Έντυπη Έκδοση

Οι μηχανές του χρόνου

Αν η ζωή είχε φανεί λίγο πιο γενναιόδωρη με τον Δημήτρη Πιστιόλα, θα μπορούσε να ήταν αυτός ο μικρός ήρωας του «Σινεμά ο παράδεισος». Γιατί κι αυτός από παιδί παθιάστηκε όταν πρώτη φορά είδε τις ομιλούσες εικόνες στις σκοτεινές, φωτεινές γι' αυτόν, κινηματογραφικές αίθουσες. Κι έτσι μόλις στα δεκαέξι του, το 1946, έφτιαξε την πρώτη του κινηματογραφική μηχανή προβολής.

Θησαυροί στο υπόγειο

Χρειάστηκε να περάσουν 14 χρόνια για ν' αγοράσει μία ακόμα μηχανή, που σηματοδότησε και την αρχή της συλλογής του που περιλαμβάνει σήμερα πάνω από 1.000 κομμάτια, αριθμό που την κάνει μοναδική στην Ελλάδα και μια από τις μεγαλύτερες της Ευρώπης.

Μηχανές προβολής και λήψεως κάθε εποχής, ιδιότυπες μονταζιέρες, εργαλεία κοπής και ένωσης των φιλμ, ηχοληπτικά μηχανήματα, ό,τι βάλει ο νους του πλέον απαιτητικού και παθιασμένου κινηματογραφιστή βρίσκονται στριμωγμένα σε δύο ημιυπόγειους χώρους στα Πατήσια. Ολα διατηρούν την πατίνα του χρόνου και -το εκπληκτικότερο- λειτουργούν.

«Ερχονταν οι τεχνικοί και με συμβουλεύονταν», λέει με καμάρι ο Πιστιόλας που θυμίζει γι' αυτή την ικανότητά του τον Φιλοποίμενα Φίνο, γνωστό και ως... «κατσαβιδάκια».

«Οταν είδα πρώτη φορά τους ανθρώπους στο πανί να μιλάνε και να περπατάνε, τα έχασα και θέλησα να μάθω αμέσως πώς γίνεται αυτό το θαύμα», λέει και προσθέτει: «Αρχισα να διαβάζω κάθε σχετικό βιβλίο ή περιοδικό, έμαθα πώς λειτουργούν οι μηχανές προβολής και μετά πήρα δύο δίδραχμα κοπής του 1926 κι έφτιαξα μία μόνος μου».

Την έχει ακόμα και την επιδεικνύει. Είναι ένα κομψοτέχνημα, όπου λιμαρισμένα τα δύο δίφραγκα, έχοντας αποκτήσει τρία δοντάκια το καθένα και τοποθετημένα πάνω σε άξονα που περιστρέφεται, έλκουν το φιλμ με την αιτούμενη ταχύτητα. «Η λογική κατάληξη θα ήταν να ασχοληθώ με τον κινηματογράφο», παραδέχεται.

Και πράγματι ήθελε να πάει στην Ιταλία στις αρχές του '50 για σπουδές.

«Ομως το 1955 ο Μαρκεζίνης διπλασίασε την τιμή του δολαρίου από τις 15 δραχμές στις 30 κι έτσι δεν μπορούσε ο πατέρας μου να με στείλει», συμπληρώνει και μοιάζει ακόμα πικραμένος.

Ο πατέρας Πιστιόλας ήταν υπάλληλος στο ταχυδρομείο. Ετσι και ο γιος παρακολούθησε τη διετή σχολή και εργάστηκε επί είκοσι πέντε χρόνια στα ΕΛΤΑ, παίρνοντας οριστικά σύνταξη το 1983. «Ολα αυτά τα χρόνια χρησιμοποιούσα μια τσεχοσλοβάκικη μηχανή λήψεως, μια Neopta, και κινηματογραφούσα διαρκώς. Η εργασία μου δεν μου επέτρεπε να ασχοληθώ με τη συλλογή. Εχασα πολλές ευκαιρίες, άλλωστε δεν υπήρχαν και τα χρήματα».

Μοιράζεται το πάθος του με τη γυναίκα του, που όντας ζωγράφος και διατηρώντας μαγαζί με είδη δώρων του επέτρεπε από ένα σημείο και πέρα να «αλωνίζει» με το μισθό του. Αγόραζε από το Μοναστηράκι αλλά και από το εξωτερικό.

