Έντυπη Έκδοση

Ο Μένης Κουμανταρέας και ο κόσμος του

Στο πηγάδι της μυθοπλασίας

Μένης Κουμανταρέας

Ξεχασμένη Φρουρά

Τα κρυφά χαρτιά του συγγραφέα

εκδόσεις Καστανιώτη, σ. 353, ευρώ 17,04

Θα μπορούσα να κάνω ένα μοντάζ από φράσεις και παραγράφους της Ξεχασμένης φρουράς και να καθαρίσω. Οχι από τεμπελιά, όχι από ντροπή για την ανεπάρκειά μου μπροστά στη φοβερή και τρομερή λογοτεχνική, θεατρική, μουσική, εικαστική αρματωσιά του Μένη Κουμανταρέα, αλλά γιατί τα κείμενα του τόμου, όλα μαζί, συνιστούν ένα στέρεο σύμπαν διά χειρός, ματιάς και πνοής Μένη και μια παρουσίαση δεν έχει κάτι να συμπληρώσει ή να παρατηρήσει ή να τονίσει καλύτερα από τον τρόπο του συγγραφέα. Προσθέτω μάλιστα εξαρχής ότι ακόμη και όσα είναι σχεδόν δοκιμιακού χαρακτήρα, και μάλιστα σε εμβάθυνση και στοχαστικότητα που τα συμπαρατάσσει δίπλα στις Σκουληκότρυπες του Τζον Φάουλς και στη Μάγισσα τέχνη του Νόρμαν Μέιλερ, είναι ατόφια σωθικά λογοτεχνίας. Οσα θα πω είναι συνδυασμός θαυμασμού και αγάπης. Το σημειώνω γιατί δεν ταυτίζονται πάντα μέσα μου οι συγγραφείς που θαυμάζω με τους συγγραφείς που αγαπώ.

Ξεκινώ από την αφιέρωση: «Στη Λιλή, παντοτινά». Φρουρός και η Λιλή, φυλάει σκοπιά στην είσοδο του βιβλίου, έτοιμη να υποδεχτεί τους γνώριμους καλεσμένους, αφού παρακολουθούσε από χρόνια τον σύντροφό της να φτιάχνει τον κατάλογο. Λοιπόν, 351 σελίδες, 34 κείμενα, το συντομότερο 2 σελίδες, το πιο εκτεταμένο 32. Τίτλος: Ξεχασμένη φρουρά, ιδανικός και δανεικός από ομότιτλο πίνακα του Τσαρούχη. Οι φρουροί, ταγμένοι να φυλάττουν Θερμοπύλας, δίχως Καλάσνικοφ αλλά με πένα, παλέτα, νότες, υψηλό καλλιτεχνικό φρόνημα και στάση ζωής. Ο Μένης Κουμανταρέας, ο ίδιος επίμονος φρουρός της μνήμης, στο βιβλίο αυτό γίνεται οικοδεσπότης που παραθέτει δείπνο οφειλής στο σώμα των εκλεκτών που συγκρότησε με το νου και την καρδιά του.

Τιμώμενοι, ο αρχιφρούραρχος Καβάφης, οι με πολλά γαλόνια φρούραρχοι Στράτης Μυριβήλης, Μ. Καραγάτσης, Κοσμάς Πολίτης, Γιώργος Ιωάννου, Στρατής Τσίρκας, Κώστας Ταχτσής, Μάνος Χατζιδάκις, Νίκος Γκάτσος, Γιάννης Τσαρούχης, καλεσμένοι και οι φρουροί, ένας κι ένας κι αυτοί, Κλ. Κλώνης, Αντωνάκης Φωκάς, Κατίνα Παξινού, Αλέξης Μινωτής, Μαρίκα Κοτοπούλη, Μελίνα Μερκούρη, Ελένη Χατζηαργύρη, Βέρα Ζαβιτσιάνου, Ελλη Λαμπέτη, Νίκος Πεντζίκης, Δημήτρης Κεχαΐδης, Αλέξης Ασλάνογλου, Ελένη Βλάχου, Αλέξανδρος Αργυρίου, Κωστούλα Μητροπούλου, Νίκη Τυπάλδου, Μαργαρίτα Μπακοπούλου. Αγρυπνοι μας φρουρούν οι κεκοιμημένοι και με τις οδηγίες τους από κοντά και οι ζωντανοί, πολλά τα έτη τους, η Λούλα Αναγνωστάκη, η Μάγια Λυμπεροπούλου, ο Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος, ο Γιάννης Βαρβέρης (*), ο Γιώργος Χρονάς, ο Σταύρος Ξαρχάκος, ο Αλέκος Φασιανός, ο Νίκος Κυπουργός, ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος, ο Πέτρος Τατσόπουλος, ο Κωστής Γκιμοσούλης, ο Πέτρος Κυρίμης, ο Νίκος Βουδούρης, ο Πέτρος Πολυμένης, ο Γιάννης Κοντός και ο κύριος Θανάσης Θεοδώρου Νιάρχος. Αραγε, ο φιλόλογος του Μένη στη σχολή Μπερζάν, Οδυσσέας Λαμψίδης, επιμένει να ζει; Δεν παραλείπεται πάντως.

