Έντυπη Έκδοση

Αλλη μια Γυναίκα της Πάτρας; Νίνα, Ραραού;

Πελάγια έπη

Μιχάλης Γεννάρης

Πρίγκιπες και δολοφόνοι

εκδόσεις Ινδικτος, σ. 275, ευρώ 19,18

Ασμα ηρωικό και πένθιμο, αλλά και υπερβατικό, καθότι αναπέμπεται μετά θάνατον, πλαντάζει τα σωθικά της Πελαγίας Κουκουζέλη, τσατσάς του Μεταξουργείου και προστάτιδας απολωλότων πριγκίπων, και ο Μιχάλης Γεννάρης (γενν. 1981) το αφουγκράζεται, έμπλεος λυρικής εμπνεύσεως, αποσπώντας το φετινό βραβείο του πρωτοεμφανιζόμενου πεζογράφου (μνήμη Ηρακλή Παπαλέξη) του περιοδικού «Διαβάζω». Ο νεαρός συγγραφέας παραχωρεί όλες του σχεδόν τις σελίδες στην Πελαγία, προκειμένου εκείνη να εξιστορήσει τα βάσανα και τους θριάμβους μιας ζωής αφοσιωμένης σε παράφορους ανδρικούς έρωτες και σαρκικούς καημούς. Η φωνή της ηρωίδας διαχέεται ορμητική στο μυθιστόρημα, αναριγώντας από νεύρο και συγκίνηση, φουσκωμένη από τα απόνερα παλιρροϊκών ενθυμήσεων. Η μίμηση προφορικού λόγου αποβαίνει εσκεμμένα ατελής, καθώς δυναμιτίζεται από τις λόγιες ροπές της γλώσσας της, που με την επιτηδευμένη επισημότητά της και την επίμοχθη κομψοέπεια αγωνιά να κατακυρώσει μια εποποιία δυτικών προαστίων. Αυτή η γλωσσική παρενδυσία, που ντύνει χθαμαλές αναμνήσεις με δοξαστικές διατυπώσεις, αντιγράφει καταφανώς ανάλογες χειρονομίες εμβληματικών μυθοπλαστικών γυναικών, με κορυφαία τη Ραραού του Παύλου Μάτεσι. Από το άλλο μέρος, ο ακατάσχετος, συνειρμικός λόγος μιας παλαίμαχης των λαϊκών στρωμάτων, όπου ανακατώνονται πικρίες, θυμοσοφίες, χολερικά κουτσομπολιά και ταγκισμένοι λυγμοί, νεύει διαρκώς προς τη Νίνα του Κώστα Ταχτσή, ενόσω τα ανιστορούμενα φαίνεται να αποτελούν παραπόταμο της ομοθεματικής και εξίσου τρικυμιώδους αφήγησης μιας ακόμα πολύπαθης γυναικείας μορφής, της Γυναίκας της Πάτρας του Γιώργου Χρονά. Αυτές οι τρεις φαντασιακές γυναίκες, με τους απόκρημνους βίους, γίνονται το κάτοπτρο της Πελαγίας και οι φωνές τους καθοδηγούν τη δική της, αντιλαλώντας ασίγαστες στο βιβλίο του Γεννάρη.

