Έντυπη Έκδοση

Οι εποχές κρίσης είναι βήματα προόδου

Από το 1982 που πρωτοεμφανίστηκε στη δισκογραφία με την «Ερημη Πόλη», ο Γιώργος Σταυριανός έδωσε ένα ισχυρό μουσικό και δισκογραφικό «παρών», καταθέτοντας στα αμέσως επόμενα χρόνια δώδεκα δίσκους με σπουδαίους ερμηνευτές.

«Δεν έμαθα να "πλασάρω" τον εαυτό μου, γιατί δεν τον θεωρώ προϊόν», ξεκαθαρίζει ο Γιώργος Σταυριανός «Δεν έμαθα να "πλασάρω" τον εαυτό μου, γιατί δεν τον θεωρώ προϊόν», ξεκαθαρίζει ο Γιώργος Σταυριανός Στράφηκε μια εποχή και στη λογοτεχνία. Κι ύστερα, για μια μεγάλη περίοδο, σιώπησε.

Δεν έμεινε, όμως, άπρακτος. Λέκτορας στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, ζει πια σχεδόν μόνιμα στη Φλώρινα. Κι από εκεί στέλνει έναν καινούριο δίσκο (Legend) που κάτω απ'τον περίεργο τίτλο «κι η κολοκύθα έγινε πάλι άμαξα», περιλαμβάνει τρία ορχηστρικά κομμάτια και εννέα τραγούδια, μερικά παλαιότερα σε ωραίες, καινούριες επανεκτελέσεις (ο Παντελής Θαλασσινός ερμηνεύει υπέροχα το γνωστό «Ονειρο που φεύγει είν'η ζωή»), ή καινούρια, που τα ερμηνεύουν οι Μανώλης Μητσιάς, Σοφία Αβραμίδου, Ντίνα Γιακουμάκου και ο ίδιος ο συνθέτης.

Αλλοτε τζαζ, άλλοτε με παραδοσιακά στοιχεία κι άλλοτε με λαϊκά, τα διαφορετικά κομμάτια του δίσκου έχουν κάτι κοινό: την πλούσια μελωδικότητα, που διέκρινε εξαρχής τον Σταυριανό.

Ζείτε πια μόνιμα στη Φλώρινα. Δεν σας λείπει η Αθήνα;

«Μου λείπουν όλοι οι τόποι που κατά καιρούς έχω ζήσει. Το παρελθόν μάς κυνηγά όταν δεν το έχουμε εξαντλήσει, και 'γω φροντίζω να μην το εξαντλώ ποτέ. Ομως δεν ζω μόνιμα στη Φλώρινα, κινούμαι ανάμεσα σε τρεις, καμιά φορά και περισσότερες πόλεις».

Πού ήσασταν τόσο καιρό;

«Περιπλανώμενος σαν Ιουδαίος όπως πάντοτε, με υποχρεώσεις που... φροντίζω να διαιωνίζονται άρα να μην τελειώνουν ποτέ, με νυχτερινές εξόδους προς αναζήτηση της μαγείας που η ημέρα μάς στερεί, με πολλούς καινούριους φίλους, με μερικές απογοητεύσεις αλλά και απώλειες (κυρίως συναισθηματικές), με αρκετές εξάρσεις και ικανοποιήσεις, και όπως πάντα χωρίς μόνιμο τόπο διαμονής. Αρα χωρίς πατρίδα».

«Κι η κολοκύθα έγινε πάλι άμαξα»: Γιατί «βαφτίσατε» τον καινούριο σας δίσκο με τον τίτλο ενός παλαιότερου τραγουδιού σας που το είχε πει η Μουτσάτσου, ενώ εδώ το λέτε εσείς;

«Η πρώτη εκείνη εκτέλεση υπήρξε εξαιρετική μέσα στο συγκεκριμένο ενορχηστρωτικό της πλαίσιο. Η σημερινή επανεκτέλεση αποτελεί ουσιαστικά μια "πρώτη" εκτέλεση και ερμηνευτικά και υφολογικά. Είναι σαν να ξαναχτίσαμε ένα σπίτι ακολουθώντας το ίδιο σχέδιο μεν, με εντελώς όμως διαφορετικό αρχιτεκτονικό ρυθμό και χρώμα. Και δεν είναι τραγούδι που τραγουδιέται, αλλά που «παίζεται». Υπάρχει διαφορά».