Ο Μένης Κουμανταρέας, που έγραψε τον Ωραίο λοχαγό και το Ενα στρατόπεδο άκρη στην ερημιά και που αγαπά τους ναύτες του Τσαρούχη, καθόλου φιλοπόλεμος και μιλιταριστής ή στρατόκαβλος στο ωραίο καψώνι των φανταρίστικων ελληνικών, φαντάστηκε τη φρουρά του ως αντιστρατό στις ειρηνικές επάλξεις της ημέρας και της νύχτας με τέχνες, παρέες και καημούς. Νιώθω ευγνωμοσύνη γι' αυτό το θαυμαστό βιβλίο, Υμνολόγιο των επιφανών της τέχνης, ρέκβιεμ για χαμένους φίλους, εγχειρίδιο στοχασμών για τη γλώσσα, δοξαστικό της ανθρώπινης περιπέτειας και ντοκιμαντέρ της μεταπολεμικής πνευματικής Ελλάδας, αφού κινηματογραφεί, κατά πόδας και ερεθιστικά, γεγονότα, φιλολογικά στέκια, εκδοτικούς οίκους, εφημερίδες, θεατρικές σκηνές και παρασκήνια, πρωταγωνιστές και κομπάρσους, υποφωτισμένα δωμάτια και βουερά σφαιριστήρια, βόλτες, ντυσίματα, φερσίματα, βλέμματα και μοιραία συναπαντήματα, με ηχητική μπάντα μουσικές, χτύπους καρδιάς, ανάσες και βήματα σε νυχτοπερπατήματα στις κεντρικές λεωφόρους και στα απόμερα σοκάκια.

Το βιβλίο δεν είναι λυγμικός οριστικός αποχαιρετισμός σε μια ωραία Ελλάδα που τη ζήσαμε και τη θάψαμε για να τσαλαβουτάμε στα «νεοελληνικά ρηχά», όπως εύστοχα χαρακτηρίζει το παρόν ο Κουμανταρέας. Είναι έγκυρη και ανοιχτή πρόσκληση, χωρίς ημερομηνίες, για συναντήσεις εκ των υστέρων ή για επανανάγνωση και επανενσωμάτωση στο σήμερα συγκίνησης και ομορφιάς. Προχωρώντας σελίδα τη σελίδα, θες να ξαναδιαβάσεις θεατρικά έργα για να τα φαντάζεσαι με τη Ζαβιτσιάνου, να ξανατρέξεις σε εκθέσεις που έχασες ή προσπέρασες βιαστικά, να χωθείς ή να ξαναχωθείς στο διάβασμα αυτών που μας κληροδότησαν μια γλώσσα σμιλεμένη στις ταραχές της Ιστορίας, στις μικρές ιστορίες των αφανών, στις εσοχές των αισθημάτων, στις κόγχες της συνείδησης, μια γλώσσα που συνταιριάζει αβίαστα το μεγάλο μέγεθος του παρελθόντος με τα στενά όρια του σήμερα, στα οποία πρέπει να βολευτούμε, όχι ταπεινωμένοι, μα πιο συνειδητοί και πάντα ονειροπόλοι.

Ο Μένης Κουμανταρέας, από τότε που «έπεσε στο πηγάδι της μυθοπλασίας», όπως εξομολογείται στο ωραίο Πλατάνι, δεν παύει να έχει έγνοια για τη γλώσσα. Εξηγεί πώς τοποθετεί τις λέξεις και χτίζει τις προτάσεις του, έτσι ώστε να έχουν ρυθμό και εσωτερική μουσική, ίδια ή περίπου ίδια με εκείνην των αγαπημένων του συνθετών που άκουγε στους δίσκους γραμμοφώνου στο πικάπ του.

