Έντυπη Έκδοση

Ανδρες και γυναίκες, παίκτες ενώπιόν μας

Αργυρώ Μαντόγλου

Ολα στο μηδέν

εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, σ. 384, 16 ευρώ

Το πρόσφατο μυθιστόρημα της Αργυρώς Μαντόγλου Ολα στο μηδέν είναι ένα βιβλίο πολυφωνικό που θεμελιώνεται πάνω στο δίδυμο Εξουσία-Υποταγή, έννοιες που τελικά ταυτίζονται προκειμένου να αποτελέσουν μέρος ενός παιχνιδιού. Στο συγκεκριμένο παιχνίδι οι κύκλοι ολοκληρώνονται, σπάνε, αφού σε αντίθετη περίπτωση θα γίνουν θηλιές που πνίγουν. Η συγγραφέας κατασκευάζει την εικόνα του εαυτού σε σχέση με την ίδια τη δυναστική εξουσία, ενώ η υποταγή (στον άλλο, στο πάθος ή στη συνήθεια) θα σηματοδοτήσει την εξαφάνιση της ανθρώπινης υπόστασης μαζί και το ταξίδι της αναζήτησης προκειμένου να εκπληρωθεί το σχέδιο της ζωής. Ακόμη και σε χρόνους πνιγηρούς, όπως η σύγχρονη επινοημένη ζωή, όπου οι έννοιες αντιστρέφονται και όπου η γενικότερη αποδοχή του έρωτα ως δόσιμο του εαυτού στον άλλο μοιάζει νεκρό, άψυχες λέξεις πεταμένες σ'ένα χαρτί.

Αν και τα σπίτια χρειάζονται κατοίκους και όχι επισκέπτες, η Αυγή, η ηρωίδα του βιβλίου, ζει τη ζωή της άλλοτε ως επισκέπτης και άλλοτε ως δραπέτης. Εχοντας επιστρέψει στην Ελλάδα από το Λονδίνο, όπου είχε εγκατασταθεί, θα οδηγηθεί στο καζίνο στα τριακοστά έκτα γενέθλιά της (συμπτωματικά το τελευταίο νούμερο της ρουλέτας αλλά και το όριο της πρόβλεψης που έκανε για την ίδια ένας ινδός σταθμάρχης, όταν ακόμη ήταν δεκαεννιά, πως σ' αυτή την ηλικία θα συναντήσει «κάτι σαν θάνατο»). Ανταλλάσσοντας το χρήμα με τις πλαστικές μάρκες επιχειρεί να ανταλλάξει την πραγματικότητα με τη φαντασίωση, ανήσυχη, μετέωρη και σε διάσταση με το παρελθόν. Μια γυναίκα εθισμένη να υποχωρεί σ' όλους εκείνους τους απρόσωπους μηχανισμούς που ελέγχουν τους ανθρώπους, όπως η αόρατη εξουσία ενός συστήματος. Η φαντασίωση παραπλανά και αφοπλίζει, η Αυγή «πιάνεται» από τον πρώτο «ήρωα» που της εμφανίζεται, έναν τυχοδιώχτη, του οποίου η «αλήθεια» κρατιέται κρυμμένη. [«Οι ήρωες δεν έχουν απαραίτητα κάτι το ηρωικό. Οταν βρεθούν στον δρόμο σου δεν τους αφήνεις από τα μάτια σου! Δεν τους αφήνεις στο κατώφλι, τους ανοίγεις την πόρτα, τους υποδέχεσαι, τους παραχωρείς το σπίτι σου να το κατοικήσουν», (σελ. 49).] Ο ήρωάς της, ο Σταύρος, επιλέγεται ως μυθιστορηματικός ήρωας. Είναι ο άνθρωπος που έρχεται από το πουθενά: παρείσακτος, παρανοημένος, παρασιτικός αλλά και αυτάρκης. Ενας παρόμοιος αντι-ήρωας θα τροφοδοτήσει τον ζήλο της για τη γραφή. [«Εξάλλου γι' αυτό βρισκόταν εδώ. Για να δημιουργήσει έναν κόσμο από λέξεις. Εναν κόσμο που παρά τις συγγραφικές προθέσεις, είχε ελάχιστη ή μικρή σχέση με τις εκδοχές που εκτυλίσσονται στον πραγματικό κόσμο - σε εκείνες στις οποίες μετέχει το σώμα της δημιουργού», (σελ. 147).]

