Έντυπη Έκδοση

Βιβλίο

Τυπωθήτω

  • Τυπωθήτω

    Τα βιβλία αυτοσυστήνονται; Ο συγγραφέας είναι ο επαρκέστερος πληρεξούσιος ανάμεσα στο έργο του και στον αναγνώστη; Οι λέξεις και τα πράγματα του συγγραφέα πώς συναντούν τις λέξεις και τα πράγματα του ήρωα ή του αφηγητή;

    Η στήλη «Τυπωθήτω» προκαλεί και απαντά σε τέτοιας υφής ερωτήματα. Βιβλία όλου του φάσματος, πριν φτάσουν στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, εξομολογούνται λεπτομέρειες της γραφής τους. Πεζογράφοι, ποιητές, δοκιμιογράφοι, μεταφραστές, ανθολόγοι, σε πρώτο πρόσωπο, πριν παραδοθούν στον συστηματικό και στον απλό αναγνώστη - βιβλία πριν αρχίσουμε να τα φυλλομετράμε.

    Ενα πεινασμένο στόμα: The baking of

    **Λένα Διβάνη

    Ενα πεινασμένο στόμα

    μυθιστόρημα

    εκδόσεις Καστανιώτη

    Η ιδέα χρόνια αναδευόταν στο κεφάλι μου, αλλά ήταν τόσο σκοτεινή που την απωθούσα. Για να γράψεις την ιστορία ενός νεαρού underdog που αποφασίζει να πάρει τη θέση που του ανήκει στον κόσμο χειριζόμενος τους αντιπάλους του σαν ζώα, πρέπει πρώτα να κάνεις τη βασική παροδοχή εντός σου: ο άνθρωπος για τον άνθρωπο λύκος - ειδικά ο πεινασμένος άνθρωπος. Ενα πεινασμένο στόμα αποκλείεται να σε φιλήσει. Θα σε δαγκώσει! Και προφανώς κάτι μέσα μου αντιστεκόταν, οπότε η ιδέα με τη σειρά της υποχωρούσε ευγενικά - ξέρετε τώρα το ταγκό των συγγραφέων με τις ιδέες τους... Κρυφά όμως ετοιμαζόμουν: πήγαινα σε εκπαιδευτήρια σκύλων, συνομιλούσα με τους γητευτές των λύκων που έγιναν κατοικίδια, διάβαζα μετά μανίας ό,τι σχετικό έπεφτε στα χέρια μου. Φέτος όμως σήκωσε κεφάλι και κυριολεκτικά απαίτησε να γραφτεί. Ισως γιατί δεν τη φοβόμουν πια. Η συγκυρία με είχε ήδη ρίξει μέσα στο σκοτάδι - τι είχα να φοβηθώ; Οπότε πήρα το νετ μπουκ μου, κλείστηκα στο εξοχικό της αδελφής μου και... έτσι γεννήθηκε αυτό το μυθιστόρημα που δεν μοιάζει με κανένα άλλο απ' όσα έχω γράψει. Ετσι πήρε σάρκα και οστά ο Γιάννης Γεωργιάδης, ένας φοιτητής της Νομικής που έχει τα νιάτα του, το κοφτερό μυαλό του, το σώμα του, αλλά ...τίποτε άλλο. Ορφανός από μικρός, σπούδασε δουλεύοντας ως εκπαιδευτής σκύλων. Ετσι γεννήθηκε και ο αντίπαλός του, ο Χρήστος Κρεμόπουλος, ένας από τους πιο γνωστούς καθηγητές του, ένας μεσήλικας με κύρος, διασυνδέσεις, χρήμα, κοινωνικό στάτους, αλλά ...τίποτε άλλο.

    Συναντιούνται ένα βράδυ τυχαία στον Λυκαβηττό βγάζοντας βόλτα τα σκυλιά τους και η μάχη αρχίζει. Τι θέλει ο νεαρός φοιτητής με τόσο πάθος από τον καθηγητή του; Τα λεφτά του; Τη γυναίκα του; Τον γιο του; Τη δουλειά του; Τη ζωή του; Το σίγουρο είναι πως είναι αποφασισμένος να το πάρει. Θα εισβάλει ως άγγελος εξολοθρευτής στον παρηκμασμένο κόσμο του ανυποψίαστου καθηγητή και θα τον αλώσει ως γητευτής με τη μέθοδο που εκπαίδευε τα σκυλιά. Το όπλο του είναι μια κυνική γνώση γραμμένη στο πετσί του: Δημοκρατία δεν υπάρχει ούτε στην κοινωνία των σκύλων ούτε στην κοινωνία των ανθρώπων. Μόνο αφεντικά και δούλοι.