Ο συγγραφέας καταφέρνει να χαρτογραφήσει πειστικά έναν μικρόκοσμο του περιθωρίου, κατοικημένο από καταφρονεμένους και κάθε λογής έκπτωτους. Τη στιγμή της αφήγησής της, η Πελαγία βιώνει εδώ και καιρό την «απομαχία» της, κατάσταση ιδανική για απολογισμούς και αναδρομές. Εκείνο που κυρίως χαράζει τη φωνή της είναι η πίκρα για την αναγνώριση που δεν αξιώθηκε. Μολονότι, όπως η ίδια υποστηρίζει, υπήρξε λαοφιλής και φύση εγγενώς καλλιτεχνική, πολλοί τη φθόνησαν και την πολέμησαν, υφαρπάζοντάς της τις δάφνες που της αναλογούσαν. Ετσι η Πελαγία, που συνήγειρε το κοινό της σε πανηγύρεις και μπουζουξίδικα, με βραχνιασμένες, γρατζουνισμένες κορόνες και λαγγεμένα τσαλίμια, έμεινε μια ζωή «δευτεράντζα», να κοιτάει από χαμηλά τα πρώτα ονόματα. Οι αμανέδες που ονειρευόταν να μουσουργήσει με το λαρύγγι της, στραπατσαρίστηκαν πολύ νωρίς σε μια κακοφωνία από ένα ηχητικό παράσιτο, «το αυστηρότατο άσμα της Αδαμαντίας», μιας διόλου αδαμάντινης μητριάς. Αυτή η σκληρή, τραχιά φωνή είχε καταστρέψει όλους τους σκοπούς που εύφραιναν την Πελαγία και τελικά η ζωή της απέβη ατραγούδιστη. Ολες οι στομωμένες μελωδίες είχαν γίνει βρόχος και έφραζαν τον λαιμό της. Στο στόμα της είχε ενταφιαστεί ένα άλιωτο παράπονο. Η μάνα της, «μια ολόκληρη ζωή παρακοιμώμενη του σατανά», ξεσκολισμένη σε μικρασιατικές μαγγανείες και ξόρκια, είχε αφήσει αφύλακτη την παιδική της ηλικία σε κάθε είδους δαίμονες. Με τη «φριχτή σολομωνική» της την κρατούσε έρμαιο ενός διαρκούς, αμείωτου τρόμου που τη συρρίκνωνε κι εκείνη, πριν γίνει πολυθρύλητη στο Μεταξουργείο και αρχόντισσα του οίκου της, ήταν το «πατσαβουράκι» των Μανιάτικων του Πειραιά. Η «πορνική προδιάθεσις» της Πελαγίας θα μπορούσε να είναι η αρά αυτής της κακιάς μάγισσας.

Ακόμα όμως και η φιλοστοργία της με κακεντρέχειες ανταμείφθηκε, καθώς της προσήπταν πως διαπαιδαγωγούσε τα ορφανά της στην ακολασία. Διότι εκτός από αοιδός των καταγωγίων, η Πελαγία διέπρεπε ως προστάτιδα καταραμένων Βάκχων, από τους οποίους είχε ξεχωρίσει τη δική της αγία τριάδα, τρεις άσωτους υιούς του Διονύσου, που θέλησε να γίνουν οι ήρωες του δικού της παραμυθιού. «Φρουρητική Τριάς», πρίγκιπες «στον οίκο της Πελαγίας» ή, αλλιώς, οικότροφοι στο «σχολείον η εκπόρνευσις». Οι τρεις έκπαγλοι παρίες ενσαρκώνουν την ύστατη ελπίδα της ηρωίδας για το εκτυφλωτικό αστραποβόλημα, που πρόσμενε όλες τις αξημέρωτες ημέρες της. Πίστευε πως τα διάφεγγα ανδρικά τους σώματα θα κατεύγαζαν τη «νυχτιάτικη ζωή» της και το χαντακωμένο της πρόσωπο, εντελώς απρόσφορο για λαγνείες. Η Πελαγία αφιερώνει στη χερουβική της τριάδα τις πιο πλανταγμένες ωδές, δοκιμάζοντας τη φαντασία του λυρισμού της στο πένθος. Κρυφοκοιτάζοντας ξανά μέσα στο μυαλό της τα αλησμόνητα σπαρακτικά αγκαλιάσματα των τριών γαβριάδων της, ανέκκλητα χαμένων πια, αγάλλεται με την «πανσέληνη δεσποτεία των εφήβων που κραυγάζουν άγγιξέ με, δεν είμαι ο υδράργυρος κι ωστόσο κυλώ». Και για ακόμη μία φορά η Πελαγία συλλογίζεται την ωραιότητα του ανδρικού έρωτα, μια ωραιότητα τόσο απόλυτη και άσπιλη όσο μια ηθική επιταγή. Διότι, όπως λέει η ίδια, «καλύτερα ν' αγαπάς ό,τι σου μοιάζει. Πιο φυσικό. Πιο ηθικό». Οι αγάπες των τριών πριγκίπων της ήταν για εκείνη «ιερές, θεοειδείς και ακατάληπτες. Μιμήσεις αρχαγγελικών ασπασμών». Ενδεχομένως η σεμνοτυφία των λόγων της να είναι απότοκη της εναγώνιας αναζήτησης της ηθικής διάστασης του έρωτα. Η ανωτάτη μόρφωσή της στα σώματα των ανθρώπων τής επέτρεπε να αποκαθαίρει τα της σάρκας από το στίγμα της ανηθικότητας. Γι' αυτό μπορούσε να στέκεται μπροστά στον καθρέφτη αντικρίζοντας με ευμένεια «τον ηθικό και πορνικό της εαυτό».