Το μυθιστόρημα αποτελείται από έξι κεφάλαια και έναν ομότιτλο επίλογο, τα οποία χωρίζονται σε αντίστοιχες ενότητες που καλύπτουν την «Περιπέτεια εσωτερικού χώρου» (το μυθιστόρημα που γράφει η Αυγή) και την «Περιπέτεια του μηδενός» (όπου οι ενότητες διακρίνονται από διαδοχικά μηδενικά). Μότο του είναι το παράθεμα από τη Μουσική της τύχης του Πολ Οστερ «...για άλλη μια φορά βρισκόταν στο μηδέν και όλα είχαν χαθεί, αλλά ακόμη και το μικρότερο μηδέν ήταν μια γιγάντια τρύπα, ένας κύκλος αρκετά μεγάλος για να περιέχει τον κόσμο...», που ακολουθεί το σαιξπηρικό: «Ολος ο κόσμος μια σκηνή και όλοι μας, άντρες και γυναίκες, παίχτες». Οι δύο χρησιμοποιούμενες αφηγηματικές δομές συντελούν στην αποκάλυψη της εσωτερικής ομιλίας, της ροής των λέξεων που βρίσκονται σε αδιάκοπη κίνηση καθώς εναλλάσσεται με οπτικές και ακουστικές εικόνες, μνήμες και θραύσματα σκηνών. Την ιστορία συνεχίζει η εγκιβωτισμένη δευτεροπρόσωπη αφήγηση εναλλάξ με την τριτοπρόσωπη του παντεπόπτη αφηγητή, ο οποίος έχει δικαίωμα εισόδου στη σκέψη του χαρακτήρα του ήρωα, ακόμα και στην ψυχή του. [«Ποιος ήταν ο άντρας που είχε εισβάλει στη ζωή της; Αυτός που της συμβαίνει; Τι γνώριζε εκτός από το γεγονός ότι το βλέμμα του της έκοβε την ανάσα;(...) Ηξερε ποιο άγγιγμά της τον τρέλαινε. Αλλά τι γνώση ήταν αυτή; Τον κατασκόπευε συνεχώς για να τον αποκρυπτογραφήσει. Στο δικό της επάγγελμα αυτό το λένε "έρευνα", "συλλογή πληροφοριών". Στο δικό του, "επαγγελματισμό". Σε άλλα, "κατασκοπία", "παραβίαση προσωπικών δεδομένων", "αδιακρισία", "περιέργεια" ή "απρέπεια" (σελ. 53).] Η επίδοξη συγγραφέας δεν είχε συγκεκριμένο ενδιαφέρον για την ίδια. Ιδανική να υποβάλει ερωτήσεις στους άλλους και να κρατά σημειώσεις, είχε αποδεχτεί τον παραμερισμό [«Αγωνίζομαι για την αγάπη των άλλων κι εκείνοι φεύγουν» (σελ. 57)], από ανάγκη να διώξει τα βασανιστικά, όπως το γεγονός του θανάτου του ομοφυλόφιλου πατέρα κι εκείνη τη «λογική» φωνή της μεγαλύτερης αδελφής που συνέχιζε να ζει στην Αγγλία, πάντα εγωιστική και συνήθως επικριτική. Η Ελεάννα θα γνωρίσει τον Σταύρο σ' ένα ταξίδι-αστραπή στην Ελλάδα. Η έκφρασή της θα φανερώσει τη δυσπιστία στο πρόσωπό του και τον οίκτο της προς τη μικρότερη αδελφή.

Κι όμως, η Αυγή «έμενε στη σχέση της για ό,τι έψαχνε να βρει κι όχι γι' αυτό που βρήκε» (σελ. 141), μετρώντας τις αντοχές της ίσαμε τη συνάντηση με το «κάτι» που μοιάζει με τέλος, με θάνατο. «Κι έχουν υπάρξει τόσα τέλη, τόσοι αποχαιρετισμοί στην εποχή μας!», γράφει η Τζίνα Πολίτη στο έξοχο δοκίμιό της «Η κατασίγαση της σιωπής», (στο Στα όρια της γραφής, Αγρα, 1996, σελ. 75-76) Και συνεχίζει: «Εχουμε ζήσει το τέλος του Θεού, του ανθρώπου και της Ιστορίας, την εξαφάνιση της Πραγματικότητας και τον αφανισμό της Ιδεολογίας, το τέλος του Υποκειμένου και την εκδίκηση του Αντικειμένου, το τέλος του Συγγραφέα και την απώλεια του Κειμένου (...)».

