Έντυπη Έκδοση

Ελλάδα

Αρθρο

  • Νερό-φαρμάκι στην Ηπειρο

    Σε πρόσφατη έρευνα για τον προσδιορισμό των επιπέδων συγκεντρώσεων των φαρμακευτικών ουσιών στα υγρά απόβλητα καθ' όλη τη διάρκεια του έτους, επιβεβαιώθηκε η ύπαρξη επικίνδυνων τέτοιων ουσιών ή μειγμάτων τους, τόσο στις εισόδους όσο και στις εξόδους των μονάδων επεξεργασίας τους

    Φωτό αρχείου από τη λίμνη Παμβώτιδα Φωτό αρχείου από τη λίμνη Παμβώτιδα Τις τελευταίες δεκαετίες, η έρευνα για τη ρύπανση του υδάτινου περιβάλλοντος από τις χημικές ουσίες εστιάζεται στους καλούμενους ως «αναδυόμενους ρύπους». Οι «αναδυόμενοι ρύποι» είναι χημικές ουσίες που ανιχνεύονται συχνά σε μη αναμενόμενες συγκεντρώσεις, δεν περιλαμβάνονται στους υπάρχοντες κανονισμούς για την ποιότητα των υδάτων και θεωρούνται ως εν δυνάμει επιβλαβείς για το περιβάλλον και την ανθρώπινη υγεία.

    Μία σημαντική ομάδα τέτοιων ουσιών αποτελούν οι φαρμακευτικές ουσίες που προορίζονται για ανθρώπινη και κτηνιατρική χρήση, καθώς επίσης και τα προϊόντα προσωπικής φροντίδας. Οι φαρμακευτικές ουσίες περιλαμβάνουν ποικίλες θεραπευτικές κατηγορίες, όπως είναι τα αναλγητικά/μη στεροειδή-αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ), τα αντιβιοτικά, τα ψυχιατρικά, τα υπολιπιδαιμικά, τα θεραπευτικά έλκους, οι β-αναστολείς, τα στεροειδή και οι ορμόνες, ενώ τα προϊόντα προσωπικής φροντίδας περιλαμβάνουν τα αρώματα, τα καλλυντικά, τα σαμπουάν, τα αντηλιακά, τα αντισηπτικά, τα απορρυπαντικά και άλλα.

    Απόβλητα

    Κύριες πηγές ρύπανσης των υδάτων από τις φαρμακευτικές ουσίες αποτελούν τα οικιακά, αστικά, νοσοκομειακά και βιομηχανικά απόβλητα, καθώς επίσης και οι εκροές των Μονάδων Επεξεργασίας Υγρών Αποβλήτων (ΜΕΥΑ), οι οποίες καταλήγουν στους επιφανειακούς αποδέκτες (λίμνη, ποτάμι, θάλασσα). Εκτός από τα φάρμακα που καταναλώνονται από τους ανθρώπους και καταλήγουν στις αποχετεύσεις μέσω της απέκκρισης, τα ληγμένα ή αχρησιμοποίητα σκευάσματα καταλήγουν συχνά στις αποχετεύσεις, μέσω των οικιακών αποβλήτων και κατ' επέκταση στις Μονάδες Επεξεργασίας Υγρών Αποβλήτων.

    Τα περισσότερα κτηνιατρικά φάρμακα καταλήγουν στο λίπασμα, με αποτέλεσμα συχνά να αποτελούν απειλή για τα υπόγεια ύδατα, τους υδάτινους και τους χερσαίους οργανισμούς. Αρκετές φαρμακευτικές ουσίες που χρησιμοποιούνται στις ιχθυοκαλλιέργειες καταλήγουν άμεσα στους υδάτινους αποδέκτες, καθώς συχνά δεν καταναλώνονται από τα ψάρια. Σε αρκετές περιπτώσεις, μπορεί να υπάρξει μια μικρή μονάδα επεξεργασίας του νερού των ιχθυοκαλλιεργειών πριν καταλήξει στον υδάτινο αποδέκτη. Η ιλύς που προέρχεται από την επεξεργασία αυτή χρησιμοποιείται ως λίπασμα, με αποτέλεσμα η τελική κατάληξη των φαρμάκων στο έδαφος να είναι ίδια με αυτή των υπολοίπων κτηνιατρικών φαρμάκων.

    Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, πραγματοποιήθηκε εκτεταμένη έρευνα για τον προσδιορισμό των επιπέδων συγκεντρώσεων φαρμακευτικών ουσιών σε νερά της Ελλάδας. Μια από τις πρώτες έρευνες που πραγματοποιήθηκαν έλαβε χώρα το 2006, με την οποία προσδιορίστηκαν τα επίπεδα συγκεντρώσεων φαρμακευτικών ουσιών στην περιοχή της Ηπείρου και συγκεκριμένα στη λίμνη Παμβώτιδα της πόλης των Ιωαννίνων και στον ποταμό Καλαμά.

    Το χρονικό διάστημα κάλυπτε τις τέσσερις εποχές του έτους (φθινόπωρο, χειμώνας, άνοιξη, καλοκαίρι). Οι ουσίες που προσδιορίστηκαν ανήκαν σε διαφορετικές θεραπευτικές κατηγορίες, όπως αναλγητικά/μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη, υπολιπιδαιμικά, αντιεπιληπτικά, αντισηπτικά και ο ψυχοκινητικός διεγέρτης καφεΐνη. Σε υψηλότερα επίπεδα προσδιορίστηκε η καφεΐνη και στη συνέχεια τα ΜΣΑΦ. Η καφεΐνη αποτελεί συστατικό που χρησιμοποιείται σε πολλά ροφήματα (καφές, τσάι κ.ά.) και τρόφιμα (σοκολάτες, γλυκά και γαλακτοκομικά), καθώς και ως πρόσθετο συστατικό πολλών μη συνταγογραφούμενων φαρμάκων.

    Ακολούθησε μια πιο πρόσφατη, μεγαλύτερη έρευνα, η οποία έλαβε χώρα κατά την περίοδο 2010-2011, για τον προσδιορισμό των επιπέδων συγκεντρώσεων των φαρμακευτικών ουσιών στα υγρά απόβλητα. Πραγματοποιήθηκαν συστηματικές δειγματοληψίες στην είσοδο και την έξοδο οκτώ ΜΕΥΑ διαφορετικών πόλεων της Ελλάδας, καλύπτοντας τις τέσσερις εποχές του έτους. Προσδιορίστηκαν και επιπλέον κατηγορίες φαρμακευτικών ουσιών, όπως τα αντιβιοτικά, τα αντιδιαβητικά, τα στεροειδή και τα θεραπευτικά έλκους. Τα αποτελέσματα της εκτεταμένης αυτής έρευνας επιβεβαίωσαν την ύπαρξη σχεδόν όλων των ουσιών στις εισόδους και τις εξόδους των μονάδων.

    Στις εισόδους των ΜΕΥΑ ανιχνεύθηκαν όλες οι ουσίες σε περισσότερα από το 50% των δειγμάτων που αναλύθηκαν. Οι πιο συχνά ανιχνεύσιμες ουσίες ήταν τα αναλγητικά/μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα, όπως το σαλικυλικό οξύ και η παρακεταμόλη, τα αντιβιοτικά, τα αντιδιαβητικά και ο ψυχοκινητικός διεγέρτης καφεΐνη. Οσον αφορά τις εξόδους των ΜΕΥΑ, ανιχνεύθηκαν όλες οι ουσίες με τα αναλγητικά/μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη, τα αντιεπιληπτικά, τα στεροειδή και την καφεΐνη να παρουσιάζουν τις υψηλότερες συγκεντρώσεις.

    Η ύπαρξη των φαρμακευτικών ουσιών στις εξόδους των ΜΕΥΑ οδήγησε στον προσδιορισμό του ρυθμού απομάκρυνσής τους από αυτές. Οι ρυθμοί απομάκρυνσης κυμάνθηκαν μεταξύ υψηλών (όπως το σαλικυλικό οξύ), μεσαίων (όπως το υπολιπιδαιμικό φενοφιβράτη) και χαμηλών τιμών (όπως το αντιβιοτικό τριμεθοπρίμη), ενώ σε κάποιες περιπτώσεις παρατηρήθηκαν αρνητικές απομακρύνσεις (όπως το αντιεπιληπτικό καρβαμαζεπίνη), λόγω της αυξημένης συγκέντρωσης των ουσιών αυτών στην έξοδο σε σχέση με την είσοδο.

