Έντυπη Έκδοση

Το παράπονο της κουτσομούρας και οι αποδείξεις

Βρέθηκα σε παραλιακή πόλη στις γιορτές, καλεσμένος του ξαδέλφου μου.

Εποχή της κουτσομούρας, καθότι μπαρμπούνια και ακριβά και σπάνια. Κατέβηκα στον ντόκο, όπου μαζεύονται οι ψαρόβαρκες, δουλειές του μεροκάματου της θάλασσας. Πουλάνε τα ψάρια της νύχτας. Ο ντόκος αναμμένος από κόσμο. Βλέπω δύο ψαροκασέλες, φίσκα λαχταριστές κουτσομούρες. Μου 'ρχότανε να αγκαλιάσω την ψαροκασέλα και τις κουτσομούρες μαζί! «Καπετάνιε, βάλε μισό κιλό». «Σιγά, θα βαρυστομαχιάσεις», μου απαντάει. Βάζει τις κουτσομούρες, του δίνω 6 ευρώ, τις παίρνω και μου 'ρχεται στο μυαλό ο Αυτιάς. «Επ!», του λέω, «Απόδειξη». Με κοιτάει. «Τι θέλ'ς;». «Απόδειξη». «Φέρε δω τα ψάρια, ρε!», μου λέει και μου τραβάει τη σακούλα πετώντας τα έξι ευρώ στη μούρη. «Αϊ πάαινε...». Αναψοκοκκίνισα, αλλά δεν μ' έπαιρνε... Η κουτσομούρα σκάβει τον βούρκο με τα μουστάκια της και γω σκάβω τη βλακεία μου, σκέφθηκα. Παρακάτω διαβάζω: «Χόρτα, φρούτα, παραγωγής μας». Κοιτάω και τι να δω; Λαχταριστά, ολόφρεσκα πετειναράκια. Πού να τα ξανάβρω; Η μέρα των στεναγμών είναι, είπα μέσα μου. «Βάλε μου δύο κιλά, σε παρακαλώ». Μου τα δίνει και, με τον εγκέφαλο σε τηλεπλύση, μου ξεφεύγει: «Απόδειξη;». «Και τι να γράψω στην απόδειξη, ρε; Πετεινάρια; Θα νομίσουν ότι πουλάω κοκόρια!». Εκνευρισμένος του λέω «γράψε "χόρτα"». «Και να δει η εφορία ότι πουλάω τα χόρτα 5 ευρώ το κιλό; Ενάμισο πουλάω τα χόρτα, για 2 κιλά πετεινάρια να μπλέξω; Ασε κάτω τα χόρτα, ρε!». Αποφάσισα να μην τα αφήσω. Οπότε ακούω μια φωνή: «Βαγγέλ'!». Ο συνέταιρος, είπα, θα 'ναι, έτοιμος για καβγά. Ομως, στο άκουσμα «Βαγγέλ'», ένα τσοπανόσκυλο ίσα με μικρό γάιδαρο έκανε την εμφάνισή του. Αφήνω τα χόρτα... Εφτασα στον ξάδελφό μου με το στομάχι κόμπο. Εφτιαχνε τη βρύση με τζίβα και έναν κάβουρα. «Φώναξε και κάναν μάστορα», του λέω, «υπάρχει και τεφλόν ακόμα με την τζίβα, καβούρια έχεις;». «Οχι», μου λέει, «δεν έχω καβούρια, ζήτησα προχθές απόδειξη και μου 'πε 60. Χώρια που δεν έρχεται και μ' αφήνει για όποτε. Και γιατί 60 για μια δουλειά 15; Α, μου έκανε ανάλυση: "60 ευρώ, έξω 40% φόρος, συν τα έξοδα, εγώ καθαρά 20 ευρώ θα πάρω", μου είπε». «Σιγά μην πληρώσει 40% φόρο». « Του το 'πα και μου είπε: "Ασε, με την εφορία άμα μπλέξεις, τόσα ο φόρος, τόσα ο λογιστής, τόσα τα άλλα, σαράντα θα πάνε, μην και παραπάνω"». «Καλά, καλά, κατάλαβα... Είν' εδώ ακόμα ο Αντώνης; Παιδικός γνωστός και γιατρός καλός. «Εδώ είναι», μου λέει. Πάω, απ' τα νεύρα σήμερα μ' έχει ταράξει το στομάχι. Με εξέτασε, μου έγραψε ένα φαρμακάκι. «Πόσο κάνει, ρε Αντώνη;». «Εξαρτάται», μου λέει. «Χωρίς απόδειξη 30, με απόδειξη 70». «Γιατί, ρε Αντώνη, 70;». «Να σου πω: 40% η εφορία, ο λογιστής...». Ασε, του λέω, ξέρω, έμαθα, και του αφήνω 30. «Θα κάτσεις να φάμε;» ρωτάει. «Εχω κάτι κουτσομούρες ολοζώντανες!». Το μάτι μου γυάλισε. «Καλά, έλα το βράδυ για τσίπουρο ρεφενέ... Και την απόδειξη στα τέσσερα», συμπλήρωσε γελώντας.