«Ευτυχώς είχα καλό αυτί», λέει ο ίδιος, «όχι μόνο για τη μουσική αλλά και για την έκπληξη που επιφυλάσσει ακόμα και μια τυχαία λέξη στον δρόμο». Η Ξεχασμένη φρουρά είναι ζυγαριά ακριβείας για το βάρος της γλώσσας. Στο κείμενο για τον Βασίλη Αρβανίτη σημειώνει: «Η πρόζα του Μυριβήλη είναι πλουμιστή, γεμάτη μαλάματα, χρώματα, ρυθμούς. Διασώζει σπάνιες λέξεις, ντοπιολαλιές, έθιμα, γιορτές, φορεσιές, μουσικές και τους ανθρώπους μιας άλλης εποχής. Οι άνθρωποι είναι μέσα σ' όλα και πάνω απ' όλα. Οι άνθρωποι και οι πράξεις τους. Στον «Τρίτο Γύρο», κείμενο για το Τρίτο στεφάνι, αναφέρεται στη μαστοριά του Ταχτσή, που ματίζει στις φράσεις του ευχές, κατάρες, αφορισμούς και λαϊκές κορόνες, όχι για γαρνίρισμα αλλά για λόγους ουσιαστικούς. Είναι ο πρώτος που έκανε ύφος με τη γλώσσα των μικροαστών, που στήνει αυτί για να πιάσει ιδιωματισμούς και αποχρώσεις, που δανείζεται εκφράσεις της τρέχουσας καθομιλουμένης με τα θραύσματα της καθαρεύουσας, χωρίς να νοθεύει ούτε στιγμή τη γλώσσα. Νομιμοποιεί το αμάλγαμα αυτό και το καθιερώνει, κάνει λογοτεχνία έχοντας απορρίψει τη φιλολογία. Στο Ενας θεός μου διαβάζουμε: «Η έκφραση στον Κωνσταντίνο Καβάφη είναι ο γόρδιος δεσμός ανάμεσα στις δύο πολιτισμικές εκφράσεις, της Εγγύς Ανατολής και της Δύσης. Στηρίζεται στην ακριβολογία και στη στέρηση κοσμητικών επιθέτων της αγγλοσαξονικής παράδοσης και αφήνεται αισθησιακά στην Αλεξάνδρεια των Πτολεμαίων και στους επιγραμματοποιούς της Παλατινής Ανθολογίας.

Πάμε και στο Ενας σειληνός στην Ακολουθία του Επιταφίου. Θα βρούμε τον Ιωάννου, που «έκανε τον υπαινιγμό και την αποσιώπηση τρόπο ομιλίας, δηλαδή δικής του αμίμητης γραφής». Ο Κουμανταρέας, με τη βαθιά αίσθηση του Ελληνα μέσα του, όπως λέει στη σελ. 286, σημειώνει πως ο Ιωάννου είναι ενταγμένος σε μια αμιγή και ολοζώντανη ελληνική παράδοση. Ο λόγος του είναι ανθρωποκεντρικός και ελληνοκεντρικός. Είναι στραμμένος σ' αυτή τη μεγάλη κοίτη που κατεβαίνει από τα βάθη των αιώνων και αρδεύει την περιφέρεια και τα μεγάλα αστικά κέντρα.

Πες τα, ρε Μένη, ν' αγιάσει το στόμα σου. Ο χρόνος δεν είναι απαραίτητο να χωρίζει· και να που οι σημαντικοί ποιητές και πεζογράφοι φιλοξενούν και ενώνουν εποχές, τόπους και ανθρώπους. Πόσο ακομπλεξάριστα, ελεύθερα και αριστοκρατικά ο Κουμανταρέας μάς κάνει λιανά τα σοβαρά. Από την καταδυνάστευση του ξενόφερτου έως το μεγάλο ζήτημα των οικονομικών μεταναστών. Από τη συνταγματική αναθεώρηση έως την ανάδειξη της αιχμηρότητας του λαϊκού κόσμου.

