Έντυπη Έκδοση

Κάπου στο ανατολικό Τέξας

Εικονοκλαστική ευφορία

Κόρμακ ΜακΚάρθυ

Ματωμένος Μεσημβρινός ή Το κόκκινο του δειλινού στη Δύση

μτφρ.: Αύγουστος Κορτώ

εκδ. Καστανιώτη, σ. 381, ευρώ 21,30

«Το Πνεύμα, το τρομερό και βαθύ, το Πνεύμα της καταστροφής και του μηδενισμού σού μίλησε στην έρημο, και οι Γραφές αναφέρουν ότι σ' έβαλε σε πειρασμό. Αληθεύει αυτό;», ρωτά ο Μέγας ιεροεξεταστής του Ντοστογιέφσκι. Ερώτημα που αφορά την αναμέτρηση του ανθρώπου με το νόημα το οποίο έχει ανάγκη να προσδώσει στην ελευθερία του. Ερώτημα όχι ανόμοιο με εκείνα που εγείρει ο Σατανάς του Μίλτον ή ο κάπτεν Εϊχαμπ του Μέλβιλ. Ο Δικαστής Χόλντεν στον Ματωμένο Μεσημβρινό του ΜακΚάρθυ είναι μια αντίστοιχα εμβληματική προσωποποίηση του «Κακού». Πολυμαθής και πολυπράγμων (φυσιοδίφης, γεωγράφος, ορυκτολόγος...), υπέρμαχος του πολέμου («...διότι ο πόλεμος φέρνει επιτέλους διά της βίας την ενότητα της ύπαρξης»!) δείχνει να έχει ταξιδέψει παντού και να κατέχει τα πάντα, από ευρωπαϊκές και ντόπιες γλώσσες μέχρι βιολί και χορό. Τεράστιος σε όγκο και ταυτόχρονα φινετσάτος, αρχέγονος και μαζί παιδιάστικος, ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης και σωτήρας, αλλά και καταστροφέας, των υπόλοιπων μελών της ομάδας του, αντλεί ηδονή τόσο από την απλή ύπαρξη όσο και από τον εκμαυλισμό και τον φόνο εφήβων, ένας κήρυκας της ύβρεως.

Το δραματουργικό αντίβαρο του Δικαστή είναι ο Μικρός, ένας δεκαπεντάχρονος φυγάς από το Τενεσί, από την προοπτική του οποίου, κυρίως, παρακολουθεί ο αναγνώστης τα τεκταινόμενα:

Κι έρχονται τώρα μέρες επαιτείας, μέρες κλοπής. Μέρες καβάλα σε μέρη που, εξόν τη δική του, δεν είχε ψυχή. Εχει αφήσει πίσω του το πευκόδασος και ο ήλιος του δειλινού γέρνει μπρος του πέρα από μιαν ατέλειωτη κοιλάδα και το σκοτάδι έξω πέφτει σαν κεραυνός κι ένας αέρας παγερός κάνει τα αγριόχορτα να τρίζουν σαν δόντια.

Κάπου στο ανατολικό Τέξας, ο Μικρός ενώνει τη μοίρα του με εκείνην της συμμορίας κεφαλοκυνηγών του Γκλάντον, η οποία θα περιπλανηθεί στις ερήμους των μεξικανικών συνόρων συλλέγοντας τα μακάβρια λάφυρά της. Εκείνο που καθιστά τον Μικρό επάξιο ανταγωνιστή για τον Δικαστή είναι πως είναι ο μόνος που «διατηρεί στην καρδιά του μια μικρή γωνίτσα ευσπλαχνίας για τους βαρβάρους».

