Έντυπη Έκδοση

Εκρυβε τον συγγραφέα στο σάκο τού ποδοσφαιριστή

Ο Κωνσταντίνος Τζαμιώτης μιλά για το νέο μυθιστόρημά του

Ας υποθέσουμε πως ξεπέσατε. Ας υποθέσουμε πως είστε πνιγμένος στα χρέη. Τι θα κάνατε αν βρίσκατε 350.000 ευρώ; Θα τα επιστρέφατε τα ξένα λεφτά ή θα τα κάνατε δικά σας; Ιδού το δίλημμα με το οποίο φέρνει αντιμέτωπο ο Κωνσταντίνος Τζαμιώτης τον πρωταγωνιστή του βιβλίου του «Η πόλη και η σιωπή» (εκδ. Καστανιώτης).

Γέννημα θρέμμα και ακτινογραφία ταυτόχρονα όλων των εκφάνσεων της κρίσης -ηθικής, οικονομικής, ανθρωπιστικής- το νέο μυθιστόρημα του 44χρονου πεζογράφου αποτελεί μια πληρωμένη απάντηση στη ρετσινιά του «μαζί τα φάγαμε», ό,τι κι αν εννοούσε ο Θόδωρος Πάγκαλος όταν την ξεστόμιζε. Είναι η ιστορία ενός τσακισμένου ανθρώπου που παλεύει να διατηρήσει την ακεραιότητά του, μένοντας πιστός στον κώδικα αξιών που του κληροδοτήθηκε.

Ο Αργύρης Τρίκορφος -έτσι τον βάφτισε ο Τζαμιώτης- πρώην καλοστεκούμενος βιοτέχνης, μικροπαντρεμένος από έρωτα και, λίγο μετά τα 40 του, πατέρας τριών παιδιών, μολονότι μεροκαματιάρης ταξιτζής πια, ζωσμένος από τοκογλύφους, δεν ταλανίζεται ιδιαίτερα, επιστρέφει τα χρήματα εκατοντάδες σελίδες πριν το βιβλίο ολοκληρωθεί. Δεν υπάρχει εδώ το στοιχείο του σασπένς. Αλλα είναι που μετράνε στην «Πόλη και τη σιωπή»: τα όσα πιάνουν οι κεραίες του ήρωα τις ατελείωτες ώρες που διασχίζει την Αθήνα οδηγώντας, η «ανταμοιβή» που του επιφυλάσσεται όταν η πράξη του γίνεται γνωστή, το πώς ενώ καταρρέει γύρω του το σύμπαν εκείνος επιμένει ότι «σε δίσεκτους καιρούς δεν αρκεί να ελέγχουμε τους άλλους, πρέπει να εποπτεύουμε και τη συνείδησή μας». Δεν πτοήθηκε ο Τζαμιώτης από το ότι το Καλό στη λογοτεχνία εκλαμβάνεται συνήθως ως... βαρετό;

«Οταν είπα στους φίλους μου τι γράφω, σχεδόν άπαντες με συμβούλεψαν να μη δώσω συνέχεια», παραδέχεται. «Χαίρομαι που δεν τους άκουσα. Ελπίζω ότι τα τέσσερα χρόνια που πέρασα δουλεύοντάς το, έκαναν κι εμένα λίγο καλύτερο άνθρωπο. Το 2009, είδα την εποχή να με βάζει στη θέση μου. Ενιωσα την ανάγκη να πλάσω κάποιον ανώτερό μου, έναν νοικοκύρη που πατούσε γερά πάνω στο τρίπτυχο πατρίς - θρησκεία - οικογένεια, ανύποπτος ότι αποτελεί ένα μικρό, απειροελάχιστο κομμάτι του κόσμου που θα διαλυόταν σύντομα συθέμελα. Ο Τρίκορφος βιώνει τη σιωπή της Ιστορίας μέσω της καταβαράθρωσης της χώρας, τη σιωπή του Θεού, στο μέτρο που η καλή του πράξη δεν επιβραβεύεται, αλλά και τη σιωπή του Ερωτα, με την αριστοτελική έννοια του όρου, καθώς όσοι αγαπάει τον εγκαταλείπουν. Κάποιοι θα οικειοποιούνταν τα ξένα χρήματα. Το ότι ο ίδιος δεν το κάνει, δικαιώνει κι εκείνους που επίσης θα τα επέστρεφαν. Γι' αυτό κι ώς το τέλος παραμένει αισιόδοξος. Δεν υπάρχει ανώτερη δικαίωση απ' αυτήν του εσώτερου εαυτού».

