Έντυπη Έκδοση

Ο λαγός του Μινγχάουζεν και άλλες ιστορίες

Στο κείμενο του Γιώργου Μανιάτη, ο τίτλος «Ο Μίδας βασιλιάς έχει αυτιά γαϊδάρου» και ο υπότιτλος «Εκατέρωθεν της ουσίας», έχουν μετατεθεί από το εξώφυλλο στο οπισθόφυλλο, το όνομα Γιώργος Μανιάτης παίζει εναλλακτικά με το ψευδώνυμο ή πατρώνυμο «Θεμίστοκλους», ένα διαζευκτικό ή διχάζει για την πατρότητα του συγγράμματος και έτσι η αυθεντικότητα ή το γνήσιο της υπογραφής σβήνει σαν ένα αδιόρατο ίχνος από τον Σιμούν της ανωνυμίας.

Το μικρό αυτό βιβλίο, που θορύβησε την κριτική όταν δημοσιεύτηκε (ήταν έργο ιδιοφυούς έμπνευσης ή πανούργας απάτης;), εκλογοτεχνίζει για πρώτη φορά στην Ελλάδα τη θεωρία της αποδόμησης. Ηδη οι πρώτες εξόφθαλμες σημειολογικές ενδείξεις, το παρακείμενο στη γλώσσα του Ζενέτ, μας προσανατολίζουν σ' αυτή την κατεύθυνση. Παραπέμπει το «Θεμίστοκλους» στον Αθηναίο στρατηγό, είναι παραφθορά, προσωνύμιο, ιδιωματική προφορά, γλωσσική κατασκευή ή νεολογισμός; Το «Εκατέρωθεν της ουσίας» δηλώνει την απαγκίστρωση από το αγκυροβόλιο της δυτικής μεταφυσικής και την προσχώρηση στην ιδέα του συμβεβηκότος, του ασταθούς και τυχαίου; Ολα δείχνουν πως κάθε εξήγηση νομιμοποιείται μέσα σ' αυτή τη σύγχυση, τον μετεωρισμό, την περιδίνηση του νοήματος. Η ταυτότητα του κειμένου εμποδίζεται να αποδοθεί σε κάποιο υποκείμενο και στη δημιουργική εμπνοή του, δεν συνδέεται με τη δράση του ούτε εκφράζει τις προθέσεις και την ιδιοσυγκρασία του. Η ιδιοκτησία του έργου δεν ανήκει στο καλλιτεχνικό εγώ, αλλά στην «ψιλή κυριότητα» της γραφής γενικά, που ενεργεί στο κενό σαν Θεία Πρόνοια, χωρίς όμως αποδέκτη.

Αυτό είναι το φιλοσοφικό τόξο στη φαρέτρα του Μανιάτη, όπου ο σοφιστικός σκεπτικισμός γίνεται απόλυτος σχετικισμός, μια που οι σημασίες εκκρεμούν ή αναβάλλονται και τα νοήματα συνεχώς μετασταθμεύουν. Και αν στον Ντεριντά, για παράδειγμα, οι παλινωδίες, οι ψευδο-ετυμολογήσεις, που εκβιάζουν τη φυσική γενεαλογία των λέξεων, οι καββαλιστικές τεχνικές, που μυστικοποιούν τη γραμματική και τους κανόνες της, οδηγούν αδήριτα σε μια ερμηνευτική ουτοπία ή, όπως θα 'λεγε ο Searle, «σε ένα πήγαιν' έλα από το γελοίο στο τετριμμένο», στην περίπτωση του Μανιάτη, ο ρυθμός που επιβάλλει σ' αυτό το χοροστάσι του παράδοξου γίνεται συναρπαστικός. Πώς ορίζει τη γραφή; «Γράφω. Οιωνοσκοπώ, προανακρούω ή εμπεδώνω-γράφω. Γραφή: το κατ' εξοχήν σύστοιχο αντικείμενο. Οτιδήποτε κι αν γράφω, γράφω τη γραφή. Η γραφή σαν γραφή-γραφομένη- που-γράφει-το γράψιμό της καθίσταται το ηγεμονικό και (μονάκριβο) ενδόσιμο της εμμονής». Είναι σαφές πως η εγκυρότητα του ορισμού αντλείται από την ταυτολογία του. Η γραφή δεν είναι κάτι έξω από τον εαυτό της, μια πράξη, ας πούμε, καταγραφής και διαιώνισης της μνήμης ή αυτογνωσίας, αλλά μια αναπαραγωγή εις το διηνεκές. Εννοείται πως κάθε ακαδημαϊκή αυστηρότητα εδώ χάνεται, ενώ κυριαρχεί το παράδοξο στη γραμμή της μεγάλης παράδοσης του Κάρολ. Η αποικοδόμηση της σκέψης του θα πάρει, μάλιστα, κάποια στιγμή τη μορφή ενός βιμπράτο, μιας παλμικής μαρμαρυγής ή ενός φωσφορισμού της σημασίας. «Οταν θέλω, δεν θέλω που θέλω, και όταν δεν θέλω, δεν θέλω που δεν θέλω». Θρίαμβος της αμφισημίας και του ταυτολογικού συλλογισμού, που την αυθεντική του έκφραση θα τη βρει κανείς στους «Δαιμονισμένους» του Ντοστογιέφσκι. «Οταν ο Σταυρόγκιν πιστεύει, δεν πιστεύει ότι πιστεύει. Οταν δεν πιστεύει, δεν πιστεύει πως δεν πιστεύει». Αυτή η οπισθοβατική κίνηση από το αυτονόητο στο ακατανόητο, από το προφανές στο προβληματικό, δεν είναι παρά μια αναδίπλωση της σκέψης εις εαυτόν, μια σπειροειδής συστροφή και αυτοτροφοδοσία, που, όσο κι αν είναι ενδιαφέρουσα, δεν μπορεί να γίνει παραγωγική. Τούτο φαίνεται από την ακροτελεύτια παράγραφο του κειμένου: «Μαθαίνω να περιμένω. - Να περιμένεις ποιο πράγμα; - Την απάντηση. Ρώτησες τίποτα; Θα ρωτήσεις; - Οχι. Θα περιμένω. - Θα περιμένεις τι; - Την απάντηση. Και ποιο είναι το ερώτημα; Η απάντηση». Ρητορικό ευφυολόγημα σαφώς. Ομως, εδώ πρόκειται για λογοτεχνία, δηλαδή για την επικράτεια της ψευδαίσθησης και της μυθοπλαστικής παρενδυσίας, της παρέκκλισης από το οικείο, της αίρεσης και κάθε μορφής σχισματικής αποσκίρτησης.