    Η δομή του βιβλίου είναι επίσης πολεμική, υπακούοντας στις ανάγκες του περιεχομένου. Είναι γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο από τους δύο κεντρικούς ήρωες: στο ένα κεφάλαιο παίρνει τον λόγο ο ένας και στο επόμενο απαντάει κατά κάποιον τρόπο ο άλλος συνεχίζοντας την αφήγηση της δράσης από την αντίθετη οπτική γωνία. Οι τίτλοι κάθε κεφαλαίου είναι όλοι δανεισμένοι από εγχειρίδια εκπαίδευσης σκύλων -γιατί ο άνθρωπος είναι αγελαίο ζώο όπως ο σκύλος και χρησιμοποιεί τα ίδια τερτίπια για να κυριαρχήσει.

    Οποιος διαβάσει αυτό το μυθιστόρημα θα εμπλακεί σ' έναν ανθρωποφαγικό πόλεμο μεταμφιεσμένο σε ιστορία ζήλειας, πόθου και πάθους, με τέλος που στοιχηματίζω πως θα βρείτε απρόβλεπτο, ενώ είναι τόσο λυπηρά προβλέψιμο...

    Λένα Διβάνη

    ***************

    Ενας ύμνος στην αθωότητα

    **Γιάννης Η. Παππάς

    Το ποδόσφαιρο στη λογοτεχνία

    ανθολογία

    εκδόσεις Μεταίχμιο

    Σε μια συζήτηση που είχε ο διάσημος ρώσος ποιητής Εβγκένι Γεφτουσένκο μ' έναν ιταλό δημοσιογράφο λέει:

    «Παιδικά χρόνια χωρίς μπάλα δεν νοούνται. Δεν είναι χαρά, δεν είναι παιχνίδι. Και ξέρετε γιατί οι σημερινοί ποδοσφαιριστές είναι ψυχροί και χωρίς ψυχή; Να σας το πω εγώ. Γιατί ξόδεψαν τα νιάτα τους άσκοπα κι έχασαν ό,τι παιδικό είχαν μέσα τους. Το ποδόσφαιρο δεν το βλέπουν σήμερα σαν παιχνίδι, αλλά ως επάγγελμα».

    Παιδικά χρόνια λοιπόν χωρίς μπάλα δεν νοούνται. Ιδιαίτερα για όσους, όπως η δική μου η γενιά, μεγάλωσαν στην επαρχία τις δεκαετίες του '60 και του '70, παίζοντας σε αλάνες και χωμάτινους δρόμους, σε αυτοσχέδια γήπεδα, με πλαστικές και καμιά φορά και με δερμάτινες μπάλες.

    Παιδικά χρόνια, λοιπόν, με γρατσουνισμένα και ματωμένα γόνατα, με σκισμένα παντελόνια και λαστιχένια παπούτσια, να κλοτσάμε και όλο να κλοτσάμε. Ο μοναδικός εχθρός μας ήταν το σκοτάδι. Μόνο σαν έπεφτε η νύχτα μαζευόμαστε στα σπίτια μας και δίναμε ραντεβού, για παιχνίδι, την επόμενη μέρα.

    Για μας το ποδόσφαιρο ήταν μαγεία, ένα όνειρο που το ζούσαμε κάθε μέρα, όλη μέρα.

    Τους παίκτες τούς γνωρίζαμε από τις κάρτες που αγοράζαμε από το ψιλικατζίδικο, απέναντι από το Υδραγωγείο του χωριού.

    Τα παιχνίδια τ' ακούγαμε από το ραδιόφωνο κάθε Κυριακή απόγευμα και μετά το βράδυ βλέπαμε την «Αθλητική Κυριακή» με τον μυθικό και εξαίρετο Γιάννη Διακογιάννη.

    Το γεγονός όμως που ...απογείωσε την τηλεθέαση αλλά και μας, μικρά παιδιά 8-10 χρονώ, τότε, ήταν το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1970, που έγινε στο Μεξικό.

    Το γεγονός επίσης που προκάλεσε πραγματικό ντελίριο ενθουσιασμού σε όλη την Ελλάδα ήταν η πορεία του Παναθηναϊκού, με προπονητή τον μεγάλο Φέρεντς Πούσκας, προς τον τελικό του Κυπέλλου Κυπελλούχων και ο μεγάλος τελικός με τον Αγιαξ στο Γουέμπλεϊ, στις 2 Ιουνίου του 1971.