Κανένας δεν μπορεί να ξέρει πού καταλήγουν οι μπλεγμένες σχέσεις μιας κοινωνίας. Μια αντίδραση, όπως αυτή της κατάθεσης των πινακίδων των παλιών αυτοκινήτων, μπορεί να διαλύσει οποιονδήποτε σχεδιασμό και να εκβιάσει τον επόμενο γύρο για να αρχίζει πάντα με ένα mea culpa. Η οικονομία, είναι σαφές, δεν μπορεί να προσδιορίσει τις σχέσεις μιας κοινωνίας, όπως επιχειρεί πάντοτε να κάνει, αποτυχημένα, η οικονομική ελίτ.

Πρέπει πρώτα να κατανοήσεις τις σχέσεις μιας κοινωνίας και εκεί επάνω να οικοδομήσεις τις οικονομικές σχέσεις. Δεν μπορεί και δεν πρέπει να είσαι ο αφέντης-ζώσα αυθεντία, που επιθυμεί να καθορίσει τις κανονικότητες της ζωής, των ανθρώπων και της συμπεριφοράς τους. Ακόμη και στην Ορθοδοξία, ο Θεός ανέχεται να υβρίζεται από την ελευθερία του ανθρώπου.

Σε μια καπιταλιστικά οργανωμένη κοινωνία, είναι αδύνατον να αποφευχθεί η διχοτόμηση, εάν οι μισοί Ελληνες ελέγχουν τους άλλους μισούς. Αφενός γιατί, αν αναπτυχθεί μια έντονη αντίθεση των παραγωγών με το κράτος, η επίκληση της φορολογικής δικαιοσύνης θα είναι άνευ νοήματος, αφού θα μετατραπεί σε μια σχετική έννοια, αναλόγως της θέσης του καθενός. Αφετέρου, η εγγενής αδυναμία των φορολογικών αρχών να ελέγξουν γενικά -τα διαφυγόντα έσοδα από τον ΦΠΑ είναι περίπου 6,6 δισ. ευρώ τώρα-, δεν εξασφαλίζει τον έλεγχο χιλιάδων αποδείξεων. Παλαιότερα, που ίσχυε ένα παρόμοιο μέτρο, στην επαρχία αυτοί που έβαζαν μπαξέ, και είχαν κοτόπουλα, κουνέλια κ.λπ., πού να βρουν καταναλωτικές αποδείξεις; Ενας απλός χωρικός βρήκε τη λύση. «Κάνε λάθος την άθροιση», είπε. «Σιγά να μην καθίσουν να προσθέσουν τόσες αποδείξεις!».