Αποσκίρτησης από πού; Αναντίρρητα από μια πραγματικότητα, που όσο κι αν διαθλάται, όσο κι αν στενεύει η ρεαλιστική της απεικόνιση, όσο κι αν αιμορραγεί από τη φαντασία που την απομυζά, δεν παύει να υπάρχει. Από τη σκοπιά αυτή, το λογοτεχνικό κείμενο δεν είναι «ο λαγός με τα οχτώ πόδια του βαρόνου Μινγχάουζεν», που μπορεί να ξεφεύγει από τον σκύλο της ερμηνείας. Η φιλοσοφική λίθος της αποδομητικής θεωρίας «δεν υπάρχει τίποτα έξω από το κείμενο» (il n'y a pas de hors texte) δεν μπορεί να μακροημερεύσει σε κανένα πλαίσιο αισθητικής και γνωσιολογίας, ούτε να ματαιώσει -παρά την πολυσημία του λογοτεχνικού έργου- την έγκυρη ερμηνεία. Ωστόσο, η φίμωση του κριτικού και ερμηνευτικού λόγου (ο αντικαντιανισμός του Ντεριντά είναι σκανδαλώδης), που επέβαλε ο αποδομισμός, έχει την εξήγηση, όχι όμως και τη νομιμοποίησή του. Η δεκαετία του '60, μια εποχή αμφισβήτησης κάθε αυταρχικότητας και υπερβατικής αυθεντίας, δεν θα μπορούσε να αφήσει άθικτη την εικόνα ενός υπερτροφικού συγγραφικού εγώ. Οσες ιδιότητες, ταλέντα, ψυχικά προνόμια επιδαψίλευσε η Ιστορία στον δημιουργό από την Αναγέννηση και δώθε, έπρεπε κάτω από τη νέα «γλωσσοθεολογική» σπάθη να αποκοπούν. Ο καλλιτέχνης χωρίς πρόθεση, συνείδηση, κράση, συγγραφικό ύφος, αποψιλωμένος από κάθε ελευθερία, δεν είχε πια πού την κεφαλήν κλίνη.

Θα επανέλθω, όμως, μ' ένα παράδειγμα, από την πρόσφατη βιβλιογραφία. Τη φιλολογική διαφωνία Βαγενά - Δημηρούλη για την έκδοση του Κάλβου.*

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Στη στήλη
Ιδέες Τάσεις
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Συνέντευξη: Τόμας Οστερμάγερ
«Σας φυλάω για έκπληξη το χρώμα του Οθέλου»
Συνέντευξη: Χρήστος Τσιρογιάννης
Κυνηγός αρχαιοκάπηλων με έδρα το Κέιμπριτζ
Κριτική θεάτρου
Ζωές ανύπαρκτες
Μια σπάνια λυτρωτική παράσταση
Μουσική
Ηταν νέος με βάρος στους ώμους του
Κάνουν μουσική για το κέφι τους
Εθνική Λυρική Σκηνή
Ο,τι θέλει το κοινό και βλέπουμε...
Συνέντευξη: Ελένη Γιαννακάκη
Οταν βιάζεις παιδιά δολοφονείς το μέλλον