Ωστόσο, αυτοί οι ανεξημέρωτοι ερωτιδείς ήταν εξ ολοκλήρου παραδομένοι στις κρυφές ανταρσίες και αντάρες της σάρκας τους και οιστρηλατούνταν από ηδυπαθή ανυποταξία. Η υποτέλειά τους ήταν παροδική, μια σπασμωδική, αδέξια ευχαριστία προς την κίβδηλη μητέρα τους, την «ανάδοχο της αλήτικης ζωής» τους, η οποία δεν μπορούσε να τιθασεύσει με κανέναν τρόπο τη φρενίτιδα των ερώτων τους και την επικινδυνότητα της ασωτίας τους. Η Πελαγία δεν αργεί να διαπιστώσει την ανημποριά της. «Ωστε δεν μπορούσα στα χυμένα σώματα όραση να διευθύνω». Οι πρίγκιπές της ασελγούσαν στη φιλευσπλαχνία της. Ομως η Πελαγία δεν αμελούσε να αποθησαυρίζει τις μάταιες, ανανταπόδοτες καλοσύνες της, κάνοντας κομπόδεμα για το επέκεινα.

«Δεν πειράζει. Μαζεύω μπόνους για τα ρετιρέ τής Παραδείσου. Θα είμαι ψηλά».

Βέβαια, ο λόγος της, που λαχταρά θρηνητικές άριες και μοιάζει να μεταγλωττίζει ένα πεντάγραμμο κατάστικτο με στοναχές και οιμωγές, λιγώνει από τις πτώσεις της. Οσο εξεζητημένα, όμως, και αν η Πελαγία τεχνουργεί τη γλώσσα της για να υμνολογήσει τον αδικαίωτο βίο της, δεν ξεχνά πως «το περιθώριο όσο και να το σπρώχνεις, στα υπόγεια παραμένει. Δεν ανέρχεται στην επιφάνεια το περιθώριο. Οζει και βρωμάει». Το συναξάρι της εκδιπλώνεται στις κατωφέρειες της ζωής. Αλλωστε, η ίδια ομολογεί πως πάντα την έθελγε η σκοτοδίνη και η καταχνιά και εξ απαλών ονύχων ονειροπολούσε με σφαλιστά παντζούρια. Αδοντας τώρα στις σελίδες, η ηρωίδα παρατάσσει τις ραψωδίες του βίου και της πολιτείας της, χειροκροτώντας τους λεονταρισμούς της ανάμεσα στους Λαιστρυγόνες και τους Κύκλωπες των λαϊκών συνοικιών. «Τα έχω περάσει τα δίσεκτα έτη μου, αλλά πάντοτε κρατούσα μια σταλιά αισιοδοξία και τραγουδούσα. Δεν έπαυα το τραγούδι». Η εξιστόρησή της είναι το κύκνειο άσμα της, ένας λόγος γλυπτός από «λάσπη θανάτου». Με την αφήγησή της αδημονεί να ηρωοποιήσει τον εαυτό της, ξεπλένοντάς τον από τις ήττες και τα στραπάτσα. Ο λόγος της μεγαλουργεί, υπερβάλλοντας σε εξωραϊσμούς και επικά ξεσπάσματα, καθώς επιχειρεί να άρει τις διαψεύσεις της αληθινής ζωής και να μετατρέψει τις παραφωνίες σε θριαμβικά χορικά. Η γλώσσα της είναι εν ολίγοις ένα λεπτουργημένο ψέμα, ένα αποκοίμισμα της πραγματικότητας, μια παραμυθία, που τείνει να υψωθεί σε αναθηματική στήλη.