Το βιβλίο, βασισμένο σε ενδελεχή ιστορική έρευνα, έτυχε μάλλον χλιαρής υποδοχής από τους κριτικούς και το κοινό όταν εκδόθηκε, το 1985, έχει όμως έκτοτε αποτιμηθεί ως το κορυφαίο έργο τού σήμερα ογδοντάχρονου ΜακΚάρθυ. Εκτυλίσσεται στην Αμερικανική Δύση το 1849, εποχή που οι κυβερνήτες νεόκοπων Πολιτειών πληρώνουν με το κομμάτι την προμήθεια σκαλπ από Απάτσι. Αν και η πλοκή μοιάζει με ημερολογιακή καταγραφή αυτής της εμπόλεμης αποστολής στα σύνορα της νεοσύστατης Αμερικής, αντιπροσωπεύει εξίσου μια χαρτογράφηση των συντεταγμένων της ανθρώπινης ανομίας. Η απερίφραστη (αλλά και μπαρόκ) ωμότητα, που είναι το σήμα κατατεθέν του ΜακΚάρθυ, διαπνέει το βιβλίο, όπως και η επωδός «Ξεκίνησαν ενώ ήταν ακόμα βαθύ σκοτάδι», που σηματοδοτεί την ατελεύτητη επανάληψη του στοιχήματος για επιβίωση.

Ο Μεσημβρινός καταλύει την όποια εξιδανίκευση της Αγριας Δύσης και απομυθοποιεί τον πολιτικώς ορθό λόγο περί γενοκτονίας των ιθαγενών, καταδεικνύοντας θύτες και θύματα ως απολύτως ισότιμους σε αγριότητα. Ο συγγραφέας υπονομεύει εξαρχής το στερεότυπο της ηρωικής αναζήτησης καινούριων οριζόντων με τον πιο ζοφερό ρεαλισμό. Πολύ σύντομα, οι λευκοί κυνηγοί κεφαλών σταματούν να κάνουν διακρίσεις ανάμεσα σε άμαχους Ινδιάνους, Μεξικανούς χωρικούς και, εν πολλοίς, σε όποιον βρεθεί στον δρόμο τους, αναγνωρίζοντας ως μόνο νόμο το δίκιο του ισχυρότερου. Οι Ινδιάνοι πολεμιστές, από τη μεριά τους, μάχονται ως εξής:

...περικύκλωσαν την ίλη και την κόψανε στα δύο κι έπειτα ορθώνοντας και πάλι το κορμί σαν φιγούρες σε πανηγύρι, κάποιοι με πρόσωπα εφιαλτικά μπογιατισμένα στα στήθια τους, να καταπέφτουν στους πεζούς πλέον Σάξονες και να τους τρυπάνε και να τους βαράνε και να πηδάνε απ' τ' άλογά τους με μαχαίρια και να τρέχουν πέρα δώθε μ' ένα περίεργο στραβοκάνικο τρεχαλητό, σαν πλάσματα εξωθημένα σε αλλότριες μορφές κινητικότητας και να γδύνουν τους νεκρούς και να τους αρπάζουν απ' τα μαλλιά και να διατρέχουν με τις λάμες τους το γύρο του κρανίου σε νεκρούς και ζωντανούς συνάμα και να σηκώνουν στον αέρα τα ματωμένα περουκίνια και να κόβουν και να πετσοκόβουν τ' άψυχα κορμιά, διαμελίζοντας κι αποκεφαλίζοντάς τα, ξεκοιλιάζοντας τους αλλόκοτους λευκούς κορμούς και υψώνοντας μεγάλες χούφτες εντόσθια, γεννητικά όργανα, μερικοί απ' τους άγριους τόσο πασαλειμμένοι με αίμα σαν να είχαν κυλιστεί στο αίμα σαν σκυλιά και ορισμένοι που πλάκωναν τους ετοιμοθάνατους και τους σοδόμιζαν με δυνατές κραυγές προς τους συντρόφους τους.

Χρησιμοποιώντας αντίστοιχης έντασης εικονοποιία, ο συγγραφέας αντικρούει και τον μύθο της φύσης ως παρθενική επικράτεια αμόλυντη (προς ώρας) από τον άνθρωπο. Στην καλύτερη περίπτωση, η φύση είναι απλώς, ολοφάνερα, αδιάφορη προς τον άνθρωπο, είναι η αδιαφορία υψωμένη σε εκθετική δύναμη. Στη χειρότερη, είναι εντολοδόχος της αναίτιας σκληρότητας των ανθρώπων: «...και ο ήλιος όταν ανέτειλε τσάκωσε το φεγγάρι στη δύση έτσι ώστε κρέμονταν αντικριστά πάνω από τη γη, ο ήλιος ένα διάπυρο λευκό και το φεγγάρι ένα χλομό αντίγραφο, σαν να 'ταν οι εκβολές μιας κοινής σήραγγας που στο τέρμα της έκαιγαν κόσμοι πέρα από κάθε νόηση».

