Έντυπη Έκδοση

Το θαύμα του έναστρου ουρανού

Kitty Ferguson

Τίχο-Κέπλερ

Οι θησαυροί της αστρονομίας

μτφρ.: Μανόλης Καρτσωνάκης

επιμέλεια: Θεοφάνης Γραμμένος

εκδόσεις Τραυλός, σ. 534, 23,11 ευρώ

Μέτρησα τον ουρανό, μα τώρα μετρώ τις σκιές της Γης.

Το μυαλό μου φυλακισμένο στους Ουρανούς, το σώμα μου, φυλακισμένο στη Γη, αναπαύεται.

(Επιτύμβιο του Γιοχάνες Κέπλερ) (σελ. 459)

Το βράδυ της κηδείας τού μαθηματικού και αστρονόμου Γιοχάνες Κέπλερ «εκδηλώθηκε βροχή μετεωριτών. Οπως μας παραδίδεται από πηγές της εποχής, "έπεσαν πύρινες μπάλες από τον ουρανό"» (σελ. 459). Ηταν σαν ο ουρανός να θρηνεί έναν από τους πιο επίμονους αναζητητές των μυστηρίων του. Ενα από τα βιβλία του είχε τον σύντομο τίτλο Mysterium Cosmographicum (το οποίο μεταφράζεται λανθασμένα στη σελίδα 268 του βιβλίου Κοσμικό Μυστήριο και σωστά στη σελίδα 269 Κοσμογραφικό Μυστήριο). Ο Κέπλερ πίστευε ότι ο Θεός είχε δημιουργήσει το Σύμπαν έτσι ώστε να κυριαρχεί η αρμονία (σελ. 18) και πίστευε ότι με αόρατα κινήματα και νήματα ο Θεός ρυθμίζει τις φαινομενικά «τυχαίες» συναντήσεις των ανθρώπων (σελ.19). Αφιέρωσε λοιπόν τη ζωή του σε μια αγωνιώδη προσπάθεια αποκρυπτογράφησης του μυστικού κώδικα της Δημιουργίας του ορατού-από τον άνθρωπο-Σύμπαντος. «Οι ανακαλύψεις του Κέπλερ, πως η Γη συμπεριφέρεται όπως κάθε πλανήτης, και ο πρώτος και δεύτερος νόμος των πλανητικών κινήσεων υπήρξαν ορόσημα στην ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού και των επιστημών. Πράγματι, είχε ερευνήσει λεπτομερώς τα βάθη ενός σύνθετου Σύμπαντος και βρήκε αρμονία. Τέλος, είχε αποδώσει στον Τίχο Μπράχε τη γήινη αθανασία του» (σελ. 413). Μα ποιος ήταν αυτός ο Τίχο Μπράχε, στον οποίον μαθήτευσε ο ιδιοφυής μαθηματικός Κέπλερ; Ενας εκκεντρικός, αλαζονικός, παρανοϊκός, δεσποτικός δανός αριστοκράτης, που αφιέρωσε τη ζωή του σε αστρονομικές παρατηρήσεις με τη βοήθεια πολύπλοκων αστρονομικών οργάνων, τα οποία είχε σχεδιάσει ο ίδιος και τα οποία κουβαλούσε στην προσφυγιά, όταν οι ασταθείς πολιτικές συνθήκες της εποχής και οι αντιδράσεις των βασιλιάδων υπερέβαιναν κάποια όρια ανεκτά από την απείθαρχη ιδιοσυγκρασία του. Ετσι στα πενήντα του ο Τίχο ήταν εξόριστος από τη χώρα του (σελ. 275). Ο Τίχο παραλληλίζει τον εαυτό του με τον Οβίδιο, που γεύτηκε κι αυτός την πίκρα της εξορίας (σελ. 265). Ομως και ο Κέπλερ ξεσπιτώθηκε πολλές φορές και κυνηγήθηκε, επειδή αρνιόταν συστηματικά -κι αυτός και η γυναίκα του- να αποκηρύξει τον Προτεσταντισμό και να προσηλυτιστεί στον Καθολικισμό. Οι διαρκείς διωγμοί τον ανάγκασαν να ζητήσει «δουλειά» από τον πάμπλουτο