Έντυπη Έκδοση

Οικονομία

Αναλύσεις

  • Ο καλός Γερμανός

    Ολες οι χώρες και περιοχές του πλανήτη προσφεύγουν σήμερα σε οικονομικές πολιτικές που μέχρι πρόσφατα αποδοκίμαζαν, προκειμένου ν' αντιμετωπίσουν απρόβλεπτες και αντίξοες νέες διεθνείς συνθήκες.

    Οι ΗΠΑ, από διεθνής χωροφύλακας της μείωσης των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και του δημόσιου δανεισμού, σήμερα ηγούνται διαμετρικά αντίθετης οικονομικής πολιτικής, με απεριόριστη διόγκωση αμφοτέρων.

    Η Βρετανία, επίσης μεταξύ των πρωτοπόρων της συγκράτησης των δημόσιων δαπανών και του δανεισμού, σήμερα ακολουθεί κατά πόδας την άλλη όχθη του Ατλαντικού, εκτινάσσοντας το έλλειμμά της μέχρι 14% του ΑΕΠ. Ανάλογες εξελίξεις, αν και λιγότερο θεαματικές, σημειώνονται στις ασιατικές χώρες, όπως Ιαπωνία, Κίνα, Ινδία κ.λπ. Εάν μια περιοχή του πλανήτη παραμένει σχετικά απαθής και δεν μεταβάλλει γραμμή πλεύσης με την οικονομική κρίση, αυτή είναι η Ευρώπη, με τη Γερμανία, ως κύριο συντονιστή της ευρωπαϊκής αδράνειας.

    Βεβαίως, οι πολιτικές διάσωσης των γερμανικών τραπεζών συνεχίζονται από την καγκελάριο Μέρκελ, όμως οι βιομηχανικές επιχειρήσεις εκτίθενται όλο και περισσότερο στον κίνδυνο της πτώχευσης. Η βιομηχανική παραγωγή και οι εξαγωγές, κινητήρας της γερμανικής οικονομίας, έχουν ήδη καταρρεύσει κατά 25%, η ύφεση εκτιμάται σε -6% του ΑΕΠ, η ανεργία υπερβαίνει ήδη κάθε προηγούμενη επίδοση στη χώρα αυτή, με ακόμη δυσμενέστερες προβλέψεις για το φθινόπωρο του 2009.

    Σε αντίφαση με τις αγγλοσαξονικές χώρες, στις οποίες το δημόσιο έλλειμμα εκτινάσσεται στα ύψη, η Γερμανία έσπευσε να ψηφίσει «συνταγματικό νόμο», με τον οποίο το δημοσιονομικό έλλειμμα οφείλει να περιορισθεί σε 0,35% του ΑΕΠ το 2016 και να εκμηδενισθεί το 2020.

    Σύμφωνα με το δόγμα της καγκελαρίου, η Γερμανία δεν διαθέτει την πολυτέλεια επιλογής διαφορετικής οικονομικής πολιτικής, λόγω του υψηλότατου βαθμού γήρανσης του πληθυσμού της. Αυτό συνεπάγεται αφ' ενός υψηλή προτίμηση των Γερμανών προς την αποταμίευση και την αντιπληθωριστική πολιτική, που διασφαλίζει υψηλές χρηματικές αποδόσεις, ακόμη και εις βάρος της δημιουργίας θέσεων εργασίας και παραγωγικών εισοδημάτων. Ο μέσος Γερμανός παραμένει κυρίως αποταμιευτής και εισοδηματίας, παρά δημιουργός παραγωγικών εισοδημάτων. Η γήρανση συνεπάγεται επίσης, σύμφωνα με τη Μέρκελ, περιορισμένη δυνατότητα επέκτασης της εσωτερικής αγοράς, ώστε το μέλλον της πανίσχυρης γερμανικής οικονομίας να εναποτίθεται στην αβέβαιη ανάκαμψη των εξωτερικών αγορών της.

