Έντυπη Έκδοση

Τέχνες & Πολιτισμός

Τα Σαββατιάτικα

  • Βαμπίρ, βαμπίρ, βαμπίρη μου...

    Τους βρικόλακες τους εκτιμούσα ανέκαθεν.

    Θες γιατί ο Μπραμ Στόουκερ με γαλούχησε όπως έπρεπε με τον λατρεμένο κόμη Δράκουλα στα «απάτητα» -ώς ένα σημείο- Καρπάθια, θες γιατί μου άρεσε που συγκλίναμε έστω κι από διαφορετική ιδεολογία προς το σκόρδο, όπως και να 'χει ένας βρικόλακας είναι πάντα χρειαζούμενος. Αυτό αποδείχτηκε περίτρανα και από τα τερτίπια του σινεμά, αρχής γενομένης από τον παλιό «Νοσφεράτου» με θριαμβευτική συνέχεια τον συμπαθή «Δράκουλα» του Κρίστοφερ Λι ο οποίος, αν και είχε το κουσούρι να ξεδιψά με το αίμα του κάθε τυχάρπαστου, φρόντισε κι έμαθε θαυμάσια ελληνικά (μισά αρχαία - μισά νέα) και πρόλαβε να γίνει και φαν της Σωτηρίας Μπέλλου. Ισως κάποιοι θυμούνται τον Κρίστοφερ Λι να πέφτει δακρυσμένος στην αγκαλιά της Σωτηρίας πριν από μια 20ετία, όταν ο Βρετανός βρικόλακας ήρθε για κάποια «γυρίσματα» στην Αθήνα. Αλλά και χωρίς τον Στόουκερ πάλι θα ήμουν υπέρ των βρικολάκων. Αυτό το εμπέδωσα πολλά χρόνια αργότερα, τόσο με το αξεπέραστο «Τραγούδι του νεκρού αδελφού» που βγαίνει εκ του τάφου για καλό σκοπό, όσο και με δικούς μου ήρωες στα βιβλία που έγραψα. Ετσι πρόχειρα αναφέρω τον «Τούρκο στον κήπο» (2001) και κυρίως τον «θετικό» «Θείο Τάκη» (2005).

    Σήμερα, οι βρικόλακες είναι πάλι της μόδας και ίσως περισσότερο από ποτέ. Διαθέτουν στιλ, φορούν μπλου-τζιν και πέτσινα παντελόνια και αρνούνται να φορέσουν τις γνώριμές μας μαύρες κάπες με την κόκκινη επένδυση. Προτιμούν απλά τζάκετ με τσέπες και συνδιαλέγονται με το παρόν όχι απαραίτητα για λόγους αιμοληψίας. Η συμπαθής συγγραφεύς κυρία Μέγιερ με το «Λυκόφως» αναδείχτηκε ως η Μαίρη Κουάντ του βρικολακισμού, ανατρέποντας κάθε ζοφερή εικόνα που είχαμε ώς τώρα για τις μεταθανάτιες παρενέργειες: Υπό το σεληνόφως του Χόλιγουντ, οι ήρωές της θριαμβεύουν με τη θερμή συναίνεση του γυναικείου κυρίως κοινού, που δεν βλέπει την ώρα να δελεάσει τους κυνόδοντες κάποιου γοητευτικού βρικόλακα-βαμπίρ. Ετσι πάμπολλα κοριτσάκια ονειρεύονται να τα τινάξουν όπως όπως για να γνωρίσουν τον κατάλληλο μακαρίτη και να βγαίνουν παρέα στη γύρα για αίμα ή κι ένα ταψί κόλλυβα που λέει ο λόγος...