Ο Κωνσταντίνος Τζαμιώτης πρωτοεμφανίστηκε στη λογοτεχνία με τη νουβέλα «Η συνάντηση» (2001) κι έχει πίσω του πέντε βιβλία ακόμη -ανάμεσά τους η «Εφεύρεση της σκιάς» με φόντο τη χούντα και η «Παραβολή» γύρω από την άρνηση του θανάτου, το κεντρικό εύρημα της οποίας, τυχαία ή όχι, αποτυπώθηκε αργότερα στις «Αλπεις» του Γιώργου Λάνθιμου. «Σ' όλα μου τα βιβλία», λέει, «οι ήρωες διαπνέονται από ένα κοινό αξιακό σύστημα, ανεξάρτητα από το αν το υπηρετούν ή το αντιστρατεύονται. Αυτή τη φορά, όμως, δεν μιλάω για κάποιον εγκλωβισμένο στον ιδιωτικό μικρόκοσμό του, αλλά ανοίγω το κάδρο και βγαίνω στους δρόμους, στο καζάνι της αγοράς».

Στο «Η πόλη και η σιωπή» ο Τζαμιώτης αποδίδει τον κυνισμό, τη βία και τη σήψη που εδραιώθηκαν στην καθημερινότητά μας, χωρίς να παίζει τον εισαγγελέα και αποφεύγοντας συνειδητά να κάνει αναφορές σε πρόσωπα της επικαιρότητας. «Το θέμα είναι να μη συνηθίσουμε στη δυστυχία των άλλων», ισχυρίζεται. «Να μη νικηθούμε από το φόβο ότι είμαστε τα επόμενα θύματα. Να επιστρέψουμε σε συλλογικότητες, όποια μορφή κι αν έχουν αυτές. Και, κυρίως, να αναχαιτίσουμε το ραγδαίο εκφασισμό της κοινωνίας, ο οποίος εκφράζεται μέσω της κυβέρνησης με πολιτικά ορθούς τρόπους και μέσω της Χρυσής Αυγής, πιο ξεδιάντροπα. Το 95% των ψηφοφόρων της Χρυσής Αυγής διστάζει ακόμα να εκφραστεί υπέρ της ανοιχτά. Παρηγοριέμαι στη σκέψη ότι οι άνθρωποι αυτοί μπορούν ίσως να μεταπειστούν».

Κωνσταντίνος Δ. Τζαμιώτης

Γεννημένος στη Λάρισα το 1970, με σπουδές κινηματογράφου στη Σταυράκου και θητεία στο χώρο της διαφήμισης και των περιοδικών, ο Τζαμιώτης γρήγορα συνειδητοποίησε πως δεν του ταιριάζει η συλλογικότητα του σινεμά. Ούτε στη διαφήμιση στέριωσε. Επειτα από μια μεγάλη καμπάνια για στεγαστικά δάνεια-παγίδες, τα βρόντηξε και αναζήτησε καταφύγιο για την ψυχή του στο περιοδικό «Αντί». Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 βρέθηκε επικεφαλής ιλουστρασιόν επιθεώρησης τέχνης, του High Lights, με μισθό ασύλληπτο, ακόμα και για τα μέτρα εκείνης της εποχής. Ωστόσο, «το 2007 αποφάσισα να ξεφορτωθώ όλες τις ψευτοανάγκες μου. Ξανάστησα τη ζωή μου στη βάση "γράφω κι όπου με βγάλει" και δεν το μετάνιωσα. Η λογοτεχνία δημιουργεί ένα κέλυφος αξιοπρέπειας και σε προστατεύει από πολλούς πειρασμούς».