    Ηγήρανση συνεπώς θεωρείται ότι αποτελεί την απώτατη αιτία της γερμανικής αδράνειας και μοναδική ελπίδα της για το μέλλον παραμένει η ανάκαμψη των άλλων. Ομοίως, στην αυτή αιτία αποδίδεται η πολιτική λιτότητος και αδράνειας στην οποία η Γερμανία εξαναγκάζει τους ευρωπαίους εταίρους της. Η νομισματική σταθερότητα στην ευρωζώνη αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για τη νομισματική σταθερότητα στην ίδια τη Γερμανία, εφόσον το ευρώ παραμένει κοινό νόμισμα όλων. Η ελλειμματική δημόσια δαπάνη και ο δανεισμός οιουδήποτε εταίρου υπονομεύουν τη νομισματική σταθερότητα της Γερμανίας, δηλαδή της χώρας στην οποία η νομισματική αξία εκτιμάται περισσότερο από ό,τι σε οποιαδήποτε άλλη στον πλανήτη.

    Το γερμανικό δόγμα βάλλεται σήμερα από άλλες ευρωπαϊκές χώρες, που επιθυμούν διαφορετικές προτεραιότητες οικονομικής πολιτικής. Στον άξονα Παρίσι-Βερολίνο, η γαλλική πλευρά εγείρει την καχυποψία περί «γερμανικού εγωισμού», που καθυποτάσσει ολόκληρη την ήπειρο στις υποθετικές ανάγκες μιας μόνον χώρας. Εάν η γερμανική αδράνεια αποδίδεται σε δημογραφικά δεδομένα, που δύσκολα μεταβάλλονται, τότε πιθανώς η ρήξη με την υπόλοιπη Ευρώπη να είναι ήδη προδιαγεγραμμένη και ν' αποτελεί απλό ζήτημα χρόνου, αποφαίνεται ο γάλλος υπουργός Πιέρ Ζουγέ. Οι επείγουσες ανάγκες αναδιανομής των εισοδημάτων, μείωσης των ανισοτήτων και ανάκαμψης της οικονομίας στις ευρωπαϊκές χώρες, σημειώνει ο αμερικανός ιστορικός του Πρίνστον Χάρολντ Τζέιμς, οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια την Ευρώπη σε περαιτέρω διασπορά, παρά σε σύγκλιση και ενοποίηση.

    Αυτό επιβεβαιώθηκε με την πρόσφατη ιστορική απόφαση του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας, που «παγώνει» την ακολουθούμενη διαδικασία ευρωπαϊκής ενοποίησης. Οι εξουσίες και αρμοδιότητες των κρατών δεν ανήκουν στα κράτη, αλλά στους λαούς εν ονόματι των οποίων ασκούνται. Ενόσω η έννοια «ευρωπαϊκός λαός» παραμένει ανεύρετη, έπεται ότι και εκείνη της «ευρωπαϊκής λαϊκής κυριαρχίας» αποβαίνει «ανακριβής, παραπλανητική και καταχρηστική». Απονομιμοποιείται έτσι κάθε άμεση «ευρωπαϊκή» εξουσία, εκτός από όσες ορίζονται με συγκεκριμένες διακυβερνητικές συμφωνίες και συνθήκες.

    Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου θεωρεί ότι, υπό τις υπάρχουσες συνθήκες, τα εθνικά κράτη και μόνον αυτά διαθέτουν τεκμήριο λαϊκής νομιμοποίησης προκειμένου να διαχειρίζονται τη λαϊκή βούληση και ότι αυτή η νομιμοποίηση δεν εκχωρείται ούτε μπορεί ν' ασκείται κατ' εξουσιοδότηση από κάποια άλλη υπερεθνική αρχή, που εξ ορισμού πάσχει λόγω ελλείμματος λαϊκής νομιμοποίησης. Ο γερμανός ανώτατος δικαστής δεν είναι δογματικός: αυτά ισχύουν σύμφωνα με το σημερινό γερμανικό Σύνταγμα, η ευρωπαϊκή δικαιοδοσία δεν αποκλείεται στο μέλλον, αλλά για ν' αποκτήσει νομιμοποίηση, πρέπει να τροποποιηθεί το Σύνταγμα και αυτό προϋποθέτει λαϊκό δημοψήφισμα, πράγμα που όλες οι πτέρυγες του γερμανικού πολιτικού συστήματος διαρρήδην αποκλείουν μετά την εμπειρία του ναζισμού.