Ο Μιχάλης Γεννάρης χειρίζεται με αιφνιδιαστική για πρωτόπειρο συγγραφέα δεξιοτεχνία τις γλωσσικές απαιτήσεις που εγείρει η ηρωίδα του. Καλό θα ήταν να χειραγωγούσε πιο αυστηρά τη φλυαρία της, καθώς έτσι η μορφή της θα πρόβαλε πιο πυκνή και πιο εντυπωτική. Η Πελαγία, με τη συναίνεση του συγγραφέα, διολισθαίνει σε επαναλήψεις και μεγαλόστομες απεραντολογίες, που αποδυναμώνουν το πορτρέτο της και σκιάζουν τις στιγμές αυτοπαρωδίας. Παρ' όλα αυτά, δεν δυσκολεύεται να εκπορθήσει το βιβλίο με την πληθωρική παρουσία της και να επιβληθεί ως ένας στέρεος και πρισματικός χαρακτήρας. Προτού αποτολμήσει το επόμενο πεζογραφικό του βήμα, ο Γεννάρης θα χρειαστεί οπωσδήποτε να ξεπεράσει την Πελαγία Κουκουζέλη και ταυτόχρονα να μετριάσει τη φόρα, που αναπόφευκτα συνεπάγεται το πρώτο βραβείο. Πύρρειος η καλή αρχή, καθώς προοιωνίζεται πάντα μια δύσκολη συνέχεια. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Ακέραιες ή μεταμφιεσμένες μνήμες
Η κωμωδία των βραβείων
Στη ζούγκλα της αγοράς εργασίας
Η ζωή είναι ένα όνειρο
Η επιστροφή του ταξιδιώτη
Ενα παλίμψηστο ερωτικό ελεγείο
Στο πηγάδι της μυθοπλασίας
Λόγια πρωινού, πολέμου ή παιγνίων
Εργα, ιστορίες και χρέη της Κρήτης
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Από τις 4:00 στις 6:00
Σαν μυρμήγκι στον κόρφο μας
Καλύτερος του Eric Clapton;
Η τρίτη ανάγνωση
Το κόκκινο και το μαύρο
Κριτική βιβλίου
Ακέραιες ή μεταμφιεσμένες μνήμες
Πελάγια έπη
Η κωμωδία των βραβείων
Στη ζούγκλα της αγοράς εργασίας
Η ζωή είναι ένα όνειρο
Η επιστροφή του ταξιδιώτη
Ενα παλίμψηστο ερωτικό ελεγείο
Στο πηγάδι της μυθοπλασίας
Λόγια πρωινού, πολέμου ή παιγνίων
Εργα, ιστορίες και χρέη της Κρήτης
Λογοτεχνία
Ανατολή, η σύγχρονη Εκάβη
«Από τά «Ημερολόγια γιά τόν Παπαδιαμάντη»
Συγγραφείς σε ξενοδοχεία
Επειδή τέλος
Μάρκος Βαμβακάρης
Ο Μάρκος σε καίει