Στη γενέτειρά του, μέχρι να τελειώσει το σχολείο, τον λογάριαζαν για ποδοσφαιριστή. «Ηταν σπουδαίο πράγμα να είσαι στα 15 σου αρχηγός της τοπικής ομάδας!», λέει σήμερα γελώντας, «κι ίσως όντως να με κέρδιζε η μπάλα, αν η Δημοτική Βιβλιοθήκη δεν στεγαζόταν στην ίδια πολυκατοικία με το φροντιστήριο όπου μάθαινα αγγλικά. Επί ενάμιση χρόνο δανειζόμουν βιβλία που τα 'χωνα στο διπλό πάτο του σάκου προπόνησης, μην τυχόν και με πάρουν μυρωδιά. Δεν είχα εμφάνιση διανοουμένου για να κινδυνεύω, αλλά έτσι και η... ρωγμή γινόταν ορατή, σίγουρα θα γινόμουν περίγελως».

Εμπλεος θαυμασμού για τους μεγάλους γερμανόφωνους πεζογράφους του 20ού αιώνα, από τον Χέρμαν και τον Κανέτι ώς τον Μπέρχαρντ ή τη Γιέλινεκ, που του άνοιξαν τα μάτια κριτικάροντας «το καταστροφικότερο μοντέλο που ανέδειξε ο Πλανήτης, το θανατηφόρο ον που είναι ο Δυτικός άνθρωπος», ο Τζαμιώτης χρωστάει πολλά και στον «κοσμοπολιτισμό του Τσίρκα, στην αδαμάντινη καθαρότητα του Φραγκιά, στο λοξό ανθρωπισμό του Βουτυρά, στο θαυμαστό μοντερνισμό του Πικρού». Μήπως, μέσα στο γενικότερο στένεμα, φτωχύνει και η ανάγκη μας για απαιτητική λογοτεχνία; Το ενδεχόμενο τον τρομάζει. Αυτό που διαπιστώνει, όμως, φαντάζει ακόμη πιο τρομακτικό: «Μια ολόκληρη γενιά, μορφωμένη, ταξιδεμένη κι ανοιχτή στις άλλες κουλτούρες, όσο καμιά από τις προηγούμενες, δεν αντιλαμβάνεται τη σημασία της ελληνικής λογοτεχνίας. Λες και το θέμα δεν την αφορά. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στο σινεμά. Στην Ταινιοθήκη, τις προάλλες, ζήτημα να υπήρχαν τέσσερις θεατές για την ταινία του Μαζωμένου κι άλλοι τόσοι για του Αβρανά. Γιατί τόση άρνηση; Γιατί τόσο έλλειμμα αυτοπεποίθησης;».

Τα σχόλια έχουν κλείσει για αυτό το άρθρο

Κανένα σχόλιο

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας 0

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Μυθιστορήματα
Βιβλίο
Λογοτεχνία
Συγγραφείς/Συγγράμματα
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Συνεντεύξεις
Χαρτογραφώντας το αδιέξοδο
«Δεν είμαστε τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας»
Την Εδέμ τη χάσαμε διά παντός
Μυθιστορήματα
Εκρυβε τον συγγραφέα στο σάκο τού ποδοσφαιριστή
Αρχαιολογία
Μέγιστες οι Μικρές Κυκλάδες
Βιβλίο
Λάτρης του μεσογειακού φωτός
Ψυχροπολεμική δολοφονία
Χένρι Κίσινγκερ Κτηνώδης προς δικούς του και ξένους
Ο νόμος για την ελευθερία στις πληροφορίες
Μουσική
Συγκινημένη και συγκινητική!
Εκθέσεις
Αρμονική συνύπαρξη