    Η απόφαση του γερμανικού δικαστηρίου, όμως, δεν βρίσκεται σε δυσαρμονία ούτε με το λαϊκό αίσθημα ούτε με εκείνο του πολιτικού κόσμου. Πρόσφατα, η καγκελάριος διεκήρυξε ότι αντιμετωπίζει την Ευρώπη ως «στοιχείο του γερμανικού κρατικού συμφέροντος». Η χώρα δεν θυσιάζει ούτε στο ελάχιστο το «κρατικό συμφέρον» της, προκειμένου να στηρίζει εταίρους που βρίσκονται σε ανάγκη ή την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, που θεωρείται πλέον ότι δημιουργεί στη Γερμανία περισσότερο κόστος από ό,τι όφελος.

    Οπως σημειώνει η γαλλική «Μοντ», την ιστορική «παραφροσύνη» της Γερμανίας να επιδιώκει από τον 19ο αιώνα να επιβληθεί ως «βασιλεύς της Ευρώπης» έχει σήμερα αντικαταστήσει η συμμετρικά αντίθετη «παραφροσύνη»: η συστηματική δυσπιστία έναντι οιουδήποτε γερμανικού ρόλου στον ευρωπαϊκό χώρο.

    Το δράμα της σημερινής Ευρώπης είναι ότι παραμένει εκ των πραγμάτων προνομιακό θύμα των ακραίων και συμπλεγματικών γερμανικών επιλογών: είτε του Μπίσμαρκ, όταν αυτός διεκδικούσε στον 19ο αιώνα την ηγεμονία στη Γηραιά Ηπειρο, είτε της Μέρκελ, όταν αυτή απεμπολεί κάθε διεθνή φιλοδοξία, επιλέγοντας την απόσυρση από κάθε διεθνή ρόλο, αλλά και επιβάλλοντας τις συνέπειες της απόσυρσής της στους λοιπούς ευρωπαίους εταίρους.

    Οι τελευταίοι, χωρίς κατ' ανάγκην ακραία ηγεμονικά σύνδρομα ούτε αντισύνδρομα, αποβλέπουν απλά και μόνον στην αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των συνεπειών της σημερινής οικονομικής ύφεσης, να επιβιώσουν και να μην καταποντισθούν, έχοντας πληρώσει αυτοί τα σπασμένα για τα συμπλέγματα ανόδου και πτώσης στη γερμανική ιστορία των δύο τελευταίων αιώνων.

  • Γιατί πιάνουμε πάτο σε όλες τις εκθέσεις

    Η πρόσφατη έκθεση του ΟΟΣΑ για την Ελλάδα έφερε και πάλι στο προσκήνιο όχι μόνο τις αδυναμίες της οικονομίας ή τους τομείς στους οποίους επείγουν οι μεταρρυθμίσεις.

    Πρόσθεσε ακόμη μια έκθεση στις μέχρι τώρα γνωστές, οι οποίες παρατίθενται στον παραπάνω πίνακα. Ηρθε η ώρα τουλάχιστον να βρούμε κοινά σημεία των αναλύσεων αυτών ώστε να αποκτήσουμε μια κοινή εικόνα που να μας βοηθάει στη δική μας ανάλυση για το τι πρέπει να κάνουμε. Εχουμε και λέμε λοιπόν: Η πολύ χαμηλή ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας καταγράφεται από το Doing Business της Παγκόσμιας Τράπεζας, τον δείκτη ανταγωνιστικότητας του World Economic Forum αλλά και την υψηλή διαφθορά, σύμφωνα με την Transparency International, και μάλιστα δυσανάλογα χειρότερη ως προς το κατά κεφαλήν εισόδημα της χώρας. Συγκεκριμένα, στην περίπτωση του World Economic Forum (WEF) η Ελλάδα το 2007 καταλαμβάνει τη θέση 65. Αποτελεί τη χειρότερη κατάταξη μεταξύ των χωρών της Ε.Ε. των «15» και μάλιστα με μεγάλη απόσταση από την, προτελευταία, Ιταλία, που βρίσκεται 46η επί 131 χωρών.