Ως γνωστόν, «ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες», και αυτές περιλαμβάνουν τις πλαστές, τις αγορασμένες, αυτές που εκδίδονται με μικρότερο ποσό, που δεν είχες και τα γυαλιά σου και είσαι πρεσβύωπας, τυφλός, αμβλύωπας κ.ο.κ. Είναι αδύνατον η πρωτοτυπία και η εξυπνάδα του κράτους να νικήσουν την εξυπνάδα και την πρωτοτυπία μιας κοινωνίας σε αντίθεση, χώρια που θα πρέπει να ελέγξεις τη διαφθορά.

Κανένα άτομο ή ομάδα «δεν μπορεί να παίξει τον ρόλο κάποιου υποτιθέμενου αρχιτέκτονα του συστήματος... με σκοπό να εξασφαλίσει τη δυναμική σταθεροποίηση της οικονομίας μέσα από μια συνειδητή, προμελετημένη δράση».

Το θέμα πάντα ήταν απλό: δημοσιονομική προσαρμογή μέσω των δαπανών ή μέσω αύξησης της φορολογίας; Θα μπορούσε να λεχθεί και αλλιώς. Σε μια εποχή αβεβαιότητας, υπάρχουν ορισμένες μορφές βεβαιότητας. Σε σχέση με αυτούς που δεν ξέρουν αν θα έχουν δουλειά αύριο, υπάρχουν κάποιοι που ξέρουν ότι και δουλειά θα έχουν και θα προστατεύονται. Π.χ. το σύνολο των εμπλεκομένων με τον δημόσιο τομέα ή σχεδόν το σύνολο των εργαζομένων στα κλειστά επαγγέλματα. Σε αυτούς το κράτος, ακόμη και σε περίοδο κρίσης, παρέχει τη βεβαιότητά του, είτε απόλυτα είτε σχετικά. Ουσιαστικά, στη μικτή οικονομία αυτοί συνοδεύουν την αγορά και ζουν από αυτήν. Η κρίση όμως δεν προέρχεται μόνο από ενδογενείς δυσλειτουργίες της αγοράς, αλλά και από την επίδραση αυτής της δομής στις συγκυριακές εξελίξεις. Θα πρέπει λοιπόν σε περίοδο κρίσης να περικοπεί το πιο ευνοημένο, αυτή η βεβαιότητα, μέχρι να μπορέσει ξανά η οικονομία να «σηκώσει» το βάρος του ή αυτό το «βάρος» να ορθολογικοποιηθεί, πράγμα που δεν μπορεί να συμβεί άμεσα. Είναι δικαιοσύνη το να πάψουμε να φορτώνουμε στην πλάτη του εργαζομένου, που μπορεί να βρεθεί στον δρόμο, την -σχετική έστω- καλοπέραση αυτών που με την προστασία του κράτους ξέρουν ότι δεν θα πεινάσουν αύριο. Για να μην πεινάσουμε τελικά όλοι μαζί και να χαρούμε τις κουτσομούρες χωρίς μουρμούρες...

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Πολιτική
Στη στήλη
Ανάλυση στα γεγονότα
Άλλα θέματα στην κατηγορία Πολιτική της έντυπης έκδοσης
Νέα διοικητική δομή
Κατεπείγον υπουργικό για τον Καποδίστρια 2
«Νυχτερινές» τροπολογίες
Παλιά μου τέχνη κόσκινο...
Κόντρες υπουργών
Η παρέμβαση της Αννας ενόχλησε τον Μιχάλη
Αλ. Τσίπρας
Απόδραση στο ...Βερολίνο
Ελληνοαμερικανικές σχέσεις
Δεν «βγαίνουν» οι ημερομηνίες για επίσκεψη Παπανδρέου
Κυπριακό
Διαπραγμάτευση - Γολγοθά προβλέπει ο Χριστόφιας
Ελληνοτουρκικές σχέσεις
Ζητά «κοινά βήματα» αντί αμοιβαιότητας
Ναυπηγεία Σκαραμαγκά
Πωλούνται με προίκα 4,8 δισ. τα Ναυπηγεία
Μεταναστευτική πολιτική
Μετανάστες: Ενα βήμα μπρος, δύο βήματα πίσω;