Έντυπη Έκδοση

Για τον έρωτα μιας Διαμάντως...

Ο Κώστας Κοφινιώτης του τραγουδιού και των καλλιστείων

Υπήρξε σημαντικός στιχουργός τραγουδιών και παράλληλα οργανωτής καλλιστείων. Οχι των πολυπροβεβλημένων, που συνεχίζονται ώς τις μέρες μας, αλλά συνοικιακών, που είχαν όμως μεγάλη απήχηση μεταξύ του θηλυκόκοσμου, κι ας βρισκόμασταν στη δεκαετία του '50, με τον συντηρητισμό και τις κάθε είδους στερήσεις.

Ο Κώστας Κοφινιώτης ως παρουσιαστής σ' έναν από τους διαγωνισμούς συνοικιακών καλλιστείων - εδώ για την εκλογή τής... Μις Μάσκα Ο Κώστας Κοφινιώτης ως παρουσιαστής σ' έναν από τους διαγωνισμούς συνοικιακών καλλιστείων - εδώ για την εκλογή τής... Μις Μάσκα Στις 22 Ιουλίου συμπληρώθηκαν 22 χρόνια από τότε που έφυγε από τη ζωή ο Κώστας Κοφινιώτης (περί αυτού πρόκειται) στα 72 του, το 1987, ένα από τα πιο ζεματιστά και θανατερά καλοκαίρια των τελευταίων χρόνων.

Κι ας σταθώ πρώτα στον Κοφινιώτη στιχουργό εκατοντάδων ανθεκτικών τραγουδιών. Μερικοί τίτλοι: «Ηρθες αργά», «Θυμήσου», «Ποιος σε πήρε και μου 'φυγες», «Το γιασεμί στο στήθος σου», «Οπου κι αν πας θα θυμάσαι», «Ηρθες σαν την άνοιξη», «Εγώ θα σ' αγαπώ», «Αν ήμουνα Θεός», «Μόνο κοντά σου», «Αυτός ο άλλος», «Λίγες καρδιές αγαπούνε», «Θα 'θελα να 'μουνα εκείνη που αγαπάς», «Ηρθε ο χειμώνας κι ο κοσμάκης τα 'χει χάσει», «Πάμε μια βόλτα στο Φαληράκι»... Από συνθέτες: Αττίκ, Βαμβακάρης (Μάρκος και Στέλιος), Τούντας, Μωράκης, Μουζάκης, Γιάκοβλεφ, Σουγιούλ, Γούναρης, Βέλλας, Ραπίτης, Λαβράνος... Κι από τραγουδιστές: Γούναρης, Μαρούδας, Διονυσίου, Νταλάρας...

Χιλιάδες τραγούδια

Πόσα τραγούδια έχετε γράψει; τον ρώτησα σε συνέντευξη που του πήρα και δημοσιεύθηκε στις 30 Απριλίου 1984 στην «Ε».

«Πάνω από 2.000, μπορεί και 3.000. Ο,τι έχω ζήσει το έχω κάνει τραγούδι...»

Κι όλα ερωτικά;

«Τα περισσότερα, αλλά επειδή τα πιο πολλά τα έλεγε ο Γούναρης, ο κόσμος νόμιζε ότι ήταν δικές του ιστορίες, κι έβριζαν τη γυναίκα του τη Βάλλια, ότι τον ταλαιπωρούσε, ενώ ήταν χρυσή γυναίκα και αγαπιόντουσαν πολύ. Δικές μου ιστορίες ήτανε!».

Εσάς δηλαδή ταλαιπωρούσαν οι γυναίκες;

«Μία ήταν τότε, η Διαμάντω. Ημουνα οχτώ χρόνια μαζί της, μεγάλος έρωτας, όλος ο κόσμος το ήξερε! Γι' αυτήν τα 'γραφα!».

Θυμάστε ιδιαίτερα κάποιο;

«Το "Ποιος σε πήρε και μου 'φυγες". Τα 'χαμε χαλάσει τότε. Ολο με ζηλεύεις, μου 'λεγε, αλλά κι αυτή με ζήλευε! Πήρα τον Γούναρη στο τηλέφωνο, έχω, του λέω, αυτούς τους στίχους, έχεις μια μελωδία; Εχω, μου λέει. Και βγάζουμε αυτό το τραγούδι, με το οποίο έβγαλε πολλά λεφτά, αλλά τα 'παιζε, τα σκόρπαγε, ήταν ένα μεγάλο παιδί, κι έφυγε νέος, στα 50 του, το 1965».