αστρονόμο Τίχο Μπράχε. «Οπως έγραψε αργότερα ο Κέπλερ, "ο Θεός με εγκατέλειψε δεσμευμένο με τον Τίχο, με ένα αναλλοίωτο πεπρωμένο, και δεν με άφησε να αυτονομηθώ από αυτόν, στέλνοντάς μου τις πιο τυραννικές ταλαιπωρίες"» (σελ. 352). Η συνεργασία τους ήταν θυελλώδης. Ο Τίχο δεν ήθελε μέχρι την τελευταία πνοή του να δώσει το κλειδί του θησαυροφυλακίου των γνώσεών του στον Τίχο (σελ. 334). Ο Κέπλερ είχε ζωτική ανάγκη την καλή γνώμη των άλλων για το άτομό του (σελ. 335). Ομως δεν δίσταζε να σκηνοθετεί ή να παρασύρεται σε απίστευτες εκρήξεις οργής, όταν ένιωθε ότι θίγονται τα συμφέροντά του ή καταπατώνται τα δικαιώματά του. Σε μία τέτοια -απαράδεκτη για τα χρηστά ήθη- έκρηξη του Κέπλερ, ο Τίχο έδωσε τόπο στην οργή (σσ. 341-342) και τον συγχώρησε, αφού γνώριζε ότι εξαρτάται η υστεροφημία του από αυτόν τον ιδιοφυή μαθηματικό με την ασθενική όραση. Ετσι λοιπόν, η τελευταία φράση που λέει ο Τίχο Μπράχε στο νεκροκρέβατό του απευθύνεται στον έμμισθο βοηθό του Γιοχάνες Κέπλερ, και είναι: «Μην αφήσετε να φανεί ότι έζησα ανώφελα» (σελ. 367). Βεβαίως, ο Κέπλερ χρησιμοποιεί τις σχολαστικές αστρονομικές παρατηρήσεις και σημειώσεις του Τίχο, όχι για να υποστηρίξει το «τιχονικό σύστημα» αλλά το ηλιοκεντρικό σύστημα του Κοπέρνικου. Παρ' όλα αυτά, όταν τύπωσε τους «Ροδόλφειους Πίνακες», ο «Κέπλερ αντιμετώπισε αυτό το βιβλίο ως το κορυφαίο επίτευγμα δύο ανθρώπων - του ίδιου, και του Τίχο Μπράχε. Αν και το είχε γράψει ο ίδιος, είχε ανακαλύψει τους νέους νόμους που επιβεβαίωναν τα δεδομένα και είχε κάνει όλους τους υπολογισμούς, έβαλε το όνομα του Τίχο πρώτο στη σελίδα του τίτλου, αναγορεύοντάς τον σε κύριο συγγραφέα» (σελ. 448). Στην προμετωπίδα μάλιστα αυτού του μνημειώδους έργου βάζει να ζωγραφίσουν τον δάσκαλό του δίπλα στον Κοπέρνικο: «Πλησιάζοντας στην μπροστινή όψη, ο Ιππαρχος αριστερά και ο Πτολεμαίος δεξιά, στέκονται πλάι σε κίονες φτιαγμένους από τούβλα. Ακόμα πιο μπροστά, αριστερά κάθεται ο Κοπέρνικος, δίπλα σε έναν κίονα ιωνικού ρυθμού, στη βάση του οποίου στηρίζεται το διάσημο βιβλίο του, και δεξιά ο Τίχο στέκεται δίπλα σε έναν κίονα κορινθιακού ρυθμού, απ' όπου κρέμονται μερικά από τα περίφημα αστρονομικά όργανά του. Ο Τίχο και ο Κοπέρνικος συζητούν με πολύ πάθος, πιθανώς για το τιχονικό και το κοπερνίκειο σύστημα, επειδή ο Τίχο δείχνει προς την οροφή του τέμπλου, όπου υπάρχει ένα σχέδιο του συστήματός του. Επιδεικνύοντας την πανουργία του ο Κέπλερ δεν τον βάζει να δηλώνει στον Κοπέρνικο πως το δικό του σύστημα είναι σωστό, αλλά να τον ρωτάει: "Quid si sic?" (Πώς σου φαίνεται αυτό;)» (σσ. 449-450).