Στο ερώτημα για το πού οδηγήθηκε η Αυγή με τη συγκεκριμένη αναζήτηση, η απάντηση θα μπορούσε να βρίσκεται μέσα στις διαδοχικές της περιπέτειες, εκείνες που εξερευνούσαν με πολλές λεπτομέρειες το ίδιο της το τραύμα και τις σκέψεις που προκάλεσε «για να χρησιμοποιηθούν σαν παρακαταθήκη σε άγονες περιόδους» (σελ. 374). Θα μπορούσε επίσης η απάντηση να εμπεριέχεται και μόνο στην ανάγκη της διάσωσης μιας ιστορίας. Από τον χρόνο, ο οποίος αδιαφορεί προφανώς για την πραγματική αλήθεια ή την έκταση της επινόησης. Από την παγίδα της επιθυμίας ή ίσως της δύναμης. Το αποτέλεσμα θα δικαίωνε τη συγγραφέα αν η γραφή της «περιπέτειας εσωτερικού χώρου», όπως κι εκείνη του «μηδενός», δεν γραφόταν σε μια περίοδο «τυφλότητας». Αν ίσως δεν υποχωρούσε στην παγίδα της επιθυμίας, σύμφωνα με την οποία αναπαριστά κανείς στον αντίπαλό του την ίδια του την εικόνα με στόχο να αισθανθεί στη θέα της ικανοποίηση. Είναι όμως αντίπαλος ο κρουπιέρης που ερωτεύτηκε; Ή μήπως στο παιχνίδι της πραγματικότητας με τη μυθοπλασία ο αντίπαλος είναι ο εαυτός;

Ο χρόνος, ωστόσο, είχε φτάσει. «Αν ξέρεις να περιμένεις, αν αντέξεις, κάποια στιγμή θα βγει και το δικό σου νούμερο» (σελ.373). Μια ιστορία πάθους, εθισμού, έλξης για το απαγορευμένο, εμπύρετα γραμμένη, με εναλλαγές προσώπων, πότε δεύτερο, πότε τρίτο, που προβάλλει σε κάθε αυτοσχέδιο κεφάλαιο διάφορες πτυχές (σελ. 374) όφειλε να διασωθεί. Και θα σωζόταν ίσως αν η αφήγηση δεν τύχαινε να είναι το προϊόν της δύναμης μιας εξουσίας πάνω στη γραφή. Ποιος να σωθεί από τον κρυμμένο αφηγητή, του οποίου την παρουσία αρνείται η αφήγηση; Και πώς να μην παγιδεύεται ο αναγνώστης που μαθαίνει την «αλήθεια» μέσα στο ίδιο το γεγονός που μεταγράφεται στη σελίδα του βιβλίου; Τελικά, το ερώτημα μένει αναπάντητο: «ποια δική της πλευρά τον ήθελε; - η συγγραφέας; η εσωστρεφής; η παίχτρια μήπως; Η Αυγή ήταν παίχτρια, το ρίσκο έρρεε στο αίμα της(...)». Η ήττα την καθιστούσε ανασφαλή, όπως και τον ίδιο τον ανίδεο από Ντοστογιέφσκι κρουπιέρη της, που προφανώς αγνοούσε ότι «ο παίχτης είναι ένας ποιητής στο είδος του, αλλά ντρέπεται γι' αυτή την ποίηση επειδή έχει βαθιά συναίσθηση της μηδαμινότητάς της, αν και η ανάγκη να ρισκάρει τον εξαγνίζει στα ίδια του τα μάτια».

Ως παίχτρια η Αυγή χάνει γιατί «δεν είναι απόλυτα παρούσα και η σκέψη της βρίσκεται αλλού» (σελ. 222), ή γιατί δεν έχει ισχυρό εγώ, ώστε ν' αντέξει την εσωτερική διάλυση (όσο κι αν «το "εγώ" είναι ένας βολικός όρος για κάποιον που δεν έχει πραγματική ύπαρξη», καθώς επαναλαμβάνει τα λόγια της αγαπημένης της συγγραφέως Βιρτζίνια Γουλφ). Η απόλυτη «παραισθησιακή δημοκρατία» στο καζίνο, μια «παιχνιδούπολη όπου μπορούν να εκδηλωθούν όλα τα ένστικτα» (σελ. 246), εύκολα σε απαλλάσσει από την ταυτότητά σου και σε φέρνει όλο και πιο κοντά στο «μηδέν».

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Ανθολογία τραγουδιών του Βασίλη Τσιτσάνη
Ψυχής παρηγορία
Το παιχνίδι των ζαριών-Μια περιπλάνηση στο θέατρο του Διαλεγμένου
Βιβλία και πολιτικοί, ΙΙ
Η φαλακρή λαϊκή αοιδός, με την εγωκεντρική φιλενάδα της
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Ανθολογία τραγουδιών του Βασίλη Τσιτσάνη
Ψυχής παρηγορία
Ανδρες και γυναίκες, παίκτες ενώπιόν μας
Το παιχνίδι των ζαριών-Μια περιπλάνηση στο θέατρο του Διαλεγμένου
Βιβλία και πολιτικοί, ΙΙ
Η φαλακρή λαϊκή αοιδός, με την εγωκεντρική φιλενάδα της
Συνέντευξη: Θωμάς Κοροβίνης
Δυνατές φιλίες· λατρεμένοι νεκροί· προστασία στον Αδη
Από τις 4:00 στις 6:00
Η ποίηση και το ελληνικό τραγούδι
Οι κορυφαίοι της βρετανικής φολκ