    Στην Ελλάδα, καθότι χριστιανική χώρα, οι βρικόλακες αντιμετωπίζονται με αγιασμό, με σκορδαλιά και σφήνα στην καρδιά, αρκεί να πειστεί το βαμπίρ να υποστεί τη λυτρωτική (υποτίθεται) επέμβαση. Με τα χρόνια όμως κατάλαβα πως κανένας βρικόλακας δεν βρικολακεύεται με ανάλογα τερτίπια. Στο κάτω κάτω είναι ρατσιστική η άποψη πως μόνο διά του Ευαγγελίου υποχωρούν οι ορμές ενός βαμπίρ. Εκτός και ο βρικολακισμός είναι προνόμιο και ελάττωμα -εξαρτάται πώς το βλέπεις- χριστιανικών χωρών. Ευτυχώς, το σκόρδο είναι παγκόσμιας εμβέλειας προϊόν κι έτσι πιθανότατα βολεύονται ισλαμιστές, βουδιστές και λοιποί παθόντες.

    Σήμερα, ανεξάρτητα από την κυρία Μέγιερ και τα μυθιστορήματά της, ως Ελληνες ζούμε έντονα το φαινόμενο των βρικολάκων. Μετά από δεκαετίες ανεμελιάς, λοβιτούρας, αριστερισμού και «λάιφ-στάιλ» οργής βρισκόμαστε απέναντι σε νεκρές πλην ξαναζωντανεμένες καταστάσεις. ΟΠΩΣ: Συντηρητισμός του κερατά (μην ακούτε τα σι-μπεμόλ του Συνασπισμού) προς όλες τις κατευθύνσεις. ΑΓΡΙΟ σφίξιμο του «ζωναριού» (ο «Ζόναρς» δεν ενέχεται σ' αυτό) και διάλογοι που παραπέμπουν στη φτωχομπινεδιάρικη δεκαετία του '50 και ολίγον του '60.

    Ακόμη και οι γρίπες, σ' αυτή τη χάι-τεκ εποχή αναστήθηκαν εκ του τάφου με επιθετικές πέραν του επιτρεπτού (για γρίπη) προθέσεις. Οι επιστήμονες το υποψιάζονται αλλά αρνούνται να υπερθεματίσουν πως πρόκειται για νεκρανάσταση της γρίπης του 1918, που θέρισε μέχρι και δύο αδέρφια του παππού μου, μετανάστες στη Νέα Υόρκη. ΜΕΣΑ στη σύγχυση, βγαίνει και ο επίτιμος κ. Μητσοτάκης και προτείνει ως λύση απ' το οικονομικό αδιέξοδο «Κυβέρνηση εθνικής ανάγκης». (Ομολογώ ότι δεν μου φάνηκε καθόλου βρικολακιασμένη σκέψη, παρά τις διάφορες φήμες.)

    Οποιονδήποτε συσχετισμό του υπουργού μας κ. Παπακωνσταντίνου με Δράκουλες και παρεμφερή τον αφήνω στη φαντασία και στην εκτόνωση των αμφίθυμων αισθημάτων...

    Τελικά, πιστεύω ότι οι βρικόλακες με τις ποικίλες μορφές τους, ακόμη και εκείνη την «ιψενική», ζουν και κυκλοφορούν ανάμεσά μας σε βαθμό που να εξιτάρουν την ποιητική φλέβα της κυρίας Σιλάνας Σαλιάγκου και να γράψει:

    «ΒΑΜΠΙΡ, βαμπίρ, βαμπίρη μου

    βαμπίρ, βαμπίρ, ΒΑΜΠΙΡΗ

    πολυταξιδεμένε μου

    ΚΑΙ σπιτονοικοκύρη...». Αυτά. ±*

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Αναδρομική Αμπράμοβιτς
Δυόμισι μήνες κλεισμένη σε μουσείο
Θέατρο
Ατομική ελευθερία ή επανάσταση; Ιδού η απορία
Κριτική θεάτρου
Το ανάθεμα της μνήμης
Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια στο έλεος του νόμου
Μπαλέτο
«Ρωμαίος και Ιουλιέτα» με αύρα πριγκιπική
Συνέντευξη: Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος
Ευριπίδης, ο σύγχρονός μας
Συνέντευξη: Ιωάννης Τουράτσογλου
Υπουργοί Πολιτισμού πέρασαν σαν να μην υπήρξαν
Φωτογραφία
Η νύφη και ο γαμπρός το'σκασαν