Και όλα τα λέει με το μαλακό. Στην Ξεχασμένη φρουρά, όπως και στην πλούσια και πολυδιαβασμένη μυθοπλασία του, δεν υψώνει τη φωνή, δεν κραδαίνει ρομφαία, δεν επιστρατεύεται σε ξέφρενες πορείες καταγγελιών, δεν κλιμακώνει κορόνες αποστροφής. Η γραφή του ήπια, υποδόρια, σε ημιτόνια, αφοπλίζει τα μεγάλα λόγια, αποκλιμακώνει τον πανταχού παρόντα πλέον θυμό και τα συμπαρομαρτούντα μοιρολόγια, δείχνει πόσοι όμορφοι άνθρωποι υπήρξαν και θα υπάρχουν, πόσα όμορφα πράγματα έγιναν και γίνονται στη «δόξα του καθημερινού» και προτείνει στοχασμό και αναστοχασμό πάνω στα ανθρώπινα ως προσωπική περιπέτεια και εν τέλει προσωπική ευθύνη του καθενός. Τη δική του ευθύνη τη δηλώνει στη σελίδα 323: «Από μικρός είχα πάντα αυτή την προδιάθεση να γράφω για ανθρώπους που πέφτουν». Είναι σύγκορμος μια ελεγεία νοσταλγίας για τα ανθρώπινα και ο κατ' εξοχήν φρουρός της φθοράς, αυτού του πολύτιμου λίθου της τέχνης, συμφιλιωτικός με την ισχύ της αλλά και όσο πρέπει θλιμμένος γι' αυτό. Στη σελ. 31 το εξομολογείται: «Η θλίψη είναι το κυρίαρχο συναίσθημα όταν γράφω. Ισως αυτό να 'ναι που ψάχνω στη ζωή, την πιο μεγάλη δυνατή θλίψη».

Και αυτή θα πρέπει να τον συγκλόνισε και στα έργα του Τενεσί Ουίλιαμς που τόσο αγαπά. Είδε τον Γυάλινο κόσμο το '46, έφηβος ακόμη, το Λεωφορείο ο πόθος το '48 και, αργότερα, το '59, το Ξαφνικά πέρυσι το καλοκαίρι και το Καλοκαίρι και καταχνιά. Στο My life του Καζάν βρήκα μια επιστολή του Ουίλιαμς όπου λέει πως κατά τη διάρκεια της παράστασης οι θεατές θα πρέπει να μην είναι ούτε στιγμή σίγουροι για το καλό και το κακό, το σωστό και το λάθος, αλλά να βιώνουν έντονες εσωτερικές συγκρούσεις.

Αυτό καταφέρνει και ο Κουμανταρέας. Δεν υπαγορεύει θέσεις. Στις σελίδες του, είτε πρόκειται για μυθοπλασία είτε για δοκίμια, προλόγους, χαιρετισμούς, παρουσιάζει τα υπάρχοντά μας, σκέψεις που έρχονται ως εμάς από το χθες, αγάπες εφήμερες και αγάπες ανθεκτικές, αδυναμίες, αντικρουόμενα αισθήματα, διαθέσεις διαθέσιμων και μη ανθρώπων και μια βροχή από πλάσματα που πέφτουν.

«Η λογοτεχνία της εποχής μας είναι η λογοτεχνία των ασθενειών μας» (η διάγνωση της Τζούλιας Κρίστεβα στον Μαύρο ήλιο της κατάθλιψης). Ο Κουμανταρέας μας στα γραπτά του δεν υποδύεται ούτε τον ψυχαναλυτή ή παθολογοανατόμο ούτε τον άρρωστο. Η θλίψη του είναι φάρμακο ανθρωπιάς. Γιατί η λογοτεχνία, όπως λέει στη σελίδα 29, δεν γράφεται μόνο με τα δάχτυλα αλλά και με την ψυχή.

Κλείνω πιο προσωπικά, με μια εφηβική πινελιά και μια ενήλικη μουντζούρα.

Η πινελιά: στη σελίδα 124 αναφέρεται ο αμερικανός μυθιστοριογράφος Τσαρλς Χάλντεμαν, που το 1961 βοήθησε τον Κουμανταρέα στον έλεγχο της μετάφρασης του Ντέμιαν. Το όνομά του με πήγε 44 χρόνια πίσω. Με τη συμμαθήτριά μου, ψυχίατρο σήμερα, Κάτια Χαραλαμπάκη, στη Β' Γυμνασίου τότε, γνωρίσαμε τον Χάλντεμαν στο βενετσιάνικο αρχοντικό της Σάρα Μάιλς, άκρη στο χανιώτικο λιμάνι. Ο συγγραφέας, η σταρ, ο αδελφός της Μαξιμίλιαν Σελ, το ζεύγος Μπάρετ και η Μπέτυ Ράιαν του κύκλου του Χένρυ Μίλερ ήταν γνωριμίες των εύπορων και αγγλοσπουδαγμένων Χαραλαμπάκηδων, γιατρών στο επάγγελμα.

