Έντυπη Έκδοση

Η θέση μας στην κρίση είναι δίπλα στον κόσμο

Με μια κωμωδία αέρινη της Ευρωπαϊκής Αναγέννησης, με δαιμόνια πλοκή και διαρκείς ανατροπές, την περίφημη «Λοκαντιέρα» του Κάρολο Γκολντόνι, ταξιδεύουν φέτος οι δημοφιλείς ηθοποιοί Ρένια Λουιζίδου, Κώστας Κόκλας και Αλέξανδρος Μπουρδούμης, πραγματοποιώντας μια μεγάλη καλοκαιρινή περιοδεία.

«Οταν ξεκίνησα δεν υπήρχε ιδιωτική τηλεόραση. Μόνο σε κάποια κρατική σειρά θα μπορούσα να παίξω, αλλά κι εκεί δεν θα είχα καμιά τύχη λόγω αριστερών πεποιθήσεων», λέει ο Κώστας Κόκλας «Οταν ξεκίνησα δεν υπήρχε ιδιωτική τηλεόραση. Μόνο σε κάποια κρατική σειρά θα μπορούσα να παίξω, αλλά κι εκεί δεν θα είχα καμιά τύχη λόγω αριστερών πεποιθήσεων», λέει ο Κώστας Κόκλας Το έργο εκτυλίσσεται μέσα σε μια λοκάντα, ένα πανδοχείο όπου συχνάζουν διάφοροι άντρες. Ενας από αυτούς είναι και ο Ιππότης, που υποδύεται ο καλός ηθοποιός Κώστας Κόκλας. Τη στιγμή που όλοι οι θαμώνες καλοβλέπουν την ιδιοκτήτριά του, τη λοκαντιέρα, δηλαδή, Μιραντολίνα, είναι ο μόνος που μένει ασυγκίνητος μέχρι βεβαίως να βρει τον δάσκαλό του.

«Είναι ο τύπος που υποτιμά τις γυναίκες, δεν τις εκτιμά, τις προσβάλλει και προσπαθεί να τις ταπεινώσει», μας εξηγεί τον ρόλο του ο Κώστας Κόκλας. Οταν λοιπόν προσβάλλει τη Μιραντολίνα, εκείνη βάζει στοίχημα πως θα τον κατακτήσει αποδεικνύοντας πως κάθε γυναίκα είναι άξια να κατακτήσει όποιον άντρα θέλει.

Μπορεί ο Κώστας Κόκλας να έχει συνδεθεί -και ίσως εν πολλοίς ταυτιστεί- με τους κωμικούς χαρακτήρες των μεγάλων τηλεοπτικών του επιτυχιών, η πρόθεσή του όμως όταν ξεκινούσε να ασχοληθεί με το θέατρο ήταν τελείως διαφορετική. Μόνο το να γίνει μια διασημότητα ή το να βγάλει λεφτά δεν είχε στο μυαλό του.

Απόφοιτος του Εθνικού Θεάτρου κάνει ντεμπούτο με δραματικούς ρόλους στο θέατρο Εμπρός στον «Σωσμένο» του Εντ. Μποντ και στο «Τρίπτυχο» του Χ. Ράιντερς στο θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας. Σύντομα τον ανακαλύπτει η κωμωδία. Ακολουθούν επτά συνεχόμενα χρόνια στην «Αποθήκη» με τρεις μεγάλες εμπορικές επιτυχίες: «Ο Αγιος Βασίλης είναι σκέτη λέρα», «Αναμείνατε στο ακουστικό σας» και «Σεσουάρ για δολοφόνους». Ενώ μέχρι σήμερα μοιράζει την ενέργειά του μεταξύ θεάτρου και τηλεόρασης.

Η απόφασή του να γίνει ηθοποιός ήρθε τόσο φυσικά, όπως το παιδικό παιχνίδι. Ποτέ δεν σκέφτηκε να κάνει κάτι διαφορετικό, την ιδέα του ναυτικού την εγκατέλειψε νωρίς, «ευτυχώς για τη μητέρα μου». Λογικό αν σκεφτεί κανείς πως γεννήθηκε και μεγάλωσε στη φιλότεχνη Ζάκυνθο, όπου οι ντόπιοι συνεχίζουν μέχρι και σήμερα να αφιερώνουν τον ελεύθερο χρόνο τους στο ανέβασμα θεατρικών παραστάσεων και όπου ευδοκιμούν πλήθος αξιόλογων ερασιτεχνικών θιάσων.

Πώς σας υποδέχεται το κοινό στους διάφορους σταθμούς της περιοδείας σας;

«Περνάνε καλά και αυτό φαίνεται από τις αντιδράσεις τους. Πρόκειται για ένα πολύ ευχάριστο έργο που, αν και γράφτηκε το 1750, είναι ολοζώντανο σήμερα».

