της και την επαναλαμβάνει σε όποια άλλη κοπέλα το επιθυμεί, τη μετουσιώνει από απλή χωριατοπούλα σε τραγική ηρωίδα. Και ο ιταλικός Νότος με τη φτώχεια, τη μαφία, τη σιωπή, τους αφρικανούς μετανάστες, τους μισθοφόρους φαίνεται να διαθέτει πολλές από αυτές...

* Λένα Διβάνη

Τι θα γίνω άμα δεν μεγαλώσω και άλλα αναπάντητα ερωτήματα

εκδόσεις Καστανιώτη, σ. 248, 16 ευρώ

Στα αξιοπρόσεκτα χρονογραφήματά της, πολλά εκ των οποίων είχαν δημοσιευτεί στον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο, η Λένα Διβάνη επιχειρεί να αναλύσει ή να αντιστρέψει πολλά από τα υπάρχοντα φλέγοντα -ή όχι και τόσο φλέγοντα- ερωτήματα. Χαρακτηριστικό από αυτή την άποψη το ομώνυμο του τίτλου «Τι θα γίνω άμα δεν μεγαλώσω», που αφ' ενός επιχειρεί να αγνοήσει τη φυσιολογική εξέλιξη, το μεγάλωμα, και αφ' ετέρου να ανασυντάξει το διαρκές «καυτό» ερώτημα που τίθεται στους νέους. «Τι θα γίνεις άμα μεγαλώσεις;» είναι μία από τις γνωστές τσιχλόφουσκες - ερωτήματα που τίθενται στα παιδιά και στους εφήβους από γονείς, συγγενείς και φίλους και κάνουν τον/την ερωτώμενο/η να αισθανθεί όλο το βάρος του κόσμου στο κεφάλι του/της. Εχει όμως νόημα ένα τέτοιο ερώτημα που εξοβελίζεται καταπιεστικά προς κάθε πιτσιρικά σε μια εποχή που ελάχιστα μένουν στάσιμα, από τα κλασικά επαγγέλματα μέχρι τους δείκτες ανεργίας; Επίσης μπορεί κανείς να μένει σταθερός σε κάτι όταν τα πάντα γύρω εξελίσσονται; Η Διβάνη προκρίνει την ευελιξία και δείχνει την εξελικτική διαδικασία σε πολλά από τα κείμενά της.

Το βιβλίο χωρίζεται σε τέσσερα μέρη αλλά πολλά από τα ερωτήματα του πρώτου -και άτιτλου- μέρους επανεμφανίζονται στα επόμενα. Στο «Ποια είμαι εγώ που απορώ» η συγγραφέας αυτοπαρουσιάζεται και ακολουθούν κάποια σημειώματα που δείχνουν την ανατροπή πολλών από τα ζητήματα που σε νεότερη ηλικία θεωρούμε δεδομένα. Ακολουθούν κάποια άλλα που σαφώς δείχνουν την τρυφερότητα της καθηγήτριας (της Ιστορίας της Εξωτερικής Πολιτικής) Διβάνη για τους φοιτητές της και μερικά όπου μέσα από το καυστικό χιούμορ κατακεραυνώνουν την κυρίαρχη άποψη των αντρών της σημερινής εποχής για τις γυναίκες (πάσης φύσεως και εθνικότητας), αλλά και τον καταναλωτισμό όλων μας και κάποιες από τις ανθρώπινες και καθημερινές αδυναμίες.

Στην τριλογία των διακοπών, μια ένθετη ενότητα, η συγγραφέας δηλώνει την προτίμησή της για τις πραγματικές διακοπές -δηλαδή αυτές που δεν έχουν σχέση με εξοχικά και άλλες αντιγραφές της πόλης-, σημειώνει τα εμπόδια στις διακοπές πολλών, που οφείλονται στην απερισκεψία και στην αγένεια των άλλων, τις μεγάλες προσδοκίες που έχουμε όλοι από αυτές, παρότι συνήθως το μόνο σίγουρο που κουβαλάμε μαζί μας είναι ο εαυτός μας.

Κάποια ακόμη θέματα που επανέρχονται στα κείμενά της με αφορμές που εκτείνονται από την τέχνη μέχρι τη διαφήμιση και από το βιβλίο μέχρι τον κινηματογράφο, αφορούν τα γνωστά σε όλους στερεότυπα που δημιουργεί η σημερινή καταναλωτική και ισοπεδωτική κοινωνία. Προσοχή, όμως! Η Διβάνη ξέρει ότι ζούμε σ' αυτήν και ότι είναι πολύ δύσκολο να αποφύγουμε την ισοπέδωσή της, γι' αυτό απλώς μας προτρέπει να σκεφτούμε πλαγίως. Σε κάποια από τα πιο «εξοργισμένα» κείμενά της διακρίνεται ένας κάποιος διδακτισμός, που στα περισσότερα, εύστροφα, αποφεύγεται. Στο «Ημέρα της γυναίκας; Οχι, ευχαριστώ», παίζει με τη μέθοδο των ερωταποκρίσεων των αγγλικών συνθημάτων και μπορεί μεν κανείς να διαφωνήσει με το σχόλιο ότι τα ιστορικά στοιχεία που δίνουν οι εφημερίδες για τη συγκεκριμένη μέρα είναι βαρετά, αλλά αν ανατρέξει στη μνήμη του/της σίγουρα θα συμφωνήσει πως τα υποτιμητικά σχόλια, ρεπορτάζ, φωτογραφίες που έχουν τα περισσότερα έντυπα με αφορμή τον συγκεκριμένο εορτασμό, αντικειμενοποιούν και υποβιβάζουν για ακόμη μία φορά το γυναικείο φύλο. Ενα άλλο σοβαρό θέμα που θίγεται σε κάποια από τα χρονογραφήματα είναι η ανάγκη πολλών καλλιτεχνών, διανοουμένων και γενικώς σκεπτόμενων ανθρώπων να αυτολογοκριθούν για να μη θεωρηθούν «κουλτουριάρηδες».