Το βιβλίο αυτό διαβάζεται σαν ιστορικό μυθιστόρημα, παρ' όλο που παρατίθενται, με εξαντλητικά σχολαστικό τρόπο, επιστημονικά δεδομένα και άλλα αρχιτεκτονικά και κατασκευαστικά στοιχεία αστρονομικών μηχανημάτων, που «αλίευσε» η συγγραφέας Kitty Ferguson σε ιδρύματα και βιβλιοθήκες της Αυστρίας, της Δανίας, της Ουγγαρίας και της Αμερικής, όπου έκανε μακροχρόνιες έρευνες. Βέβαια, το λογοτεχνικό της ταλέντο δεν είναι ανάλογο της επιστημονικής της επάρκειας. Η εμμονή της στα αμιγώς αποδείξιμα ιστορικά στοιχεία στερεί τις περιγραφές και τις διηγήσεις της από το φανταστικό εκείνο στοιχείο της μυθοπλασίας που θα «ζωντάνευε» τις πόλεις της αναγεννησιακής Ευρώπης. Οι υποθέσεις πάνω σε άλλες υποθέσεις και ο δισταγμός ή η αδυναμία της να συμπληρώσει λογοτεχνικώς τις πηγές της, καθιστούν δυσχερή την ανάγνωση αυτής της ιστορικής βιογραφίας. Κάποιος που δεν έχει επαρκείς γνώσεις Φυσικής, Μαθηματικών, Αστρονομίας, Θεολογίας κι Επιστημολογίας θα αναγκαστεί να εγκαταλείψει το βιβλίο από τα πρώτα κιόλας κεφάλαιά του. Οι περιγραφές των κύριων προσώπων είναι κάτι λιγότερο κι από σχηματικές. « [...] ο Κέπλερ ήταν ένας πολύ μορφωμένος αλλά κακοπληρωμένος καθηγητής, που είχε περάσει τα παιδικά του χρόνια σε μια στερημένη, προβληματική οικογένεια, σε μικρές πόλεις στα όρια του Μέλανα Δρυμού. Σύμφωνα με τη δική του περιγραφή, έμοιαζε με κατοικίδιο σκυλάκι που λαχταρούσε να ευχαριστήσει τον περίγυρό του, και μόνο περιστασιακά επιχειρούσε να διεκδικήσει για τον εαυτό του κάτι, γρυλίζοντας ή γαβγίζοντας - και όταν το κατάφερνε, το μόνο που πετύχαινε ήταν να τον αποφεύγουν. Ο Τίχο Μπράχε ήταν διάσημος σε όλη την Ευρώπη ως ένας πρίγκιπας ανάμεσα σε αστρονόμους και ως ένας αστρονόμος ανάμεσα σε πρίγκιπες. Είχε πλήρη επίγνωση της νοημοσύνης και της κοινωνικής θέσης του· συναναστρεφόταν όμως και ανθρώπους χαμηλότερου επιπέδου, στους οποίους συμπεριφερόταν καλά» (σσ. 16-17). Αργότερα, η συγγραφέας αντιφάσκει παρουσιάζοντας τον Τίχο ως έναν τυραννικό, αλαζονικό, παρανοϊκό δυνάστη, έναν «τρελό επιστήμονα», που εκδιώχτηκε εξαιτίας της απαράδεκτης συμπεριφοράς από το νησί Χβεν και οι έξαλλοι χωρικοί κατεδάφισαν σιγά σιγά το εξωτικό παλάτι του αλχημιστή Τίχο, που έφερε το φιλόδοξο όνομα Ουράνιμποργκ, προς τιμήν της Ουρανίας, της μούσας της Αστρονομίας (σελ. 121). «Δεν ήταν μόνο όμορφο, αλλά προσέλκυε την προσοχή σ' ένα χαρακτηριστικό του σπιτιού -το τρεχούμενο νερό- που ακόμα και οι σύγχρονοι του Τίχο, η βασίλισσα της Αγγλίας Ελισάβετ Α' και ο βασιλιάς της Γαλλίας Ερρίκος Γ' δεν μπορούσαν να περηφανευτούν ότι είχαν στο Χάμπτον Κορτ ή στο Λούβρο» (σελ. 147). Μετά την εξορία του Τίχο «Το Ουράνιμποργκ στεκόταν πιο έρημο, ένα αλλόκοτο μεγαλοπρεπές, αδειανό όστρακο. [...]οι χωρικοί του Χβεν ήταν έτοιμοι να ορμήσουν στο σπίτι, στους κήπους και στο αστεροσκοπείο και να τα γκρεμίσουν πέτρα πέτρα, να χρησιμοποιήσουν τα υλικά αλλού και να κάνουν ξανά τη γη βοσκοτόπι. Τελικά αυτό ακριβώς έκαναν. [...] Το όνομα του Τίχο παρέμεινε ως ανάθεμα στο Χβεν, για πολλές γενιές. Μόνο στα τέλη του 20ού αιώνα άλλαξε η νοοτροπία των νησιωτών και ξεθύμανε κάπως ο θρύλος του διαβολικού άρχοντα που είχε χτίσει το μισητό παλάτι του στην κοινόχρηστη γη» (σσ. 275-276).