Η οικονομική κρίση έχει επηρεάσει καθόλου την κατάσταση;

«Η χώρα περνά πολύ δύσκολα. Ηδη εμείς έχουμε μειώσει τα εισιτήρια και ξεκινάνε από 15 ευρώ. Πιστεύω πως αυτή είναι η θέση μας, να είμαστε δίπλα στον κόσμο αυτές τις στιγμές, για να βρει κάπου διέξοδο. Ετσι κι αλλιώς κανείς μας δεν σπούδασε ηθοποιός για να γίνει πλούσιος. Για να γίνει διάσημος, ναι».

Ηταν μέσα και στους δικούς σας στόχους το να γίνετε διάσημος;

«Καθόλου. Οταν ξεκίνησα δεν υπήρχε ιδιωτική τηλεόραση. Μόνο σε κάποια κρατική σειρά μπορούσες να παίξεις. Αλλά εκεί ήξερα πως δεν είχα καμία τύχη λόγω αριστερών πεποιθήσεων».

Από το 1750 που γράφτηκε η «Λοκαντιέρα» μέχρι σήμερα πολλά έχουν αλλάξει. Δεν ισχύει το ίδιο και για τις σχέσεις αντρών-γυναικών που βρίσκονται στον δραματικό πυρήνα του έργου;

«Δεν έχουν αλλάξει σε τίποτα. Οι γυναίκες έχουν πάντα τον έλεγχο της σχέσης. Οι γυναίκες επιλέγουν. Ετσι είναι και έτσι θα είναι. Αυτό είναι τελικά και το έργο του Γκολντόνι, ένας ύμνος στη γυναικεία γοητεία. Δεν έχει άλλες κοινωνικές προεκτάσεις. Μιλά απλώς για τον έρωτα. Για τις σχέσεις αντρών-γυναικών μέσα από το πρίσμα της κωμωδίας».

Η προσέγγιση ενός κωμικού ρόλου διαφέρει από έναν δραματικό;

«Γι' αυτό -για το αν, δηλαδή, θα είναι δράμα ή κωμωδία- φροντίζει ο ποιητής! Κι η δουλειά του ηθοποιού είναι να υπηρετεί την παρτιτούρα. Υπάρχουν βέβαια κάποιες διαφορές. Η κωμωδία χρειάζεται μιαν άλλη επιδεξιότητα, έναν άλλο ρυθμό, το χιούμορ, την ατάκα. Το δράμα δίνει βάρος στις παύσεις, στην ατμόσφαιρα. Στην κωμωδία, η αναμέτρηση με το κοινό είναι πιο άμεση. Είναι τελικά πιο δύσκολο είδος, αλλά γι' αυτό και πιο ευχάριστο, τόσο για εμάς που ασχολούμαστε μαζί της όσο και για τους θεατές. Δεν τα ξεχωρίζω καθόλου όμως. Παίζω ό,τι μου ζητάνε».

Τι γεύση σάς αφήνει η διαδρομή σας μέχρι σήμερα στον χώρο;

«Νιώθω πολύ τυχερός και ευχαριστημένος. Κάνουμε μια δύσκολη δουλειά. Δεν εξαρτώνται όλα από εμάς. Εχω όμως πάντα καλούς συνεργάτες».

* Απόδοση-σκηνοθεσία: Θέμη Μουμουλίδη, σκηνικό-κοστούμια Γιώργου Πάτσα, μουσική Θοδωρή Οικονόμου, κινησιολογική επεξεργασία-χορογραφία Ελενας Γεροδήμου και φωτισμοί Νίκου Σωτηρόπουλου. Παίζουν ακόμα: Τάσος Γιαννόπουλος, Μαριάνθη Φωτάκη, Αγγελος Μπούρας, Αντεια Ολυμπίου, Αντώνης Δημητροκάλης.

Στην Αθήνα θα είναι από 19-23 Ιουλίου (Παπάγου, Πετρούπολη, Ηλιούπολη, Λαύριο).

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Θέατρο
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Μουσική
Το Τάε Κβον Ντο θα γίνει ένα τεράστιο κλαμπ
Τελειώνει το φεστιβάλ, αρχίζει το tutti frutti
Νέες ταινίες
Απολαυστικές, ρομαντικές και μη, κωμωδίες
Συνέντευξη: Φωτεινή Σισκοπούλου
Βρήκε στην Κωνσταντινούπολη την Ιθάκη της
Συνέντευξη: Γιώργος Σταυριανός
Οι εποχές κρίσης είναι βήματα προόδου
Συνέντευξη: Κώστας Κόκλας
Η θέση μας στην κρίση είναι δίπλα στον κόσμο
Αγιογραφία
Μυκονιάτης αγιογράφος με αφανές έργο