Στο μέρος με τον τίτλο «Προς Αϊ-Βασίλη» περιλαμβάνονται διάφορα άρθρα που έχουν σχέση, αφ' ενός, με το πέρασμα στον 21ο αιώνα και τις διεθνείς συγκυρίες και αφ' ετέρου, με την ανάγκη των ανθρώπων για τη δημιουργία άλλων κόσμων πέραν αυτού της καθημερινότητάς τους. Η αστοχία της υπερχρησιμοποίησης πολλών λέξεων (π.χ. του πάντα και του ποτέ) και οι ευφημισμοί καυτηριάζονται, όπως και η αναζήτηση της μαγικής ρετσέτας που θα μας ανοίγει πάντα δρόμους.

Στα πιο μελαγχολικά αλλά και τρυφερά κείμενά της η συγγραφέας ασχολείται με το πώς περνούν τις γιορτές κάποιοι περιθωριακοί συνάνθρωποι, αλλά και πολλοί μοναχικοί άνθρωποι, απροσάρμοστοι στο γενικό κλίμα ευφορίας. Οι «απροσάρμοστοι» την απασχολούν επίσης και σε τρία μικρά δοκίμια με γενικό τίτλο «Ζωές σαν μυθιστόρημα», όπου ασχολείται συνοπτικά με τις Σύλβια Πλαθ, Τζιν Ρις και Ζέλντα Φιτζέραλντ. Εδώ η αγάπη της για τη λογοτεχνία και τις τρεις «παρεξηγημένες» δημιουργούς είναι εμφανής, και τα τρία αυτά εξόχως περιεκτικά δοκίμια θα μπορούσαν μαζί με κάποια αντίστοιχα να παρουσιαστούν σε κάποιο άλλο βιβλίο της συγγραφέως. Η κατά το μάλλον ή ήττον τραγική ζωή τους, παρά την απολύτως πιστή εξιστόρηση και τον εύστοχο σχολιασμό, θέτει αυτά τα κείμενα εκτός ύφους του συγκεκριμένου βιβλίου, που διακρίνεται για το σπινθηροβόλο και συχνά καυστικό χιούμορ του.

Το «Τι θα γίνω άμα δεν μεγαλώσω» διαβάζεται εύκολα και αγγίζει πολλά καθημερινά ζητήματα - και ατοπήματα. Εάν πάσχει από κάτι, αυτό είναι ακριβώς το στοιχείο της επιφυλλιδογραφίας: όταν το κείμενο διαβάζεται σε μια εφημερίδα σε συνεπαίρνει, αλλά όταν απαντάται ομού με άλλα πανομοιότυπα κάπου κουράζει. Τα ζητήματα που θίγονται, παρότι παρουσιάζονται με διαφορά τριετίας ή και δεκαετίας από την αρχική τους δημοσίευση, παραμένουν επίκαιρα (ο έρωτας, ο κατακλυσμός της ευτέλειας, τα δύο φύλα) και θα παραμείνουν, φοβούμαι, για πολύ ακόμη. Ωστόσο τα χρονογραφήματα είναι από τη φύση τους κείμενα ταχείας πρόσληψης και η όποια γοητεία τους διαρκεί -στα περισσότερα- όσο και η ανάγνωσή τους.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Οσκαρ Ουάιλντ
Οταν το μέλλον παραμονεύει
Διηγήματος τελετουργία
«Κωνσταντινούπολις»
Η εσώτερη Κωνσταντινούπολη
Ο Κόσμος, ο Θεός, η θάλασσα στο διηνεκές
Τα ποιήματα του Νίκου Δήμου ( 1955-2005)
Ιστορία επιβίωσης με όρους
Ο πρώτος αθλητισμός δεν έχει γήπεδο
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Οσκαρ Ουάιλντ
Οταν το μέλλον παραμονεύει
Διηγήματος τελετουργία
«Κωνσταντινούπολις»
Η εσώτερη Κωνσταντινούπολη
Οι πόλεις του Βορρά και οι απορίες του Νότου δίπλα μας
Ο Κόσμος, ο Θεός, η θάλασσα στο διηνεκές
Τα ποιήματα του Νίκου Δήμου ( 1955-2005)
Ιστορία επιβίωσης με όρους
Ο πρώτος αθλητισμός δεν έχει γήπεδο
Συνέντευξη: Χρ. Χρυσόπουλος
Οι κρυφές όψεις της λογοτεχνίας
Λογοτεχνικό Συμπόσιο
Καβάφεια 2009
Κριτική μουσικής
Στο ντιβάνι του Δισκαναλυτή
Από τις 4:00 στις 6:00
Το πρωί με ξυπνάς με φιλιά
Για πάντα νέος
Άλλες ειδήσεις
Τηλεφώνημα από την Ανατολική Ακτή των ΗΠΑ
Τα σονέτα του Σαίξπηρ στο Berliner Ensemble
Γράμμα από το Λονδίνο
Apres vous