Στο τέλος της ξενάγησης στο υπαίθριο μουσείο ωμοτήτων του Μεσημβρινού, με τη φύση να σφυροκοπά τους χαρακτήρες του με απαξίωση (και την έρημο να μουμιοποιεί τα πληγωμένα μουλάρια τους), η φυγή και διαδικασία ενηλικίωσης του Μικρού αποκαλύπτονται πως δεν ήταν, εντέλει, παρά το πρελούδιο για να θυσιαστεί στον ρυπαρό βωμό του Δικαστή. Παρά την απουσία κάθαρσης, το βιβλίο μεταδίδει μια αίσθηση άγριας, σχεδόν ιλιγγιώδους ευφορίας. Ισως αυτό σχετίζεται με το περιεχόμενο, ήτοι, το ξεκαθάρισμα των λογαριασμών με το ιδεολόγημα του Χαμένου Παραδείσου και με τη Φύση ως αντανάκλαση μιας ηθικής τάξης πραγμάτων. (Με το ερώτημα, κατ' επέκταση, του κατά πόσον και με ποιες επιπτώσεις μπορεί η ανθρώπινη θέληση να λειτουργήσει ως αυτοσκοπός.) Οπωσδήποτε έχει να κάνει με τη γλώσσα του βιβλικού ζόφου, σε δοσολογία, διαύγεια και ρυθμό που εξασφαλίζουν τη συναισθηματική συμμετοχή του αναγνώστη.

Η αναμέτρηση του μεταφραστή Αυγούστου Κορτώ με τη φοκνερική, συχνά μακροπερίοδη και ενίοτε πολύσημη γλώσσα του Μεσημβρινού κάθε άλλο παρά εύκολη πρέπει να υπήρξε. Αναφερόμαστε εδώ τόσο στα ποιητικά κρεσέντο πολλών περιγραφών όσο και σε κάποιες αμφιλεγόμενες φιλοσοφικές ρήσεις του Δικαστή με την ουροβόρο, σχεδόν ασπόνδυλη λογική τους. Ανατρέχοντας στο πρωτότυπο διαπιστώσαμε πως ανταποκρίθηκε στην πρόκληση επάξια.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Ανασύνθεση της παιδικής μνήμης
Αντί σημαίας, ένα ανθρώπινο τομάρι...
Αλλόκοτες ιστορίες
Ο άντρας της διπλανής πόρτας
Βεντέτα με τόπο και γη
Η τέχνη ως ιερή μαρτυρία
Ελληνικοί κανόνες και εμπειρίες
Γνωριμία με την Μάτση Χατζηλαζάρου
Το αίνιγμα Le Corbusier
Ενα βιβλίο με σκληρή επιστημονική φαντασία
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Λογοτεχνία
Αντιφάσεις και συναιρέσεις
Το ταξίδι στο άγνωστο από τον Μπέκετ
Λέξεις που διαβρώνουν
Νεοέλληνες και Νεοευρωπαίοι
Σπασμός
Τζόναθαν Φράνζεν: η ανατομία ενός συγγραφέα σταρ
Μελαγχολία
Κριτική βιβλίου
Ανασύνθεση της παιδικής μνήμης
Αντί σημαίας, ένα ανθρώπινο τομάρι...
Αλλόκοτες ιστορίες
Ο άντρας της διπλανής πόρτας
Βεντέτα με τόπο και γη
Η τέχνη ως ιερή μαρτυρία
Ελληνικοί κανόνες και εμπειρίες
Εικονοκλαστική ευφορία
Γνωριμία με την Μάτση Χατζηλαζάρου
Το αίνιγμα Le Corbusier
Ενα βιβλίο με σκληρή επιστημονική φαντασία
Από τις 4:00 στις 6:00
Αποκρυφισμός και μουσική
Ενα χαρισματικό κορίτσι