    Από τότε πέρασαν αρκετά χρόνια, μεγαλώσαμε κι εμείς, είχαμε πολλές επιτυχίες σε επίπεδο ομάδων, αλλά δεν μπορούμε να ξεχάσουμε επιτυχίες, όπως η κατάκτηση του Ευρωπαϊκού Κυπέλλου το 2004 στην Πορτογαλία και η πρόκριση της εθνικής μας ομάδας στο Παγκόσμιο Κύπελλο, που αρχίζει τον Ιούνιο στη Νότια Αφρική.

    Το ποδόσφαιρο είναι ο «βασιλιάς των σπορ» γιατί είναι το πιο συναρπαστικό, το πιο συγκλονιστικό άθλημα.

    Οποιος δεν έχει παίξει ως παιδί μπάλα, δεν μπορεί να νιώσει τη μαγεία του ποδοσφαίρου.

    Θα αγαπάμε πάντα το ποδόσφαιρο, γιατί θα μας θυμίζει την παιδική μας ηλικία και τις συγκινήσεις που βιώσαμε τότε που όλα στο μυαλό μας ήταν μαγικά και ονειρεμένα.

    Το ποδόσφαιρο βέβαια, όπως και όλα τα πράγματα, έχει και την καλή και την κακή του πλευρά. Η καλή του, είναι οι χαρές και οι συγκινήσεις που προσφέρει. Η κακή του ή η σκοτεινή του πλευρά είναι όταν χρησιμοποιείται από τις ηγεσίες και την εξουσία για να αποπροσανατολίσουν και να φανατίσουν λαούς ή γενικά όταν χρησιμοποιούν το άθλημα για άσκηση πολιτικής.

    Το βιβλίο αποδεικνύει ότι η μπάλα μπορεί να συναντήσει τον λόγο και ότι η λογοτεχνία δεν είναι κάτι που δεν συμβαδίζει με το ποδόσφαιρο, όσο κι αν κάποιοι επιμένουν για το αντίθετο.

    Η πρωτοτυπία της ανθολογίας αυτής έγκειται στο γεγονός ότι για πρώτη φορά βρίσκονται συγκεντρωμένα, σ' έναν τόμο, τα καλύτερα ελληνικά και ξένα ποιήματα, διηγήματα και αποσπάσματα από μυθιστορήματα που έχουν ως θέμα τους το ποδόσφαιρο ή που αναφέρονται εν μέρει σ' αυτό.

    Βασική πηγή για τους έλληνες ποιητές ήταν το βιβλίο του καλού μου φίλου, ποιητή Γιώργου Μαρκόπουλου Εντός και εκτός έδρας και τα δύο τεύχη του περιοδικού Το Δέντρο που είναι αφιερωμένα στο ποδόσφαιρο. Για τους ξένους ποιητές βασική πηγή ήταν το αφιέρωμα του ιταλικού περιοδικού Poesia, τχ. 208, Σεπτέμβριος του 2006.

    Γιάννης Η. Παππάς

    Μια ιστορία μεταμφιέσεων και μεταναστεύσεων

    **Νίκος Μάντης

    Το χιόνι του καλοκαιριού

    Καλοκαίρι 1983. Μέσα στον καύσωνα του Ιουλίου, σ' ένα παραθαλάσσιο χωριό της Πελοποννήσου, ο Λεωνίδας γιορτάζει τα όγδοα γενέθλιά του. Εκείνη την ώρα επιλέγει για να επιστρέψει η μητέρα του, ύστερα από ανεξήγητη απουσία ενός και πλέον χρόνου. Ή μήπως όχι; Είναι στ' αλήθεια η μητέρα του η γυναίκα αυτή που όλοι δείχνουν να αναγνωρίζουν και να δέχονται -ο πατέρας Γιάννης, η νόνα Ιουλία, οι γύρω χωριανοί- ή κάποια άλλη; Τίποτε πάνω της δεν δείχνει όμοιο με τη γυναίκα που ήξερε ο Λεωνίδας. Πώς περιμένει τώρα από εκείνον να την αγαπήσει;

    Ετσι ξεκινάει Το Χιόνι του καλοκαιριού, το πρώτο μου μυθιστόρημα. Η ιδέα ήταν μέσα μου για καιρό και διεκδικούσε τα δικαιώματά της. Ηταν ένας τρόπος να αντιμετωπίσω πράγματα που με απασχολούσαν επίμονα: Πού βρίσκεται το κέντρο της αγάπης; Στην οικειότητα ή κάπου αλλού; Με ποιον τρόπο αναγνωρίζουμε τους διπλανούς μας και πώς μπορούμε να δεχτούμε το Αλλο, όταν αυτό μοιάζει να απαιτεί τα πάντα από μας; Ο Δικός μας και ο Ξένος - τι συμβαίνει όταν μπαίνουν σπίτι μας και ενδύονται τα ρούχα τής πιο αφόρητης εγγύτητας μαζί μας;