    Αντίστοιχα η Παγκόσμια Τράπεζα μας τοποθετεί στη θέση 100 για το 2008 και 96 για το 2009. Πάλι είμαστε πολύ πιο κάτω από την προτελευταία χώρα την Ιταλία η οποία κατατάσσεται στην 53η θέση επί 178 χωρών για το 2008. Οι θέσεις αυτές δεν είναι οι επιθυμητές για μια χώρα-μέλος της ζώνης του ευρώ και του ΟΟΣΑ, η οποία έπρεπε να συγκαταλέγεται στις 30 πιο ανταγωνιστικές οικονομίες του πλανήτη. Πιο συγκεκριμένα, ένα πρώτο πάντρεμα των συμπερασμάτων των διεθνών εκθέσεων με τη δική μας την ανάλυση (1) δείχνει ότι:

    1 Η ανάπτυξη των τελευταίων ετών επιτεύχθηκε χωρίς να βελτιωθεί το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας της χώρας.

    2 Αυτό το έλλειμμα όταν δημιουργείται σε ένα περιβάλλον ταχείας ανάπτυξης της ζήτησης οδηγεί σε άνοδο τις τιμές τόσο αγαθών όσο και υπηρεσιών.

    3 Η ανάπτυξη της ζήτησης επιτεύχθηκε χωρίς να αξιοποιηθεί το εργασιακό δυναμικό της χώρας, το οποίο συνεχίζει να υποαπασχολείται, ορθολογικά όμως (!), καθώς το θεσμικό πλαίσιο δεν ενθαρρύνει την παραγωγή στην Ελλάδα.

    4 Επιπλέον εμφανίζεται η μισθωτή εργασία να μην ευνοείται σε σύγκριση με την αυτοαπασχόληση και τη χρήση του εγκατεστημένου κεφαλαίου. Αυτό έχει σημασία, καθώς σχετίζεται τόσο με την προοδευτική φορολογική επιβάρυνση των εισοδημάτων όσο και με το γεγονός ότι η αυτοαπασχόληση έχει μεγαλύτερο κόστος εισόδου ειδικά για τους νέους και με χαμηλότερα προσόντα εργαζόμενους.

    5 Η αύξηση του ΑΕΠ, παρ' όλο που η απασχόληση των εργαζομένων συγκροτείται σε λίγους και εντατικά, για τους αυτοαπασχολούμενους εργαζόμενους οφείλεται σε πολύ συγκεκριμένους παράγοντες. Δηλαδή, στις θετικές επιπτώσεις που είχε η ένταξη στην ΟΝΕ, στη μακροοικονομική σταθεροποίηση και την παράλληλη δημιουργία της ιδιωτικής πίστης στη χώρα μετά την απομάκρυνση των σχετικών διοικητικών απαγορεύσεων.

    6 Η ανάπτυξη του ΑΕΠ, σε συνδυασμό με τη συγκράτηση της απασχόλησης, οδηγεί σε αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, παρ' όλο που η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας παραμένει πολύ χαμηλή.

    7 Την ίδια ώρα οι υψηλές επενδύσεις συνδυάζονται ιδανικά με υποστήριξη τους από τα κοινοτικά διαρθρωτικά ταμεία και την ευκολότερη χρηματοδότησή τους από το πιστωτικό σύστημα.

    8 Αυτό όμως δεν σημαίνει και υψηλά κέρδη, παρά την ανάπτυξη και τις θετικές επιδράσεις της μακροοικονομικής σταθερότητας. Η κερδοφορία παραμένει συγκρατημένη λόγω της χαμηλής ανταγωνιστικότητας, η οποία αυξάνει σημαντικά το κόστος των επιχειρήσεων (διοικητικά κόστη, διαφθορά κ.λπ.), αλλά και της εντατικής χρήσης του κεφαλαίου, που μειώνει την κερδοφορία ανά μονάδα επενδυμένου κεφαλαίου.

    9 Τίθεται το ερώτημα:

    Ποια είναι η πρωτογενής πηγή της χαμηλής ανταγωνιστικότητας της οικονομίας, του υψηλού πληθωρισμού, της αδυναμίας της αγοράς εργασίας, των χαμηλών αποδοχών και της χαμηλής κερδοφορίας. Τι μπορεί να έχει μια τάξη μεγέθους τέτοια ώστε να μπορεί να ερμηνεύσει το μέγεθος του ελλείμματος ανταγωνιστικότητας και όλων των άλλων συνεπακόλουθων επιπτώσεων. Σύμφωνα με τα τεκμηριωμένα συμπεράσματα των διαφορετικών μελετών διεθνών οργανισμών, η πληγή δεν είναι άλλη από την εκτενής διοικητική παρεμβολή του κράτους στη λειτουργία των αγορών προϊόντων στη χώρα μας μέσω της «παράκαμψης» του ανταγωνισμού, της γραφειοκρατίας και της επέμβασης του κράτους στα οργανωτικά θέματα των επιχειρήσεων.