Και η ιστορία με τη Διαμάντω, πώς τελείωσε;

«Μ' ένα άλλο τραγούδι, "Αυτός ο άλλος" - άλλη μια επιτυχία».

«Αυτός ο άλλος είναι ευεργέτης μου μεγάλος»;

«Ναι».

Γιατί ήταν ευεργέτης;

«Τα πηγαίναμε μια χαρά με τη Διαμάντω, όταν μπήκε ένας μόρτης χασάπης και ποδοσφαιρόφιλος, ονόματι Τίτο. Πήγαιναν μαζί στα γήπεδα. Το 'μαθα, το κουβεντιάσαμε, πικράθηκα, αλλά ήθελα και να ιδώ πώς ήταν ο άλλος. Πήγα μια μέρα στο γήπεδο και τον είδα - ένα χάλι! Μου πέρασε, κι έγραψα αυτό το τραγούδι, το τελευταίο για τη Διαμάντω. Επειτα ξανάρθε, αλλά την έδιωξα!».

Τα καλλιστεία

Τον είχα βρει σ' ένα διαμέρισμα, κοντά στην πλατεία Κουμουνδούρου, με θέα την Ακρόπολη, αλλά πλήρως ακατάστατο. «Είμαι διαρκώς υπό μετακόμιση», δικαιολογήθηκε. Η γυναίκα του είχε βγει να ψωνίσει, οπότε η κουβέντα γινόταν πιο άνετα. Και μολονότι, όντας ευτραφής, κινιόταν και μιλούσε με δυσκολία, είχε κέφι κι έναν δικό του αφοπλιστικό τρόπο να αφηγείται.

Η ιστορία με τα καλλιστεία πότε άρχισε;

«Αμέσως μετά τα καλλιστεία του Αχιλλέα Μαμάκη στο "Εθνος", γύρω στο '55. Εβγαζε αυτός τις Σταρ και τις Μις Ελλάς, είπα κι εγώ, γιατί να μη βγάζω τις συνοικιακές Σταρ και Μις... Κι άρχισα από την Κοκκινιά».

Το κίνητρο ποιο ήταν;

«Να δώσω χαρά στον κόσμο».

Θα είχατε και κάποιο οικονομικό όφελος.

«Είχα, αλλά μου άρεσε το "σερσέ λα φαμ", μου ταιριάζει, άρεσε και στον κόσμο - ωραία ήταν!».

Και πόσο κράτησε αυτή η ιστορία;

«Καμιά δεκαπενταριά χρόνια. Επειτα τα καλλιστεία τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει βιομηχανία - όλο μανεκέν είναι».

Ενώ τότε;

«Τότε ήταν κορίτσια απλά, των συνοικιών, μοδίστρες, εργάτριες, φοιτήτριες».

Τα οποία τι κέρδιζαν από τα καλλιστεία;

«Εκατό τουλάχιστον από αυτές παντρεύτηκαν εκατομμυριούχους! Και η Κορίνα Τσοπέη, η Μις Υφήλιος, από δικά μου καλλιστεία ξεκίνησε, από τη Δάφνη».

Απ' ό,τι ξέρω βγάζατε και Μις Γάμπα, Μις Μάτια...

«Και Μις Μάσκα, κι απ' όλα - το χαιρόταν ο κόσμος!».

Τι έκανε όταν τον συνάντησα;

Εγραφε, είπε, ποιήματα και στίχους για τραγούδια και περίμενε από το υπουργείο Πολιτισμού να το εγκρίνει τιμητική σύνταξη, «γιατί στη δουλειά μας μπορεί να ζούμε δόξες, αλλά έρχεται κάποια στιγμή που δεν έχουμε που την κεφαλήν κλίνη...». Μια σύνταξη που δεν του δόθηκε ποτέ, αφού άλλωστε πέθανε τρία χρόνια μετά την κουβέντα μας... *

Ετσι & αλλιώς

Αύγουστος, ο μήνας των διακοπών (για όσους, εννοείται, δύνανται) και της ερήμωσης των πόλεων -ακόμα και γι' αυτούς που μπορούν να κάνουν διακοπές οποιεσδήποτε μέρες του χρόνου.