    Γίνεται να χιονίσει το καλοκαίρι; Σε κάποια σπάνια σημεία της Γης λένε πως γίνεται. Οπως στην ακρότατη Σιβηρία, στη χερσόνησο των εξορίστων, εκεί απ' όπου κατάγεται ο Βίκτορ, άλλος ένας Ξένος. Ο Βίκτορ που κρύβεται στις σκιές. Ο Βίκτορ που παρακολουθεί από μακριά το σπίτι του Λεωνίδα, κάτω απ' τον δυνατό ήλιο της Αχαΐας, και που δείχνει να γνωρίζει πολλά. Να ξέρει εκείνος άραγε πού βρίσκεται η αληθινή μάνα; Κι αν ναι, ποια είναι η σχέση του μαζί της;

    Υπάρχουν κι άλλοι υποψήφιοι ταξιδιώτες, ιχνευτές των μυστικών εκείνου του σημαδιακού Ιουλίου. Η Μαρισόλ, που η σκέψη της βρίσκεται διαρκώς στην Ισπανία. Η κυρία Υβόννη, που γοητεύει τους πάντες, κυλώντας με χάρη στο αναπηρικό καροτσάκι της. Ο Θωμάς, μόνιμο θύμα των σκληρών τής παρέας. Ο Μανώλης, ο «γύφτος», ο γοητευτικός αλήτης που μοιάζει να βγήκε μέσα από τις σελίδες περιοδικών κόμικς. Και πάνω απ' όλους και όλα η Μαρία, η μάνα με τα πολλά πρόσωπα, ονόματα και όψεις. (Και ζωντανά αντίγραφα ίσως; Και πόσες σκιές μπορεί να διαλύσει ένα παιδί οκτώ χρόνων, όταν ακολουθεί με την πιο μοιραία περιέργεια τα πάθη των μεγάλων;)

    Η εποχή, εποχή και των δικών μου παιδικών χρόνων, ανακαλεί πολλά. Είναι η καμπή της Ελλάδας και του κόσμου, ανάμεσα στους πόλους της πολιτικής και της γεωγραφίας. Ο Παπανδρέου και ο Μπρέζνιεφ μπορούν να ιδωθούν σαν ήρωες ενός -όχι και τόσο- παιδικού παραμυθιού; Και ποια η γνώμη για όλα αυτά της Κάντυ-Κάντυ; Αραγε η νόνα Ιουλία να κατέχει το μυστικό, στις ιστορίες της για τον Ιορδάνη ποταμό πάνω στ' αστέρια; Και τι γεύση να έχει μια βανίλια υποβρύχιο, όταν την τρως διστακτικά στον ξεχαρβαλωμένο καναπέ ενός μπορντέλου;

    «Η αλήθεια είναι δηλητήριο», έλεγε ένας αρχαίος βασιλιάς του Πόντου. Μια ιστορία μεταμφιέσεων και μεταναστεύσεων, μια μικρή αργοναυτική εκστρατεία που συμβαίνει μέσα μας και που τελειώνει όπως τελειώνουν όλα τα παραμύθια: με την ένωση εκείνων που είχαν μείνει χώρια για καιρό. (Μόνο που κανείς τους δεν θα μπορούσε να φανταστεί ποιον θα 'χε απέναντί του τη στιγμή εκείνη...)

    Νίκος Μάντης

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Το αμάρτημα του πατρός μου
Ποιος (δεν) φοβάται το ελληνικό τραγούδι;
Το θαύμα του έναστρου ουρανού
Και μόνον επειδή είναι γυναίκα
Ποιητικοί κώδικες
Πολυβολεία ώς την άκρη της μνήμης
Ελληνική Βαβέλ
Ο έρωτας σαν εκδίκηση του κακού
Φωνές παιδιών από το «άβατο» της Ιστορίας
Λογοτεχνία
Ισλάμ - Η επανάσταση των γυναικών
Περιοδικός τύπος
Το περιοδικό «Ευθύνη» του Κώστα Τσιρόπουλου ανέστειλε τη λειτουργία του
Συνέντευξη
Βασίλης Καραγιώργος
Από τις 4:00 στις 6:00
Από τις επιστολές στα e-mail
Chieftains
Άλλες ειδήσεις
Στον Χάρη Λύτα
Το Ουρλιαχτό του Αλεν Γκίνσμπεργκ στην Ελλάδα το 1978
Ο φίλος μας, Αντρέας Παγουλάτος