    Η διακύμανση των τιμών απομάκρυνσης υποδεικνύει ότι οι συμβατικές μονάδες επεξεργασίας αποβλήτων δεν είναι επαρκείς στο να απομακρύνουν αποτελεσματικά τις φαρμακευτικές ουσίες. Ακολούθησε η μελέτη της εκτίμησης της περιβαλλοντικής επικινδυνότητας των φαρμακευτικών ουσιών στις εξόδους των ΜΕΥΑ. Οι συγκεντρώσεις των φαρμακευτικών ουσιών βρέθηκαν σε επίπεδα για τα οποία υπάρχει μηδαμινός έως υψηλός κίνδυνος να προκληθούν τόσο οξείες όσο και χρόνιες τοξικές επιπτώσεις σε οργανισμούς που ανήκουν σε τρία επίπεδα της τροφικής αλυσίδας (φύκη, ζωοπλαγκτόν, ψάρια).

    Επιπτώσεις

    Το γεγονός αυτό υποδεικνύει την αναγκαιότητα για περαιτέρω διερεύνηση της ύπαρξης, της έκθεσης, αλλά και της τοξικολογικής συνεισφοράς (κυρίως χρόνιας) των φαρμακευτικών ουσιών στους οργανισμούς, με σκοπό την απόκτηση μιας ολοκληρωμένης εικόνας για τις επιπτώσεις τους στο περιβάλλον.

    Αξίζει να σημειωθεί ότι η εκτίμηση της επικινδυνότητας πραγματοποιείται συνήθως για κάθε ουσία ξεχωριστά, αλλά θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι στο υδάτινο περιβάλλον τα φαρμακευτικά υπάρχουν σε μείγματα, οι συνολικές συγκεντρώσεις των οποίων μπορεί να οδηγήσουν σε τοξικές επιπτώσεις που μπορεί να μην εμφάνιζε μία ουσία μεμονωμένα.

    Η παραπάνω έρευνα πραγματοποιήθηκε στο Εργαστήριο Αναλυτικής Χημείας του Τμήματος Χημείας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων από την ερευνητική ομάδα με επιστημονικό υπεύθυνο τον καθηγητή Τριαντάφυλλο Αλμπάνη και μέλη τις Χριστίνα Κοσμά, διδάκτορα του Τμήματος Χημείας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, και Δήμητρα Λαμπροπούλου, επίκουρο καθηγήτρια του Τμήματος Χημείας του ΑΠΘ.

    Αξίζει να σημειωθεί ότι τμήμα της παρούσας έρευνας έχει συγχρηματοδοτηθεί από την Ευρωπαϊκή Ενωση (Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο - ΕΚΤ) και από εθνικούς πόρους μέσω του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Εκπαίδευση και Διά Βίου Μάθηση» του Εθνικού Στρατηγικού Πλαισίου Αναφοράς (ΕΣΠΑ) - Ερευνητικό Χρηματοδοτούμενο Εργο: Ηράκλειτος ΙΙ. Επένδυση στην κοινωνία της γνώσης μέσω του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Ελλάδα
Άλλα θέματα στην κατηγορία Ελλάδα της έντυπης έκδοσης
Αυτοκινητοβιομηχανία
Αλλάζει και πάλι η φορολόγηση των Ι.Χ.
Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο
Μόνος και έρημος στη ΓΑΔΑ
Σεισμοί
Οι «ξεριζωμένοι» της Παλικής
Υπουργείο Υγείας
Ολα τα λεφτά στους ιδιώτες
ΔΣΑ
Δικηγόροι σε εκλογές εν μέσω κρίσης
Επενδύσεις
Στήριγμα η Κίνα για την Ελλάδα
Μέσα & Media
Οσα με ρώτησε η TV
3 Ερωτήσεις
Μέσα και παραμέσα
Ιντερνετ γιοκ στην Τουρκία