«Οταν εμφανιζόταν μια ενδιαφέρουσα μηχανή, με ειδοποιούσαν αμέσως. Κάποτε στον Πειραιά είδα μία που με εντυπωσίασε. Δεν είχα χρήματα μαζί μου. Ζήτησα από τον καταστηματάρχη να την κρατήσει και του είπα πως θα επέστρεφα. Βρήκα τα χρήματα από ένα φίλο μου, γύρισα και την είχε πουλήσει. Φαρμακώθηκα. Επειτα από μέρες, όμως, μου τηλεφώνησε ένας φίλος για να μου πει ότι μου είχε μια μηχανή. Ηταν αυτή! Με βοηθούσαν οι φίλοι. Εβγαζαν βέβαια κι αυτοί το διάφορό τους», θα πει χαμογελώντας.

Το ακριβότερο κομμάτι ως προς την τιμή αγοράς που περιλαμβάνει η συλλογή είναι μια Phate του 1930 για την οποία ο Δ. Πιστιόλας είχε πληρώσει ένα εκατομμύριο δραχμές.

Στις ιστορικές του μηχανές θα δείξει και μια φορητή Zeiss του 1932 που χρησιμοποιούσε ο Μεγαλοκονόμου για τα κινηματογραφικά επίκαιρα. Μια αντίστοιχη είχε και ο Φίνος. Από τα ωραιότερα κομμάτια της συλλογής και η επαγγελματικής λήψης Ariflex του 1938.

Ποιο θα είναι το μέλλον τους;

«Υπάρχει και η μηχανή λήψης της πριγκίπισσας Βοναπάρτη, συζύγου του ύπατου αρμοστή της Κρήτης Γεωργίου το 1905. Είχε πάθος με τις μηχανές και υπάρχουν πολλά κινηματογραφικά επίκαιρα που έχει τραβήξει η ίδια», επισημαίνει.

Ομως, υπάρχουν κι άλλα πολλά κομμάτια που ζηλεύει και που θα ήθελε να έχει: «Θα μπορούσα να ψωνίζω από την Ευρώπη απευθείας, αλλά πλέον μιλάμε για πολλές δεκάδες χιλιάδες ευρώ. Δεν έχω τη δυνατότητα».

Ενα ερώτημα αφορά, βέβαια, το μέλλον της συλλογής του. «Είπα στην κόρη και στο γιο μου ότι δεν πρέπει να τα πουλήσουν. Αλλά, αν χρειαστεί να μετακινηθούν για οποιονδήποτε λόγο, πρέπει να φύγουν όλα μαζί», λέει.

Και, βέβαια, δεν αποτιμά το έργο της ζωής του. «Ας βάλουν άλλοι την τιμή. Αλλωστε εγώ δεν θέλω λεφτά. Θέλω όμως να έρχεται ο κόσμος και να βλέπει τις μηχανές τοποθετημένες όμορφα. Εναν μόνιμο χώρο ζητάω από το κράτος, ειδική μουσειοθέτηση και επιστημονική επιμέλεια. Παλαιότερα ο Ευάγγελος Βενιζέλος είχε εκδηλώσει το ενδιαφέρον του. Δεν έγινε ωστόσο τίποτα».

Αλλά σπεύδει να τονίσει: «Θέλω ωστόσο να έχω τον έλεγχο της συλλογής μου. Οχι να τη χαρίσω στο κράτος και να την κλείσουν σε μια αποθήκη. Αν ήταν έτσι, την έδινα και στους Σκοπιανούς που έχουν όλο το αρχείο των αδελφών Μανιάκη, των πρώτων κινηματογραφιστών των Βαλκανίων». *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Συνέντευξη: Ιθαν Χοκ
«Πάντα ήθελα να παίξω κιθάρα στην Επίδαυρο»
Κινηματογράφος
Η Μόνικα της διπλανής πόρτας
Ενα εκρηκτικό καλοκαίρι
Χτυποκάρδια στο Χόγκουαρντς
Επέτειος
Οταν οι ηθοποιοί απέκτησαν φωνή
Κινηματογραφικές μηχανές
Οι μηχανές του χρόνου
Χορός
Η τσαρίνα του μπαλέτου
Μουσική
Hi five!
Θέατρο
Οι «Ορνιθες» ακροβατούν
Μνημεία
Χούλιγκαν με ράσα;
Εικαστικά
«Αυτές» και οι άλλες
Μπαλαρίνες στο μπαλκόνι
Αρχιτεκτονική
Η τάση που έκανε επανάσταση
Βιβλίο
Ο Πόε στη «Χώρα του Ποτέ»
Η άγνωστη Ζάκυνθος
Υμνος στην τεμπελιά
Η μελωδία της γραφής