Αλλά, λένε, τι να κάνουν σε μια άδεια πόλη (την Αθήνα εν προκειμένω), παραβλέποντας το διαπιστωμένο, ότι είναι οι μοναδικές ημέρες του χρόνου που, απαλλαγμένη από ανθρώπους, γίνεται ανθρώπινη. Προτιμούν τον συνωστισμό και την ταλαιπωρία, ώστε να τα βάλουν και με όσους -διαφόρων υπηρεσιών- επωφελούνται. Βάλτε και τους διαρρήκτες που εξασφαλίζουν τις διακοπές τους από τις διακοπές των άλλων.

***

Προσωπικά, τέτοιες ημέρες, είμαι υπέρ των διακοπών και στην πόλη. Υπάρχουν προσβάσιμες διαδρομές σε ακτές, φτάνει να σηκωθείς πρωί, να πάρεις το μπάνιο, να ηλιοθεραπευτείς ανώδυνα. Απολαμβάνεις έτσι την πρωινή φρεσκάδα της θάλασσας, αποφεύγεις τη θανατερή ηλιοφάνεια και, επιστρέφοντας, κάνεις χάζι τους κολασμένους, που ξυπνάνε μεσημεριάτικα και σέρνονται στο λιοπύρι -με ό,τι συνεπάγεται μια έτσι έξοδος. Εκτός αν πηγαίνουν θάλασσα για να τους ανοίξει περισσότερο η όρεξη. Εξ ου και οι ομπρέλες, τα καθίσματα (ενίοτε και οι ξαπλώστρες), τα τάπερ με τα φαγώσιμα, η αύξηση της σαρκικής μάζας.

«Τι τραβάτε κι εσείς οι ηθοποιοί», έλεγε κάποιος σε ηθοποιό, που παρακολουθούσε την «προσωπική ανάγνωση» των «Περσών» του Αισχύλου, από τον Βούλγαρο σκηνοθέτη Ντίμιτερ Γκότσεφ, στο αρχαίο θέατρο Επιδαύρου. Μια παράσταση που, για τον άβολο σε νεοτερισμούς θεατή, παρέπεμπε σε δοκιμές, πειραματισμούς, παρωδίες, άσυλο φρενοβλαβών, σε μια υστερική ατμόσφαιρα, από την οποία δεν έλειπε και το γέλιο (από ηθοποιούς, για τις ανάγκες της «ανάγνωσης», και κοινό), με σύγχρονη ελεύθερη ένδυση κι ένα ιδεατό σκηνικό. Μια παράσταση, στην οποία, εν τέλει, χειροκροτήθηκαν θερμά οι ηθοποιοί που την υπηρέτησαν με αυταπάρνηση, αλλά όχι και ο σκηνοθέτης, που γιουχαΐστηκε (στην παράσταση της Παρασκευής που παρακολούθησα), ενώ κάμποσοι θεατές είχαν ήδη αποχωρήσει. Διασώθηκε εν πολλοίς ο λόγος, στο βαθμό βέβαια που αναγνωριζόταν η τραγωδία του Αισχύλου.

ΣΗΜ. Μια ελκυστική πρόταση: «Δεν παίρνεις κανέναν, να πάμε πουθενά, να φάμε τίποτα;».

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Στη στήλη
Διαχρονικά
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Μουσική
Φθινοπωρινοί ηχητικοί κεραυνοί
Θα ξαναπαίξει το βιολί της
Συνέντευξη: Χρήστος Χωμενίδης
Αν τα βιβλία μου ήταν ταινίες θα κρίνονταν «ακατάλληλα»
Ιδρυμα «Σταύρος Νιάρχος»
Ετσι θα αποκτήσουμε σύγχρονη Λυρική και Βιβλιοθήκη
Κριτική θεάτρου
Αστυνομικό δελτίο, έτος 1592
Ντροπαλές εξομολογήσεις, φωνές αυτογνωσίας
Τσαρλς Μάνσον
Παράνοια και αίμα μετά μουσικής