Υπάρχουν στο δίσκο και μερικές επανεκτελέσεις...

«Η κάθε μας πράξη μπορεί να έχει πολλές αναγνώσεις, και κάθε φορά να ανακαλύπτουμε και μια ακόμα πλευρά που δεν είχαμε αντιληφθεί σε πρώτο πλάνο. Επανερχόμενος δεν αναθεωρείς απαραίτητα, περισσότερο προτείνεις μια καινούρια εκδοχή που τη δεδομένη στιγμή θεωρείς επίκαιρη, χρήσιμη ή και διασκεδαστική».

Ολος ο δίσκος έχει κάτι «παραμυθένιο» κι ονειρικό, σε μια εποχή που δεν ευνοεί καθόλου τις προσωπικές μαγείες. Ηταν το αντίδοτό σας;

«Αντίδοτα χρειάζονται σε εποχές ευημερίας και εφησυχασμού, για να αποτρέψουν την αποβλάκωση και την πνευματική... αγρανάπαυση, στην οποία δυστυχώς είχαμε περιπέσει προ πολλού. Οι εποχές κρίσης, ακόμα κι αν δεν υπήρχαν θα έπρεπε να επινοηθούν. Αποτελούν ένα βήμα προόδου που η ίδια η Ιστορία επιβάλλει. Είναι πολύ σημαντικό να ανακατεύεται η τράπουλα και να επαναπροσδιορίζονται οι αξίες».

Διατηρείτε μια γενναιόδωρη μελωδικότητα.

«Δεν είμαι τίποτα άλλο από μια μηχανή παραγωγής μελωδιών, και σαν τέτοια λειτουργώ. Μπορεί κάποιοι να θέλουν να απολογηθώ γι' αυτό μου το... ατόπημα, εγώ όμως αισθάνομαι ευτυχής που, χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια, η παραγωγή συνεχίζεται μέχρι και σήμερα».

Τελικά, κάθε καινούριος δίσκος είναι ένας είδος προσωπικού «ημερολογίου»...

«Δεν θα το 'λεγα. Σ' ένα ημερολόγιο, καταγράφεις όλα όσα έγιναν, σε μια καινούρια δουλειά ξεκινάς με αυτά που θα ήθελες να γίνουν ή και που ονειρεύεσαι πως έγιναν. Σπανιότερα, αυτά που πραγματικά έγιναν».

Εχετε γράψει συνθέσεις που είχαν διεθνή υποδοχή, με χαρακτηριστικότερη περίπτωση το «Secret Love», που ήταν στο «Buddha Bar ΙΙΙ» κι έκανε επιπλέον μια αξιοθαύμαστη πορεία μόνο του. Κι όμως, όλα αυτά έγιναν πολύ...σιωπηρά. Γιατί;

«Γιατί δεν αποτελώ πρότυπο προς μίμηση, παρόλο που το γέλιο μου είναι σινεμασκοπικό και μεταδοτικό, και παρόλο που η διαχείριση της ζωής μου είναι ανατρεπτική και αντισυμβατική. Από την άλλη, έχω δει να αναρριχώνται σε πάσης φύσεως εξουσίες μετριότητες, που κάτω από άλλες συνθήκες και μέσα σε άλλα κοινωνικά πλαίσια δεν θα χρησίμευαν ούτε σαν ανακυκλώσιμα υλικά. Δεν έμαθα να "πλασάρω" τον εαυτό μου, γιατί δεν τον θεωρώ προϊόν». *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Μουσική
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Μουσική
Το Τάε Κβον Ντο θα γίνει ένα τεράστιο κλαμπ
Τελειώνει το φεστιβάλ, αρχίζει το tutti frutti
Νέες ταινίες
Απολαυστικές, ρομαντικές και μη, κωμωδίες
Συνέντευξη: Φωτεινή Σισκοπούλου
Βρήκε στην Κωνσταντινούπολη την Ιθάκη της
Συνέντευξη: Γιώργος Σταυριανός
Οι εποχές κρίσης είναι βήματα προόδου
Συνέντευξη: Κώστας Κόκλας
Η θέση μας στην κρίση είναι δίπλα στον κόσμο
Αγιογραφία
Μυκονιάτης αγιογράφος με αφανές έργο