    10 Αυτή η εκτενής διοικητική παρεμβολή στη λειτουργία των αγορών προϊόντων στη χώρα μας, η οποία διαμορφώνει ένα πολύ δυσμενές επιχειρηματικό περιβάλλον, είναι όμως μόνο μία έκφραση της γενικής υστέρησης των θεσμών στη χώρα μας. Είναι όμως μια έκφραση μέσω της οποίας η γενικότερη υστέρηση στην ποιότητα και ανάπτυξη των θεσμών οικονομικής οργάνωσης επηρεάζει την οικονομική δραστηριότητα.

    Οι προαναφερόμενες αδυναμίες έχουν σημαντικές επιπτώσεις και στα δημοσιονομικά μεγέθη της χώρας. Τόσο λόγω της συνεπακόλουθης υστέρησης των εσόδων από φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων και ασφαλιστικών εισφορών όσο και λόγω της συγκέντρωσης ενός υπερβολικά μεγάλου μέρους του συνολικού δανεισμού της χώρας στον δημόσιο δανεισμό, ο οποίος όμως καθορίζει τελικώς και την πιστοληπτική ικανότητα όλης της οικονομίας.

    (1) Θ. Πελαγίδης - Μ. Μητσόπουλος (2009), «Η Στιγμή της Στροφής: Οικονομικός Πραγματισμός για την Ελληνική Οικονομία», Εκδόσεις Παπαζήση (υπό έκδοσιν, Οκτώβριος 2009).

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Οικονομία
Άλλα θέματα στην κατηγορία Οικονομία της έντυπης έκδοσης
Ακάλυπτες επιταγές
Ωρολογιακή βόμβα το πρόβλημα των επιταγών
Μεγαλύτερο απ' ό,τι φαίνεται το θέμα με τις ακάλυπτες
Τεχνάσματα για ένα πολύτιμο φύλλο
Έλλειμμα
Ολα παίζονται στην παράταση
Διαδίκτυο
Η αγορά οπτικών ινών φέρνει μεγάλες ανατροπές
Η αναβάθμιση της ποιότητας αλλάζει τα δεδομένα
Αναμένονται μάχες μεταξύ ΟΤΕ και Nova
ΙΚΑ
Εξαφανίστηκαν 40.000 εταιρείες σε λίγους μήνες!
Θυσία ομολόγων για συντάξεις
Μισθολογικές αυξήσεις
Αυξήσεις μέχρι 2% δίνουν οι εργοδότες
Δανεισμός Δημοσίου
Ξεκινάει νέο σαφάρι υπό το φόβο των spread
Εξάντληση κοιτασμάτων πετρελαίου
Η ανάκαμψη πνίγεται στο πετρέλαιο
Ρουμανία
Από «βαλκανικό θαύμα», μεγάλος ασθενής
ΗΠΑ
Ο επιμένων αμερικανικά
Αύξηση-ρεκόρ και σε πλούσιες πολιτείες
Προβλέψεις ΕΚΤ
Αναταράξεις τώρα, ανάπτυξη από 2010 και βλέπουμε...
Μεγάλα ενεργειακά έργα
Πούτιν-Ερντογάν παρέκαμψαν τις «ενστάσεις» της Σόφιας
Λιανικό εμπόριο
Μειώθηκε το στοκ, αλλά δεν ήρθαν κέρδη
Αγορά τροφίμων
Η παγκόσμια πείνα θρέφει τα κέρδη τους
Διεθνείς Αγορές
Το παν η ψυχολογία
Andrew J. Hall
Το γκόλντεν μπόι των 100 εκατ. δολαρίων
Ανάκαμψη
Με δανεικά επιχειρείται έξοδος από το τούνελ
Ζυθοποιία
Μέτωπο από τους μικρούς της μπίρας
Οι τοπικοί παίκτες και το ηπειρώτικο εγχείρημα
Χρηματιστήριο Αθηνών
Η θερινή ραστώνη, νέα απειλή στους δείκτες
Άλλες ειδήσεις
Private equity funds και διεθνείς οίκοι στην Alapis
Σύντομα