Παρ' όλα αυτά, πέρασαν και οι δύο στην Ιστορία για τη μαθηματική ιδιοφυΐα και το πάθος αποκρυπτογράφησης του μυστηρίου της κίνησης των άστρων και της μηχανικής του απέραντου ουρανού.

Οταν ο Ισαάκ Νεύτων έλεγε ότι είχε στηριχτεί στους ώμους γιγάντων, εννοούσε και τον Τίχο και τον Κέπλερ (σελ. 18).

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Το αμάρτημα του πατρός μου
Ποιος (δεν) φοβάται το ελληνικό τραγούδι;
Και μόνον επειδή είναι γυναίκα
Ποιητικοί κώδικες
Πολυβολεία ώς την άκρη της μνήμης
Ελληνική Βαβέλ
Ο έρωτας σαν εκδίκηση του κακού
Φωνές παιδιών από το «άβατο» της Ιστορίας
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Το αμάρτημα του πατρός μου
Ποιος (δεν) φοβάται το ελληνικό τραγούδι;
Το θαύμα του έναστρου ουρανού
Και μόνον επειδή είναι γυναίκα
Ποιητικοί κώδικες
Πολυβολεία ώς την άκρη της μνήμης
Ελληνική Βαβέλ
Ο έρωτας σαν εκδίκηση του κακού
Φωνές παιδιών από το «άβατο» της Ιστορίας
Λογοτεχνία
Ισλάμ - Η επανάσταση των γυναικών
Περιοδικός τύπος
Το περιοδικό «Ευθύνη» του Κώστα Τσιρόπουλου ανέστειλε τη λειτουργία του
Συνέντευξη
Βασίλης Καραγιώργος
Από τις 4:00 στις 6:00
Από τις επιστολές στα e-mail
Chieftains
Άλλες ειδήσεις
Στον Χάρη Λύτα
Το Ουρλιαχτό του Αλεν Γκίνσμπεργκ στην Ελλάδα το 1978
Ο φίλος μας, Αντρέας Παγουλάτος