Με την Κάτια χτυπήσαμε απρόσκλητες το κουδούνι, μας άνοιξαν, ανεβήκαμε σαν κατσίκια τρία τρία τα σκαλοπάτια και βρεθήκαμε σε μια αχανή λευκή αίθουσα, με μια βελούδινη μπλε ραφ μπερζέρα στη μέση. Ο Χάλντεμαν αραχτός με την εφημερίδα του. Για την επιδρομή είχαμε επιλέξει ένα βροχερό απόγευμα, ταιριαστό με ό,τι θεωρούσαμε μυθιστορηματική ατμόσφαιρα, αφού μοναδικός μας στόχος ήταν να τσεκάρουμε τον συγγραφέα από κοντά, κάτι να ξεσηκώσουμε, γιατί, δυστυχώς, πλησιάζαμε κιόλας τα 14 και είχαμε μόνον πέντε χρόνια μπροστά μας για να ισοφαρίσουμε το ρεκόρ της Φρανσουάζ Σαγκάν, που έγραψε το Καλημέρα θλίψη στα δεκαεννιά της. Επειτα από καιρό, ο Χάλντεμαν βρέθηκε άγρια δολοφονημένος, τα κίνητρα μάλλον ερωτικά, κάτι που δεν μας αρκούσε, οπότε, εποχή δικτατορίας πλέον, τον κάναμε και πράκτορα της Intelligence - το συνηθίζαμε αυτό για πολλούς ξένους της μικρής μας πόλης. Τρομάξαμε βέβαια, αλλά, κατά έναν τρόπο, η Κάτια κι εγώ νιώσαμε λίαν τυχερές που υπήρξαμε έστω και στο φόντο ενός μυθιστορηματικού, ειδεχθούς και ανεξιχνίαστου εγκλήματος.

Και η μουντζούρα: Πότε γνώρισα τον Κουμανταρέα από κοντά; Το 1989, σπίτι μας. Κάθομαι σεμνά σε μιαν άκρη και ακούω τον Μένη και τον Παντελή να συζητούν ήσυχα και διεξοδικά για την κινηματογραφική μεταφορά της Φανέλλας με το εννιά, για τον Ραπτόπουλο, που θα μπορούσε να γράψει το σενάριο, για τις δυσκολίες της παραγωγής, για ηθοποιούς που κάνουν για τον Α'ή Β'ρόλο, για τους βασικούς χαρακτήρες. Σκαλώνουν στη σύζυγο του προπονητή. Ο σύζυγος την παραμελεί; Την έχει ρουφήξει η επαρχία; Πλήττει; Τι είναι η κυρία;

«Ψωλ...!» - άνοιξα κι εγώ, που να μην τ' άνοιγα, το στοματάκι μου. Ο κύριος Κουμανταρέας γύρισε απότομα και με ζεμάτισε με το βλέμμα του. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Ακέραιες ή μεταμφιεσμένες μνήμες
Πελάγια έπη
Η κωμωδία των βραβείων
Στη ζούγκλα της αγοράς εργασίας
Η ζωή είναι ένα όνειρο
Η επιστροφή του ταξιδιώτη
Ενα παλίμψηστο ερωτικό ελεγείο
Λόγια πρωινού, πολέμου ή παιγνίων
Εργα, ιστορίες και χρέη της Κρήτης
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Από τις 4:00 στις 6:00
Σαν μυρμήγκι στον κόρφο μας
Καλύτερος του Eric Clapton;
Η τρίτη ανάγνωση
Το κόκκινο και το μαύρο
Κριτική βιβλίου
Ακέραιες ή μεταμφιεσμένες μνήμες
Πελάγια έπη
Η κωμωδία των βραβείων
Στη ζούγκλα της αγοράς εργασίας
Η ζωή είναι ένα όνειρο
Η επιστροφή του ταξιδιώτη
Ενα παλίμψηστο ερωτικό ελεγείο
Στο πηγάδι της μυθοπλασίας
Λόγια πρωινού, πολέμου ή παιγνίων
Εργα, ιστορίες και χρέη της Κρήτης
Λογοτεχνία
Ανατολή, η σύγχρονη Εκάβη
«Από τά «Ημερολόγια γιά τόν Παπαδιαμάντη»
Συγγραφείς σε ξενοδοχεία
Επειδή τέλος
Μάρκος Βαμβακάρης
Ο Μάρκος σε καίει